ΧΙΟΥΣΤΟΝ, Ανταπόκριση
Πέτρος Κασφίκης

Ο υπουργός Ενέργειας Σταύρος Παπασταύρου και η ελληνική αποστολή επιστρέφουν σήμερα Δευτέρα στο μέρος όπου ξεκίνησαν όλα. Για τη χώρα μας, το Χιούστον του Τέξας μπορεί δικαίως να χαρακτηριστεί το σημείο μηδέν, το μέρος όπου πριν από δέκα μήνες η ενέργεια άρχισε να αναδεικνύεται ως ένα νέο κομβικό κεφάλαιο στις ελληνοαμερικανικές σχέσεις.

Οταν η Ελλάδα εμφανίστηκε στο συνέδριο CERAWeek πριν από έναν χρόνο, στο «Νταβός της ενέργειας», όπως το αποκαλούν οι ίδιοι οι συμμετέχοντες, αναζητούσε ευκαιρίες εν μέσω της αβεβαιότητας των πρώτων μηνών της διακυβέρνησης του Ντόναλντ Τραμπ. Ηταν τότε, τον Μάιο του 2024, που ο Σταύρος Παπασταύρου είδε κατ’ ιδίαν τη Chevron και την ExxonMobil. Στη συνέχεια μετέβη στην Ουάσιγκτον, όπου συναντήθηκε με τον υπουργό Εσωτερικών Νταγκ Μπέργκαμ. Από τότε κύλησε πολύ νερό στο αυλάκι.

Ο σχεδιασμός θα τρέξει στην πράξη

Τον περασμένο Σεπτέμβριο, η Chevron μπήκε στον ελληνικό ενεργειακό διαγωνισμό. Πριν από λίγες ημέρες η Βουλή κύρωσε τις συμφωνίες με την κοινοπραξία Chevron και Helleniq Energy για την παραχώρηση δικαιωμάτων έρευνας και εκμετάλλευσης υδρογονανθράκων νότια της Κρήτης και της Πελοποννήσου. Ενας εθνικός σχεδιασμός δεκαπέντε ετών που παρέμενε στα χαρτιά έγινε νόμος του κράτους.

Σήμερα, με αυτά τα νέα δεδομένα, η ελληνική αποστολή επιστρέφει στο ίδιο γήπεδο για να παίξει ουσιαστικά το «δεύτερο ημίχρονο». Στην πρώτη επίσκεψη, το ζητούμενο ήταν να κλείσουν οι συμφωνίες. Φέτος είναι τα επόμενα βήματα που αφορούν αριθμούς και ημερομηνίες. Με την ExxonMobil το αντικείμενο των συζητήσεων θα αφορά την ερευνητική γεώτρηση. Με τη Chevron τις γεωφυσικές μελέτες, τις σεισμικές έρευνες και τα χρονοδιαγράμματα. Και κυρίως, πότε θα υπάρξει μια πρώτη καθαρή εικόνα για το αν τα κοιτάσματα μπορούν πράγματι να αξιοποιηθούν.

Με άλλα λόγια, αν στο πρώτο ταξίδι μπήκαν οι βάσεις, τώρα το ζητούμενο είναι πώς αυτός ο σχεδιασμός θα τρέξει στην πράξη και σε ποιον χρόνο. Γι’ αυτό η ελληνική πλευρά κατεβαίνει με διευρυμένη αντιπροσωπεία, με τη συμμετοχή του υφυπουργού Νίκου Τσάφου και του επικεφαλής της Ελληνικής Διαχειριστικής Εταιρείας Υδρογονανθράκων και Ενεργειακών Πόρων (ΕΔΕΥΕΠ) Αρη Στεφάτου, καθώς η συζήτηση μεταφέρεται πλέον από το πολιτικό στο τεχνικό πεδίο.

Πώς φτάσαμε στο Χιούστον 2.0

Στους πρώτους μήνες της διακυβέρνησης Τραμπ επικρατούσε έντονη αβεβαιότητα. Οχι μόνο για τις προτεραιότητες, αλλά και για τον τρόπο με τον οποίο η Ουάσιγκτον θα κινούνταν απέναντι στους συμμάχους της. Η νέα αμερικανική κυβέρνηση εμφανιζόταν με μια πιο συναλλακτική προσέγγιση, λιγότερο θεσμική και περισσότερο προσανατολισμένη στο αποτέλεσμα. Στην Αθήνα αυτά τα δεδομένα δημιούργησαν ένα αναπόφευκτο ερώτημα: τι έχει να προσφέρει η Ελλάδα στον Ντόναλντ Τραμπ;

Η ελληνική πλευρά δεν περίμενε να τρέξουν οι εξελίξεις. Διάβασε το νέο τοπίο και εντόπισε εγκαίρως το ενδιαφέρον του αμερικανού προέδρου για την ιδέα της «ενεργειακής κυριαρχίας». Ως εκ τούτου, κινήθηκε γρήγορα. Εφερε στο τραπέζι τη Chevron και την ExxonMobil και ταυτόχρονα προώθησε έργα με άμεση αξία για την αμερικανική πλευρά.

Ο Κάθετος Διάδρομος είναι η πιο χαρακτηριστική περίπτωση, καθώς πρόκειται για έργο που καθιστά την Ελλάδα πύλη εισόδου για το αμερικανικό LNG στην Ανατολική Ευρώπη. Αυτή η προσέγγιση «κούμπωσε» με τη λογική της διοίκησης Τραμπ. Οι συμφωνίες στο πλαίσιο της Σύμπραξης για τη Διατλαντική Ενεργειακή Συνεργασία (P-TEC) στην Αθήνα αξιολογήθηκαν θετικά στον Λευκό Οίκο, όχι λόγω μεγέθους αλλά γιατί αποτέλεσαν μια από τις πρώτες δεσμεύσεις για μακροχρόνια προμήθεια αμερικανικού LNG στην περιοχή.

Το μάθημα από τον Κόλπο

Η νέα κρίση στον Περσικό Κόλπο δεν αλλάζει την ατζέντα των επαφών στο Χιούστον. Αλλάζει όμως το πλαίσιο μέσα στο οποίο γίνονται, καθώς σε ένα περιβάλλον διαδοχικών κρίσεων το βάρος μετατοπίζεται στον χρόνο. Στο πόσο γρήγορα δηλαδή μπορεί να υπάρξει σαφής εικόνα για τα κοιτάσματα και να ληφθούν αποφάσεις. Για την Ελλάδα, αυτό σημαίνει επιτάχυνση των ερευνών και καθαρή απάντηση για το αν μπορεί να υπάρξει παραγωγή.

Την ίδια στιγμή, η κρίση δεν κλείνει τη συζήτηση για τη ρωσική ενέργεια. Αντίθετα, την επαναφέρει σε μια συγκυρία όπου η ευρωπαϊκή στάση εμφανίζεται λιγότερο συνεκτική. Παρά τη δέσμευση για απεξάρτηση, υπάρχουν αναφορές για κράτη ιδίως της Βόρειας Ευρώπης που μοιάζουν να βλέπουν με καλό μάτι το ενδεχόμενο επιστροφής στο ρωσικό αέριο. Παρά την έμπρακτη πολιτική στήριξη από τις ΗΠΑ, αυτή η αβεβαιότητα για το μέλλον της ρωσικής ενέργειας επηρεάζει άμεσα τον Κάθετο Διάδρομο, οδηγώντας ορισμένες χώρες σε στάση αναμονής.

Το δεύτερο σκέλος της επίσκεψης

Πέρα από τις επαφές με τις εταιρείες, το Χιούστον περιλαμβάνει και ένα δεύτερο κομμάτι της επίσκεψης που αφορά το US-East Med Energy Center. Η συζήτηση έχει προχωρήσει αρκετά ώστε να μη μιλάμε πλέον για μια γενική ιδέα. Το επικρατέστερο σενάριο είναι να φιλοξενηθεί στο Rice University στο Τέξας, όπου ο Σταύρος Παπασταύρου θα πραγματοποιήσει την επόμενη εβδομάδα ομιλία στο Baker Institute.

Το θέμα έχει ήδη περάσει από το Κογκρέσο. Με πρωτοβουλία του βουλευτή Τσακ Φλάισμαν, προβλέφθηκε χρηματοδότηση ύψους περίπου 2 εκατομμυρίων δολαρίων για τα πρώτα βήματα, μέσα από το νομοσχέδιο για την ενέργεια και τους υδάτινους πόρους, το οποίο εντάχθηκε σε ευρύτερο πακέτο προϋπολογισμού και εγκρίθηκε με ευρεία πλειοψηφία και από τα δύο σώματα. Το υπουργείο Ενέργειας των ΗΠΑ έχει ήδη έρθει σε επαφή με το Rice University, καθώς τα κονδύλια θα πρέπει να αρχίσουν να εκταμιεύονται μέχρι τον Σεπτέμβριο.

Στην πράξη, στόχος είναι το κέντρο να λειτουργήσει ως κόμβος συντονισμού για έργα που μέχρι σήμερα εξελίσσονται ασύνδετα, όπως LNG, διασυνδέσεις και ενεργειακοί διάδρομοι, αποκτώντας μια κοινή στρατηγική κατεύθυνση και εδραιώνοντας παράλληλα μια πιο σταθερή αμερικανική παρουσία στην περιοχή.

Πλέον το επόμενο διάστημα παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον για την ελληνική ενεργειακή διπλωματία. Με φόντο τη συνεδρίαση του σχήματος 3+1 (Ελλάδα, Κύπρος, Ισραήλ και ΗΠΑ) για πρώτη φορά σε επίπεδο υπουργών Ενέργειας στις ΗΠΑ, το ερώτημα για την Ελλάδα στο CERAWeek δεν είναι αν έχει θέση στον ενεργειακό χάρτη. Είναι αν ο χρόνος θα επιτρέψει σε αυτόν τον σχεδιασμό να ωριμάσει πριν αλλάξει ξανά ένα όλο και πιο απρόβλεπτο τοπίο.