«Η πλατεία είναι γεμάτη ημέρες τώρα». Με αυτή τη φράση περιέγραφε «ΤΟ ΒΗΜΑ» της 5ης Ιουνίου 2011 την εικόνα που είχε ήδη αρχίσει να διαμορφώνεται στο Σύνταγμα. Ο «Μάης της Αθήνας», όπως έσπευσαν αρκετοί να βαφτίσουν τις συγκεντρώσεις των «Αγανακτισμένων», είχε γίνει πλέον Ιούνης και η πλατεία έδειχνε ότι δεν επρόκειτο να αδειάσει σύντομα.
Ήταν η άνοιξη του 2011 όταν η οικονομική κρίση είχε ήδη αλλάξει βίαια την καθημερινότητα. Το Μνημόνιο είχε γίνει η λέξη που χώριζε την πολιτική ζωή στα δύο και η σχέση πολιτών – κομμάτων έμοιαζε πιο φθαρμένη από ποτέ.

«ΤΑ ΝΕΑ», 27.6.2011, Ιστορικό Αρχείο «ΤΟ ΒΗΜΑ» | «ΤΑ ΝΕΑ»
Το ρεπορτάζ της 5ης Ιουνίου κατέγραφε την εικόνα της πλατείας:
«Πέρα από το, μάλλον αναπόφευκτο, “λιβάνισμα” τηλεοπτικών καναλιών, sites και εφημερίδων για την πραγματική λαοθάλασσα των πρώτων ημερών, γεγονός πρωτόγνωρο για τον “καναπεδάτο” ως πρόσφατα μέσο Ελληνα, στο Σύνταγμα διαμορφώθηκαν δύο… πόστα.
»Οι πάνω και οι κάτω, με τους – πιο πολλούς – “ανένταχτους αγανακτισμένους” κάπου στη μέση», σημείωνε ο Δ. Χαραλάμπους.
Η γεωγραφία της πλατείας
Η γεωγραφική κατανομή του κόσμου θα γινόταν πολιτικό κλειδί για την κατανόηση του φαινομένου:
«Στα “ορεινά” της πλατείας, μπροστά από το Μνημείο του Αγνώστου Στρατιώτη, ως άλλοι θεματοφύλακες βωμών και εστιών ξεχωρίζουν ξυρισμένα κεφάλια, μπράτσα με γαλανόλευκα τατουάζ, “απολιτίκ” πιτσιρικαρία βγαλμένη από το γήπεδο, και, όταν η συγκέντρωση μεγεθύνεται, ελληνικές σημαίες. Είναι το αποκαλούμενο «πατριωτικό» κομμάτι των αγανακτισμένων, που πλην της Χρυσής Αυγής – η οποία δεν συμμετέχει, καθώς χαρακτήρισε “καρναβάλι προοδευτικών” το Σύνταγμα – περιλαμβάνει καθέναν ο οποίος ακόμη εμπνέεται από συνθήματα τύπου “η Ελλάδα ανήκει στους Ελληνες” και εκτιμά ότι η παρουσία του ΔΝΤ εμπίπτει σε θεωρίες συνωμοσίας. Η συνθηματολογία… μπερδεύει. Στιχάκια για ασπίδες, “ή ταν ή επί τας”, ρυθμικά “Ελλάς-Ελλάς” αλλά και… “Σώπα όπου να ‘ναι θα σημάνουν οι καμπάνες” ή και κάλεσμα για ανυπακοή, τα οποία μόνο σε οπαδούς δεξιότερους της Δεξιάς δεν ταιριάζουν».
Στο κάτω μέρος της πλατείας, γύρω από το σιντριβάνι, η εικόνα ήταν διαφορετική:
«Οργανωμένα και μη σχήματα της Αριστεράς – πλην ΚΚΕ. Άνθρωποι από τον ΣΥΡΙΖΑ, την ΑΝΤΑΡΣΥΑ, αναρχικοί της Αντιεξουσιαστικής Κίνησης (Α/Κ) και λοιπών ομάδων, φοιτητές, συνδικαλιστές, δημοσιογράφοι, διανοούμενοι, αλλά και περαστικοί που είδαν “ψωμί” (πολιτικό) και έμειναν, που βρήκαν νόημα και συμμετέχουν, άφησαν τις κομματικές ταυτότητες στο σπίτι και τις, πολλές μεταξύ τους, αντιθέσεις και οργανώνονται […]
»Γύρω από το σιντριβάνι εκτείνονται οι ομάδες οργάνωσης. Από τομείς σίτισης, καθαριότητας, νομικής υποστήριξης ως ιατρεία, επιτροπή λογιστικού ελέγχου, μεταφράσεις αλλά και ομάδα περιφρούρησης. Πολιτικοποίηση του αγώνα αλλά και χάπενινγκ. Για την Κυριακή είναι προγραμματισμένες εκδηλώσεις παιδικού θεάτρου, μαθήματα… τάι-τσι, “κηδεία” της τρόικας και του μνημονίου, καθώς και συναυλίες κρουστών.
Οι «ανώνυμοι αγανακτισμένοι»
Ανάμεσα στα δύο άκρα στεκόταν ο κύριος όγκος των συγκεντρωμένων:
«Μεταξύ Μνημείου και σκάλας που οδηγεί στην πλατεία στέκονται οι “κατσαρόλες”. Είναι οι “νοικοκυραίοι”, ο αποκαλούμενος “μέσος Ελληνας”, αυτός τελικά που με την παρουσία του γιγαντώνει κάθε φορά ταμεγέθη της διαδήλωσης».
Εκεί βρισκόταν και η ουσία της κινητοποίησης:
«Oι “ανώνυμοι αγανακτισμένοι”, πρόσωπα που ποτέ ως σήμερα δεν είχαν κατέβει σε κινητοποιήσεις, σηκώθηκαν από τον καναπέ, έκλεισαν την τηλεόραση και ήρθαν στο Σύνταγμα να γίνουν εκείνα θέμα».
Αυτή η εικόνα, το «πάνω», το «κάτω» και η μεγάλη ενδιάμεση ζώνη των ανένταχτων, θα απασχολούσε έντονα τις πολιτικές αναλύσεις των επόμενων ημερών. Γιατί το Σύνταγμα δεν ήταν μία ενιαία διαμαρτυρία με κοινή πολιτική γλώσσα. Συνυπήρχαν πατριωτικές κορώνες, αμεσοδημοκρατικές συνελεύσεις, οικογένειες, φοιτητές, εργαζόμενοι, άνεργοι, δημόσιοι υπάλληλοι και πολίτες που δεν είχαν σαφές σχέδιο για το αύριο, αλλά πίστευαν βαθιά ότι το πολιτικό σήμερα είχε χρεοκοπήσει.
«Πού οδηγεί η αγανάκτηση;»
Μια εβδομάδα αργότερα, «TO BHMА» της 12ης Ιουνίου 2011 επιχειρεί την ερμηνεία της κινητοποίησης:
Ο Αλέξης Καλοκαιρινός σημείωνε:
«Οι συγκεντρώσεις των “Αγανακτισμένων” στο Σύνταγμα διαρκούν ήδη περισσότερο από δύο εβδομάδες. Πρόκειται ασφαλώς για ένα καινούργιοπολιτικό φαινόμενο αφού οτιδήποτε εκτυλίσσεται στον δημόσιο χώρο και αφορά τα δημόσια πράγματα είναι από τη φύση του πολιτικό».
Έθετε όμως, ένα πιο καίριο ερώτημα:
«Πρόκειται για συνολική αμφισβήτηση του υπάρχοντος πολιτικού συστήματος και προς ποια κατεύθυνση; Δεν είναι λίγοι αυτοί που εκφράζουν τον σκεπτικισμό τους. Κάποιοι μάλιστα δε διστάζουν να μιλήσουν για μια αντικοινοβουλευτική χροιά που αναδύεται μέσα από συνθήματα και συμπεριφορές. Αλλοι είναι περισσότερο αισιόδοξοι και ασφαλώς πιο θετικά διακείμενοι».
Κρίση αντιπροσώπευσης
Το φαινόμενο του Συντάγματος αποτύπωνε, τότε, την ανάγκη μιας κοινωνίας να κατέβει στον δρόμο, ως σύμπτωμα μιας βαθύτερης κρίσης αντιπροσώπευσης:
«Η σχέση εξάρτησης και χειραγώγησης της κοινωνίας από την πολιτική τάξη στη μεταπολιτευτική περίοδο έχει συζητηθεί επαρκώς. Αυτής της σχέσης τη διάρρηξη ζούμε σήμερα. Οπως φαίνεται, οι ιθύνοντες πολιτικοί δεν είναι πια σε θέση να την εξυπηρετήσουν, αλλά βρίσκονται σε αδυναμία και να την αντικαταστήσουν».
Από τη μία πλευρά, το πολιτικό σύστημα εμφανιζόταν ανήμπορο να πείσει. Από την άλλη, η κοινωνία που συγκεντρωνόταν στην πλατεία δεν είχε ακόμη αποκτήσει σταθερή μορφή .
«Αν αυτή η κοινωνία των βαθιών διαιρέσεων, των συμφερόντων που διευθετήθηκαν περιστασιακά από την πολιτική εξουσία, συγκλίνει σήμερα στο Σύνταγμα, δεν μπορεί αυτόματα να σχηματίσει “κίνημα”. Περισσότερο, συνιστά κοινωνικό φαινόμενο, του οποίου ο πολιτικός αντίκτυπος δεν έχει ακόμη γίνει πραγματικά αισθητός».
Η ελληνική ιδιομορφία
Η σύγκριση με την Ισπανία ήταν αναπόφευκτη. Οι Έλληνες «Αγανακτισμένοι» είχαν εμπνευστεί από τους Indignados της Πουέρτα ντελ Σολ. Όμως το ελληνικό φαινόμενο είχε τη δική του ιδιομορφία:
«Στην Πουέρτα ντελ Σολ, τη μήτρα και μαμή του Συντάγματος, ακουγόταν δυνατά το αίτημα για νέες θέσεις εργασίας στον ιδιωτικό τομέα, μέσα από την ώθηση της επιχειρηματικότητας […]
»Εθνικιστές, αριστεροί και κοψοχέρηδες των κομμάτων εξουσίας αναθεματίζουν το πολιτικό σύστημα και τους εκφραστές του, για τους οποίους πίστευαν (και πιστεύουν ακόμη!) ότι τους εξασφάλιζαν μια πιο ήσυχη και αξιοπρεπέστερη ζωή».

«ΤΟ ΒΗΜΑ», 24.5.2011, Ιστορικό Αρχείο «ΤΟ ΒΗΜΑ» | «ΤΑ ΝΕΑ»
Αυτή ακριβώς η πολυφωνία για κάποιους ήταν «κίνημα» διακηρυγμένα ειρηνικό. Για άλλους ήταν σύγχυση. Η αγανάκτηση ήταν κοινή, ωστόσο, οι πολιτικές αφετηρίες και οι προσδοκίες παρέμεναν διαφορετικές.
Οι «φυλές» των διαμαρτυρομένων
Την ίδια ημέρα, στο ίδιο φύλλο, η Βασιλική Γεωργιάδου επιχειρούσε να χαρτογραφήσει αυτό το ετερόκλητο πλήθος:
«Δεν είναι μόνο το εντυπωσιακό συμβάν των επί αρκετές ημέρες επαναλαμβανόμενων μαζικών συγκεντρώσεων σε Αθήνα, Θεσσαλονίκη και άλλες πόλεις της χώρας, αλλά είναι κυρίως οι δυσκολίες αποκωδικοποίησης […]
»Παρ’ ότι πολλοί κάνουν λόγο για “κίνημα των Αγανακτισμένων”, αυτό που μέχρι στιγμής έχει παρουσιαστεί είναι μια αυθόρμητη και δυναμική κοινωνική κινητοποίηση».
Όπως σημείωνε στο δημοσίευμα, για να μετατραπεί σε κίνημα, χρειαζόταν διάρκεια, στόχοι και ανάδειξη ηγετικών φυσιογνωμιών και διατύπωση κάποιων – ρευστών έστω – κοινών κοινωνικών στόχων, στοιχεία που τότε δεν είχαν ακόμη διαμορφωθεί.
Η Γεωργιάδου τοποθετεί την έκρηξη του 2011 σε μια μακρύτερη διαδρομή πολιτικής δυσπιστίας:
«Παρ’ ότι η μαζική κινητοποίηση των πολιτών ήταν ξαφνική, η στάση της πολιτικής διαμαρτυρίας είναι ενδιάθετη από παλιά. Αρχίζει να καταγράφεται εμπειρικά από τη δεκαετία του 1980, καθώς από τότε η αποξένωση των πολιτών από τους πολιτικούς και τα κόμματα και η έλλειψη ικανοποίησης από τη λειτουργία της δημοκρατίας υπήρξαν μια διακριτή τάση στο εκλογικό σώμα».
Το ετερόκλητο πλήθος
Το νέο στοιχείο ήταν ότι, μέσα στην κρίση, άνθρωποι με πολύ διαφορετικές κοινωνικές και πολιτικές διαδρομές συναντήθηκαν στον ίδιο χώρο:
«Ατομα διαφορετικά μεταξύ τους στην ηλικία, στο εκπαιδευτικό/μορφωτικό επίπεδο, στο επίπεδο κοινωνικής επισφάλειας, στον βαθμό πολιτικοποίησης, στο ιδεολογικό υπόβαθρο εμφανίζουν πολλά κοινά σημεία στον τρόπο που εκφράζουν τη διαμαρτυρία τους.
»Για να διατυπώσουμε το παραπάνω με βάση την πολιτική γεωγραφία της πλατείας Συντάγματος: γύρω από το κέντρο της πλατείας, όπου διεξάγεται η προσομοίωση μιας λαϊκής συνέλευσης, είναι συγκεντρωμένες οι «φυλές» των διαμαρτυρομένων».
Οι «φυλές» αυτές είχαν διαφορές, αλλά τις ένωνε η δυσθυμία απέναντι στα κόμματα και τους πολιτικούς.
Το ερώτημα, ωστόσο, παρέμενε ανοιχτό: προς τα πού θα οδηγούσε αυτή η δυσθυμία; Η Γεωργιάδου έβλεπε δύο πιθανές κατευθύνσεις. Από τη μία, «έναν ιδιότυπο διαβουλευτικό ακτιβισμό», δηλαδή τους «Αγανακτισμένους» των λαϊκών συνελεύσεων. Από την άλλη, «έναν εθνικολαϊκιστικό ριζοσπαστισμό», όσους εκτονώνονταν «με τη δυναμική εκφορά ενός ακραίου πολιτικο-γηπεδικού λόγου».
Η μεταξύ τους σχέση θα έκρινε πολλά. «Μέχρι στιγμής οι μεν κάνουν πως δεν βλέπουν τους δε». Αν επικρατούσε η αμοιβαία ανοχή ή η συμπόρευση, αυτό θα μπορούσε να τροφοδοτήσει «τον ριζοσπαστικό αντικοινοβουλευτισμό». Αν, αντίθετα, γινόταν διάκριση ανάμεσα στα διαφορετικά ρεύματα, θα μπορούσε να αναδειχθεί ένας πιο ορθολογικός πολιτικός προσανατολισμός.
Δεκαπέντε χρόνια μετά, η καταγραφή του κλίματος στο Σύνταγμα αποκαλύπτει και την αμηχανία μιας κοινωνίας και ενός πολιτικού συστήματος μπροστά σε κάτι που δεν χωρούσε στις γνωστές κατηγορίες. Ήταν κίνημα ή ξέσπασμα; Δημοκρατική αφύπνιση ή αντικοινοβουλευτική εκτροπή; Πολιτική ανανέωση ή προμήνυμα βαθύτερης πόλωσης;
Το 2011, κανείς δεν μπορούσε να απαντήσει με βεβαιότητα. Αυτό που μπορούσε να διακρίνει κανείς ήταν η ένταση της ρήξης.
Το βασικό ερώτημα του 2011 «πού οδηγεί η αγανάκτηση;» – παραμένει διαχρονικό. Καθώς η ίδια η πολιτική συνθήκη είναι εκείνη που γεννά συνεχώς τέτοιες κοινωνικές εκρήξεις και μετατρέπει τη συσσωρευμένη δυσαρέσκεια σε έκρηξη στον δημόσιο χώρο.







