Η δημόσια παρέμβαση της Λάουρα Κοβέσι, που προκάλεσε ισχυρές πολιτικές αναταράξεις και σχολιάστηκε ποικιλοτρόπως, άφησε πίσω της σημαντικά θέματα που αφορούν τόσο τις ίδιες τις έρευνες για διασπάθιση κοινοτικών πόρων που διενεργούνται από το ελληνικό κλιμάκιο της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας, όσο και το ανοικτό θέμα της ανανέωσης της θητείας ευρωπαίων εισαγγελέων από τον Αρειο Πάγο.

Η επικεφαλής της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας υπερασπίστηκε το έργο του ελληνικού κλιμακίου και ζήτησε σαφώς την ανανέωση της θητείας των ελλήνων ευρωπαίων εισαγγελέων και από τον Αρειο Πάγο, ενώ άφησε ανοικτό το θέμα προσφυγής στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο αν ο Αρειος Πάγος δεν συμφωνήσει με την ανανέωση της θητείας τους, την οποία η ίδια από καιρό έχει αποφασίσει.

Η κυρία Κοβέσι, που είχε συνάντηση και με τον υπουργό Δικαιοσύνης Γιώργο Φλωρίδη, δεν αμφισβήτησε την αρμοδιότητα του Αρείου Πάγου να έχει θέση για την ανανέωση της θητείας των τριών (Πόπης Παπανδρέου, Χαρίκλειας Θάνου και Διονύση Μουζάκη), αλλά υπήρξε σταθερή στη άποψη ότι η συνέχιση της παρουσίας τους στην Ευρωπαϊκή Εισαγγελία είναι απαραίτητη.

Εν αναμονή του ΑΠ

Δεν είναι τυχαίο ότι μιλώντας στο Φόρουμ των Δελφών αναρωτήθηκε: «Ποιος άλλωστε θα είχε συμφέρον να μην ανανεωθεί η θητεία εισαγγελέων που έχουν κάνει τόσο καλή δουλειά», ενώ δήλωσε ότι πιστεύει πως το ελληνικό Ανώτατο Δικαστήριο «θα πράξει σωστά».

Η παρουσία Κοβέσι και τα όσα δημόσια είπε για τις πρακτικές παράνομης δράσης και από πολιτικά πρόσωπα, εξ αφορμής της έρευνας για τον ΟΠΕΚΕΠΕ, καθώς μίλησε για σειρά ποινικών αδικημάτων, μεταξύ άλλων και για «εμπόριο επιρροής», υπήρξαν ράπισμα για τους κυβερνητικούς ισχυρισμούς ότι δεν μπορεί να αποτελούν ποινικό αδίκημα οι συνομιλίες βουλευτών και τα ρουσφέτια.

Η επικεφαλής της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας με τη συμφωνία της στο αίτημα του Πρωθυπουργού για επίσπευση των ερευνών για τους 11, για τους οποίους η ασυλία ήρθη, καθώς και για τη νομοθετική πρωτοβουλία Φλωρίδη για επίσπευση των σχετικών διαδικασιών, αφαίρεσε επιχειρήματα που κυριάρχησαν αυτές τις ημέρες ότι στις προθέσεις της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας είναι η ομηρεία κυβερνητικών βουλευτών.

Ωστόσο, το γεγονός ότι μίλησε ανοικτά για διάφορα θέματα πολιτικής δράσης, αν και κατέχει εισαγγελική ιδιότητα και συγκεκριμένες έρευνες είναι σε εξέλιξη, προκάλεσε επικρίσεις για υπέρβαση αρμοδιότητας, επικρίσεις που διατυπώθηκαν από κυβερνητικά στελέχη στα οποία η ίδια όταν ρωτήθηκε δήλωσε δηκτικά: «Δεν σχολιάζω δηλώσεις πολιτικών».

Μετά τη δημόσια παρουσία Κοβέσι, την άρση της ασυλίας των 11 βουλευτών και πρώην υπουργών της ΝΔ, αλλά και το οξυμένο πολιτικό κλίμα που έχει δημιουργηθεί σχετικά με τις πολιτικές απολήξεις της δράσης του ελληνικού κλιμακίου της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας, η επικείμενη κρίση του Αρείου Πάγου για την ανανέωση ή μη της θητείας των  τριών εισαγγελέων αναμένεται με εξαιρετικό ενδιαφέρον.

Πέραν της αξίωσης Κοβέσι για ανανέωση της θητείας τους, ο Ευάγγελος Βενιζέλος συμφώνησε με την αρμοδιότητα του Αρείου Πάγου να επιληφθεί, αλλά μιλώντας από πολιτικής πλευράς (στο Φόρουμ των Δελφών) και αυτός κατέληξε στο συμπέρασμα πως το ανώτατο δικαστήριο μετά τις επιθέσεις κυβερνητικών παραγόντων κατά της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας βρίσκεται σε αδιέξοδο και δεν έχει καμία άλλη δυνατότητα καθώς «καθίσταται υποχρεωτική η ανανέωση της θητείας των εν λόγω εισαγγελικών λειτουργών» όπως τόνισε.

Τι γίνεται όμως από δικαστικής πλευράς, πέραν των δηλώσεων με επικρίσεις, ορισμένες από τις οποίες αγγίζουν τα όρια της ακρότητας κατά της Λάουρα Κοβέσι, έτσι όπως διατυπώθηκαν δημόσια από κυβερνητικούς βουλευτές;

H δημόσια τοποθέτησή της, σύμφωνα με πληροφορίες του «Βήματος» από δικαστικές πηγές, αντιμετωπίζεται από δικαστικούς παράγοντες με επιφύλαξη, καθώς, όπως τόνιζαν, «ο Αρειος Πάγος θα μιλήσει με την απόφαση του Ανωτάτου Δικαστικού Συμβουλίου, δεν πρόκειται να υπάρξει σχόλιο επί των δηλώσεων της κυρίας Κοβέσι».

Ωστόσο στον Αρειο Πάγο ήδη βρίσκονται σε πλήρη εξέλιξη διεργασίες για την επικείμενη απόφαση, διεργασίες που «πατάνε» σε δύο άξονες, όπως δήλωναν αρμόδιες πηγές στο «Βήμα» και οι οποίες θα καθορίσουν και την απόφασή του για την ανανέωση ή μη της θητείας των τριών εισαγγελικών λειτουργών, δύο από τους οποίους έχουν υπογράψει και τα αιτήματα για άρση ασυλίας των κυβερνητικών βουλευτών και πρώην υπουργών.

Οπως τόνιζαν οι ίδιες πηγές οι άξονες αυτοί «είναι, πρώτον, η ενίσχυση του θεσμού της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας, θεσμού νεοσύστατου που διαθέτει εκ των πραγμάτων θέματα προς επίλυση, και επιπλέον η αυτονόητη στήριξη του κύρους του ανωτάτου δικαστηρίου» το οποίο, όπως σημείωναν, «διαθέτει παρουσία περίπου δύο αιώνων».

Και πάμε τώρα στο πότε το Ανώτατο Δικαστικό Συμβούλιο του Αρείου Πάγου, αποτελούμενο από την ηγεσία της Δικαιοσύνης, Πρόεδρο του Αρείου Πάγου Αναστασία Παπαδοπούλου και τον Εισαγγελέα Κων. Τζαβέλα και άλλα 13 μέλη ανώτατους δικαστικούς που έχουν τοποθετηθεί με κλήρωση, θα αποφασίσει τι θα γίνει με τη θητεία των τριών.

Πληροφορίες αναφέρουν πως μέσα στον Μάιο θα κριθεί το θέμα, θέμα το οποίο ανάλογα με την απόφαση που θα ληφθεί μπορεί να πυροδοτήσει πολιτικές αντιδράσεις και να προκαλέσει πολιτικές συνέπειες, επιβαρύνοντας το ήδη βεβαρημένο πολιτικό κλίμα για την κυβέρνηση, που βρίσκεται στο επίκεντρο διευρυμένης κριτικής για σκάνδαλα και υποθέσεις διαχείρισης του δημοσίου χρήματος.

Οι δικογραφίες

Τώρα σε ό,τι αφορά τη διαχείριση των δικογραφιών για τους 11, πληροφορίες αναφέρουν πως θα τεθούν σε άμεση προτεραιότητα μετά την άρση της ασυλίας τους από το ελληνικό κλιμάκιο της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας ενώ η νομοθετική πρωτοβουλία της κυβέρνησης για επίσπευση των διαδικασιών θα κατατεθεί προς ψήφιση στη Βουλή άμεσα το προσεχές 15ήμερο.

Σε ό,τι αφορά τις δικογραφίες για τους δύο βουλευτές της ΝΔ, Χαρ. Αθανασίου και Τάσο Χατζηβασιλείου, που είναι στην αρμοδιότητα για νομικούς λόγους εθνικών εισαγγελέων, και αυτές θα τεθούν σε αξιολόγηση κατά απόλυτη προτεραιότητα.

Πάντως, σε ό,τι αφορά ορισμένες δικογραφίες από τις 13 συνολικά που δεν διαθέτουν επιβαρυντικά στοιχεία, διατυπώνεται από δικαστικής πλευράς κριτική για την αποστολή τους στη Βουλή με το επιχείρημα πως για τις άρσεις ασυλίας είναι προϋπόθεση η ποινική αξιολόγηση των δεδομένων πριν τα σχετικά αιτήματα φθάσουν στη Βουλή και προς τούτο γίνεται επίκληση του δικαστικού προηγούμενου με τους βουλευτές της Χρυσής Αυγής.

Ωστόσο από την πλευρά της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας αντιτείνεται ότι χωρίς την άρση ασυλίας δεν μπορούσαν οι ελεγχόμενοι βουλευτές να κληθούν σε εξηγήσεις.