Ανοιξη ή βαρυχειμωνιά;
Οι πάνω από χίλιες παραστάσεις τη σεζόν είναι δηλωτικές της «άνοιξης του ελληνικού θεάτρου», ή μήπως μιας επερχόμενης «βαρυχειμωνιάς», ειδικά όταν δεν πληρούνται στοιχειώδεις επαγγελματικές και καλλιτεχνικές προϋποθέσεις;
Η πληθώρα των θεατρικών παραγωγών της πρωτεύουσας σε ποιους και πόσους θεατές απευθύνεται; Γιατί, ακόμα και αν βλέπει κανείς επτά παραστάσεις την εβδομάδα επί δώδεκα μήνες, ήτοι 336 παραστάσεις τη σεζόν, καλύπτει μόνο το 1/4 της υπερμεγέθους παραγωγής της αθηναϊκής, κυρίως, σκηνής.
Επίσης, με ποια – καλλιτεχνική ή προγραμματική – λογική ανεβαίνουν παραστάσεις για δύο εβδομάδες ή για έναν μήνα, μέσα σε ένα πλαίσιο εκατοντάδων επιλογών, όταν μία παραγωγή χρειάζεται περίπου δύο εβδομάδες για να «δέσει και να ρολάρει» και άλλες τόσες για να αρχίσει να κυκλοφορεί, αν αξίζει, ανάμεσα στις προτάσεις θεατρόφιλων και κριτικών ή δημοσιογράφων;
Ασουάντ σε διπλό ταμπλό
Μια τέτοια – βραχύβια – παραγωγή, με έξι μόνο παραστάσεις, ήταν η εξαιρετική, παρά την πλαδαρή δραματουργική επεξεργασία, «Γιοζεφίνε η αοιδός ή Ο λαός των ποντικιών», βασισμένη στο ομώνυμο διήγημα του Φραντς Κάφκα, στην Εναλλακτική Σκηνή της Εθνικής Λυρικής Σκηνής.
Είναι πράγματι κρίμα που αυτή η άρτια – σε επίπεδο σκηνοθετικής σύλληψης – παράσταση του Σάββα Στρούμπου δεν είχε, δεν της παρασχέθηκε για την ακρίβεια, το χρονικό περιθώριο να βρει το κοινό της.
Ας μνημονευτούν εδώ, λοιπόν, η πολυδαίδαλη μουσική σύνθεση του Χαράλαμπου Γωγιού, τα ευφάνταστα «ποντικίσια» κοστούμια και το δυστοπικό σκηνικό της Κατερίνας Παπαγεωργίου, καθώς και οι εξαιρετικές ερμηνείες του συνόλου της διανομής, της Εβελυν Ασουάντ, της Ελπινίκης Μαραπίδη, της Ρόζυς Μονάκη και του Σταύρου Παπαδόπουλου. Η Ασουάντ, η οποία φέτος καταπλήσσει σε διπλό και διαφορετικό ταμπλό: στο λαμπερό υπερθέαμα «Astoria» στο Παλλάς και στην αλληγορική, μικρής κλίμακας, «Γιοζεφίνε» στην ΕΛΣ.
Vintage παράσταση
Γραφομηχανές, τηλέφωνα με καντράν, ταχυδρομικές παραγγελίες. Από τη Νέα Υόρκη του 1960, «Οι δακτυλογράφοι» του Μάρεϊ Σίζγκαλ ζουν τις ματαιωμένες επιθυμίες και τα ανεκπλήρωτα όνειρά τους στην Αθήνα του 2025, στο ΠΛΥΦΑ, σε σκηνοθεσία Νάγιας Μητσάκου.
Ο Πολ Κάνιγχαμ (Γιάννης Λιόκαρης) και η Σύλβια Πέιτον (Σμαράγδα Κάκκινου), παραδομένοι στον αγώνα για την επιβίωση, παρατηρητές και όχι ενεργά υποκείμενα της ζωής τους, χρόνο με τον χρόνο, χάνουν τη νεανική τους ικμάδα, τους καταπίνει η ασφάλεια της συνήθειας και καταλήγουν σκιές του εαυτού τους. Μια χαμηλών τόνων, τρυφερή παράσταση για όσα σημαντικά εκχωρούμε όλοι μας στο αμείλικτο πέρασμα του χρόνου.



