Η μαθήτρια επιστρέφει στο Υπόγειο του Θεάτρου Τέχνης. Η Κάτια Δανδουλάκη ερμηνεύει την Αλίνα Σόλνες στο κορυφαίο έργο του Ερρίκου Ιψεν και θυμάται τα πρώτα της βήματα δίπλα στον μεγάλο δάσκαλο, τον Κάρολο Κουν.

Γιατί αυτή η παράσταση, σε σκηνοθεσία Κωνσταντίνου Ασπιώτη, της προσφέρει κάτι σημαντικό: Μια συνεργασία με νέους ανθρώπους σε έναν χώρο που κουβαλά μνήμες παρελθόντος.

Πρόκληση για εσάς αυτή η παράσταση;

«Από την αρχή, πριν καν ολοκληρώσει την πρότασή του ο Κωνσταντίνος Ασπιώτης, είπα “ναι”, χωρίς καν να σκεφτώ. Τέτοια ήταν η χαρά μου, σαν δώρο στην ψυχή μου. Δεν σκέφτηκα αν συνδυάζονται οι χρόνοι μου, τίποτα. Γνωρίζω τον Κωνσταντίνο και σαν σκηνοθέτη και σαν ηθοποιό. Είναι σκηνοθέτης της ουσίας, όχι του εντυπωσιασμού, και αυτό με συγκινεί. Μαζί με τον Θόδωρο Γράμψα, έμπειρο δάσκαλο που φέρνει με τους μαθητές του όλη τη σχολή του Κουν και τη δική του, όλο αυτό με συναρπάζει. Εχω το σύνδρομο της αιώνιας μαθήτριας και αυτή η πρόταση από νέο σκηνοθέτη, με νέα παιδιά και τον Γράμψα-Αρχιμάστορα, μου θυμίζει όλη την πορεία μου στο Θέατρο Τέχνης – τα όνειρα, τις αρχές που πήρα, τη συγκίνηση. Εκεί ήταν η αφετηρία μου, εκεί γνώρισα τι σημαίνει υποκριτική, τι σημαίνει θαυμάζω το θέατρο, εκεί γνώρισα τον Μάριο – μας δίδασκε Ιστορία Θεάτρου –, εκεί αποφοίτησα, εκεί έπαιξα. Ηθελα να τα ξαναφρεσκάρω μέσα μου, για να επιχειρήσω πάλι σαν μαθήτρια, με απόλυτη ευγνωμοσύνη για την πρόταση και με σεβασμό. Μια μαθήτρια όπως όλοι οι άλλοι – τεράστια χαρά».

Διατηρείτε πάντα το «μαθήτρια». Συστατικό της επιτυχίας σας;

«Νομίζω ναι. Γιατί ποτέ δεν πίστεψα ότι τα ξέρω όλα. Ηθελα πάντα να κάνω κάτι και να κερδίζω κάτι. Και έχω κερδίσει πολλά, από τους μεγάλους σκηνοθέτες που συνεργάστηκα, από τη μεγάλη φρεσκάδα της νέας γενιάς. Πιστεύω πολύ στο νέο δυναμικό, αυτό προχωράει το θέατρο, όπως πιστεύω και στους ταμένους ανθρώπους του θεάτρου. Δεν πιστεύω σε αυτούς που έρχονται σαν μέλισσες. Το θέατρο είναι μια πονεμένη ιστορία. Τα παιδιά που έχουν σπουδάσει στις καλές σχολές και πιστεύουν φανατικά στο όνειρο του θεάτρου με αυτόν τον τρόπο εμένα με προχωράει, μου ανανεώνει τη λαχτάρα, όπως όταν πρωτομπήκα στη σχολή».

Στο Θέατρο Τέχνης μάθατε θέατρο;

«Την ψυχή την πήρα από τον Κουν, την τεχνική από την άλλη σχολή, στο εξωτερικό. Και τώρα παίρνω τη ζωντάνια των νέων».

Επικοινωνείτε με τους νέους και εκείνοι μαζί σας;

«Αυτό ήταν και είναι η περιουσία μου. Οτι έρχονται νέοι άνθρωποι και μου προτείνουν κάτι. Τότε λέω “κάτι κατάφερα”. Δηλαδή ότι μιλάω σε βεληνεκές και νέων – νέων σε ηλικία και νέων σε μεγαλύτερη ηλικία. Μόνο με το καινούργιο δεν μπορείς να προχωρήσεις, ούτε μόνο με το παλιό. Το ένα ολοκληρώνει το άλλο. Κι αυτό ισχύει παντού, και στην πολιτική. Ο νέος θα δώσει πράγματα αλλά η ολοκλήρωση γίνεται όταν πάρει και τις αποσκευές της κληρονομιάς, κάποιες σοφίες. Ο,τι διαρκεί είναι σοφία και πρέπει να το κρατάμε».

Δεν μείνατε όμως στο Τέχνης.

«Επαιξα ως μαθήτρια στους “Πέρσες”, στον “Θάνατο του Μαρά” (Ηρώδειο – Υπόγειο) με τον Κουν. Οταν τέλειωσα τη σχολή, ρώτησα τον Κουν αν υπάρχει περίπτωση να με χρησιμοποιήσει τις επόμενες χρονιές. Και μου είπε την τόσο καθαρή αλήθεια: “Παιδί μου, αυτή τη στιγμή δεν έχω κάτι στο μυαλό μου. Είσαι κι ένα πλάσμα που δεν ξέρω και πώς να σε χρησιμοποιήσω”. Ημουν και δύο μέτρα. Τότε του είπα πως επειδή έχω μεγάλη λαχτάρα να ξεκινήσω να δουλεύω, θα πάω και σε μια άλλη σχολή, “και όποτε με χρειαστείτε εδώ θα είμαι”. Και έφυγα για το Λονδίνο».

Τι κρατάτε από τον Κουν;

«Ο Κουν ήταν ένας παθιασμένος άνθρωπος. Αυτά που έλεγαν, ότι πετούσε τα τασάκια στα ταβάνια, τα πετούσε, όχι όμως σε κάποιον συγκεκριμένο. Ηταν τόσο το πάθος του να επικοινωνήσει που μπορούσε να του φύγει το τασάκι στον αέρα. Δεν υπήρχε τίποτα προσωπικό, δεν είχε μικρότητες ο Κουν, ήταν μια μεγάλη ιστορία η ψυχή του και μεγάλος ο ίδιος, μια εποχή ολόκληρη. Είδες τι μεγάλο πράγμα άφησε… Το πιο βασικό που κρατάω είναι ότι κάνουμε θέατρο για την ψυχή μας, όπως και όλη την εκκίνηση της αλήθειας. Ο Κουν δεν άντεχε το ψεύτικο, το “παριστάνω κάτι”. Επίσης, όταν έκανε τα αριστουργήματά του, “Πέρσες” – “Ορνιθες”, στην Επίδαυρο, στο μεγάλο θέατρο, τη μεγάλη χειρονομία, αυτό το άπλωμα στους χιλιάδες θεατές, αυτή την υπέρβαση του λόγου, έμαθα ότι γίνεται με πολύ μεγάλη συγκέντρωση στην ουσία, όχι στο σχήμα – το σχήμα ερχόταν μετά. Γι’ αυτό κι έκανε αυτές τις ιστορικές παραστάσεις που θα μείνουν».

Πάμε στον «Αρχιμάστορα».

«Εμβληματικό έργο. Το είχα δει με τον Χορν. Ηξερα ότι είναι ένας δεύτερος ρόλος η Αλίνα Σόλνες, ούτε που με ένοιαξε. Αυτό που με ένοιαξε ήταν να είμαι εκεί, με αυτούς τους ανθρώπους, με αυτά τα νέα παιδιά».

Ποια είναι η κυρία Σόλνες;

«Είπα, για να δούμε πώς πλέκουμε μια ιστορία σε αυτή τη γυναίκα, πώς αναδεικνύουμε αυτή την προσωπικότητα, την τόσο σιωπηλή, μουντή, κλειδωμένη. Το κλειδί της κυρίας Σόλνες, επειδή ψάχνω πάντα τις κοινές πτυχές που έχω με τον ρόλο για να ξεκινήσω, είναι ότι έχει μια απίστευτη παιδικότητα και τρυφερότητα κρυμμένη, και την αναφέρει μόνο σε μία φράση. Από αυτή τη φράση πιάστηκα. Μια φράση που έχει να κάνει με τις κούκλες της, πώς τους μιλάει. Είναι η συντροφιά της, τα παιδιά της. Από μικρή είχα την επικοινωνία με τις κούκλες, μια επικοινωνία θεατρική. Επικοινωνούσα με τον εαυτό μου και μέσα από τις κούκλες – μιλούσε η κούκλα, μιλούσα εγώ. Ολο αυτό ενέχει παιδικότητα, τρυφερότητα, μια γλύκα που δεν την άφησε ποτέ η κυρία Σόλνες να βγει προς τα έξω, γιατί την πήρε η κάτω βόλτα ενοχών και τύψεων. Λέει κι άλλη μια εξαιρετική φράση: “Κάθε τόσο πρέπει να θυμίζω στον εαυτό μου ότι ο Θεός με τιμώρησε δίκαια γιατί δεν είχα το κουράγιο να αντέξω τη δυστυχία”. Αν έχεις το κουράγιο να την αντέξεις, το ξεπερνάς κιόλας. Αλλιώς σε καταπίνει».

Κόντρα ρόλος δηλαδή;

«Εντελώς. Είναι μια περσόνα κλειδωμένη, εντελώς το αντίθετο από εμένα. Εχει ένα άλλο φως μέσα της που μιλάει στην ψυχή μου. Βλέπω τα νέα παιδιά πώς δουλεύουν με τόση λαχτάρα και τους χρωστάω ευγνωμοσύνη για το φως που μου δίνουν. Με αναζωογονεί. Είμαι ευγνώμων, σε έναν-έναν ξεχωριστά τους ηθοποιούς, στον Κωνσταντίνο, σε όλους τους συντελεστές».

Μετά τον Ιψεν σειρά έχει «Ο Βυσσινόκηπος» του Τσέχοφ, στο θέατρό σας. Επιστροφή στο κλασικό;

«Τώρα έχω μια διάθεση για τα μεγάλα έργα κι εγώ ακολουθώ πάντα την ψυχή μου. Συνεχίζω με τον “Βυσσινόκηπο” την κοινή πορεία που ξεκινήσαμε με τη Σοφία Σπυράτου στον “Αόρατο Επισκέπτη”».

INFO

Μετάφραση: Μάριος Πλωρίτης,

σκηνοθεσία-δραματουργική επεξεργασία: Κωνσταντίνος Ασπιώτης,

σκηνικά – φωτισμοί: Ζωή Μολυβδά-Φαμέλη,

κοστούμια: Ειρήνη Γεωργακίλα, μουσική: Στάμος Σέμσης.

Παίζουν: Κάτια Δανδουλάκη, Θόδωρος Γράμψας, Δημήτρης Δεγαΐτης, Θράσος Σταθόπουλος, Ανια Λεμπεντένκο, Ισιδώρα Δωροπούλου. Από 16 Απριλίου.