Η Τεχνητή Νοημοσύνη μεταβάλλει ήδη ουσιαστικά το πλαίσιο μέσα στο οποίο λαμβάνονται σήμερα οι επενδυτικές αποφάσεις, επιταχύνοντας την ανάλυση δεδομένων, διευρύνοντας τη διαθέσιμη πληροφόρηση και επαναπροσδιορίζοντας τον ρόλο της ανθρώπινης κρίσης. Από την ανάγκη για μεγαλύτερη διαφοροποίηση και χρηματοοικονομικό εγγραμματισμό, έως τις επενδύσεις νέας γενιάς σε ψηφιακές υποδομές και προηγμένα χρηματοοικονομικά εργαλεία, η τεχνολογία επηρεάζει τόσο τις επιλογές χαρτοφυλακίων όσο και τις στρατηγικές επιχειρήσεων και θεσμικών επενδυτών.

Στο πάνελ με θέμα «Επενδύσεις Νέας Γενιάς, AI και η νέα εποχή σε Λογιστική & Χρηματοοικονομική», ο Δημήτρης Τσουκνιδής, Αναπληρωτής Καθηγητής του ΟΠΑ, ο Βαγγέλης Βενιζέλος, Assurance Partner στην PwC, ο Ιωάννης Σαβάδης, Ορκωτός Ελεγκτής Λογιστής και Μέτοχος της ΣΟΛ Crowe, και ο Ιωάννης Λυκούρης, Ιnvestment Manager στην Qatar Investment Authority, συμφώνησαν ότι το κρίσιμο ζητούμενο δεν είναι η αυτοματοποίηση των αποφάσεων, αλλά η ανάπτυξη υβριδικών μοντέλων όπου άνθρωπος και μηχανή συνεργάζονται, βελτιώνοντας την ποιότητα, την ανθεκτικότητα και τη μακροπρόθεσμη αποτελεσματικότητα των επενδυτικών επιλογών.

Η νέα εποχή σε Λογιστική και Χρηματοοικονομική

Του Δημήτρη Τσουκνίδη, Αναπληρωτή Καθηγητή του Τμήματος Λογιστικής και Χρηματοοικονομικής του ΟΠΑ

Σύμφωνα με τα πιο πρόσφατα δεδοµένα του ΟΟΣΑ, τα νοικοκυριά στην Ελλάδα επενδύουν πάνω από το 80% του πλούτου τους σε καταθέσεις και ακίνητα, δηλαδή επιλογές που ερµηνεύονται σε µεγάλο βαθµό ως «χαµηλού ρίσκου». Ενδεικτικά, σύµφωνα µε στοιχεία της Τράπεζας της Ελλάδος, οι συνολικές καταθέσεις του ιδιωτικού τοµέα (νοικοκυριά και επιχειρήσεις) στην Ελλάδα ανήλθαν σε 205,4 δισ. ευρώ τον Αύγουστο του 2025, ενώ σε επίπεδο ΕΕ, η Eurostat καταγράφει ότι τα µετρητά και οι καταθέσεις αποτελούν τη µεγαλύτερη κατηγορία χρηµατοοικονοµικών περιουσιακών στοιχείων σε 13 χώρες της ΕΕ. Ωστόσο, οι καταθέσεις µπορεί να αποφέρουν συχνά αποδόσεις χαµηλότερες του πληθωρισµού, δηλαδή αρνητικές σε πραγµατικούς όρους (µείωση αγοραστικής δύναµης), ενώ τα ακίνητα προσφέρουν αποδόσεις που εξαρτώνται υπερβολικά από µία-δύο πηγές πλούτου µε υψηλό ιδιοσυγκρατικό κίνδυνο. Για την Ελλάδα, ο ΟΟΣΑ, στην έκθεση «OECD Economic Surveys: Greece 2023», υπογραµµίζει τη σηµασία ανάπτυξης εναλλακτικών πηγών χρηµατοδότησης, ενώ στην έκθεση «National Financial Literacy Strategy for Greece» (OECD, 2024) δίνει έµφαση στην ανάγκη για ενίσχυση του χρηµατοοικονοµικού εγγραµµατισµού.

Σε αντίθεση με τα παραπάνω, δύο επιθυμητές ιδιότητες για κάθε επενδυτικό χαρτοφυλάκιο θα ήταν η αύξηση της πιθανότητας επίτευξης θετικής πραγματικής απόδοσης μακροπρόθεσμα και η αύξηση της διαφοροποίησης. Τα διαπραγματεύσιμα αμοιβαία κεφάλαια (Exchange-Traded Funds, ETFs) και οι εναλλακτικές επενδύσεις αποτελούν επιλογές που μπορούν να συμβάλουν στην επίτευξη αυτών των επιθυμητών ιδιοτήτων.

Για παράδειγμα, ένα ETF είναι ένα «καλάθι» περιουσιακών στοιχείων που συνήθως ακολουθεί έναν χρηματιστηριακό δείκτη και διαπραγματεύεται στο χρηματιστήριο. Με ένα μόνο προϊόν, ο επενδυτής μπορεί να αποκτήσει διεθνή διασπορά σε μετοχές ή/και ομόλογα, με χαμηλότερο κόστος και υψηλή ρευστότητα. Οι εναλλακτικές επενδύσεις (π.χ. θέσεις σε παράγωγα εμπορευμάτων, επενδύσεις σε μη εισηγμένες εταιρείες, ή στρατηγικές που δεν στηρίζονται αποκλειστικά στην πορεία των μετοχών) μπορούν να λειτουργήσουν συμπληρωματικά, επειδή συχνά αντιδρούν διαφορετικά από ό,τι οι παραδοσιακές επενδύσεις σε μεταβολές του πληθωρισμού και των επιτοκίων. Φυσικά, δεν είναι «εύκολες» επενδύσεις καθώς μπορεί να επιδεικνύουν υψηλή μεταβλητότητα, περιορισμένη ρευστότητα ή να απαιτούν πιο σύνθετη αποτίμηση.

Σε ό,τι αφορά τα ETFs, η διεθνής τάση είναι σαφής σε απόλυτα νούμερα καθώς στο τέλος του 2025, περίπου 13,22 τρισ. δολάρια από 0,99 τρισ. δολάρια το 2010 ήταν επενδυμένα σε ETFs στις ΗΠΑ, ενώ για την Ευρώπη τα ίδια νούμερα είναι 3,11 και 0,31 τρισ. δολάρια, αντίστοιχα (αποτελούν εκτιμήσεις από πηγές όπως Investment Company Institute και ETFGI). Παράλληλα, η τεχνητή νοημοσύνη ενισχύει πλέον πρωτόγνωρα τη δυνατότητα ιδιωτών και θεσμικών επενδυτών να αναλύουν και συγκρίνουν επενδύσεις σε θεσμικές επενδύσεις (π.χ. ETF’s) αλλά και εναλλακτικές επενδύσεις γενικότερα.

Στο Συνέδριο Αποφοίτων του ΟΠΑ, στις 17 Ιανουαρίου 2026, συζητήσαμε πώς τέτοιες επενδύσεις μπορούν να ενταχθούν σε επενδυτικά χαρτοφυλάκια και τον ρόλο της ΑΙ. Για μια δομημένη και πρακτική εισαγωγή σε αυτό το πεδίο, το πρόγραμμα του ΚΕΔΙΒΙΜ/ΟΠΑ «Επενδύσεις Νέας Γενιάς: ETFs και Εναλλακτικές Επενδύσεις» παρέχει τα κατάλληλα εφόδια για ιδιώτες και επαγγελματίες.

***

Τα νέα εργαλεία, οι ευκαιρίες και οι κίνδυνοι

Toυ Ιωάννη Λυκούρη, CFA στην Qatar Investment Authority

Η μεγαλύτερη αλλαγή αφορά την ταχύτητα με την οποία συλλέγονται και αναλύονται οι πληροφορίες. Οι νέες τεχνολογίες με τα διάφορα προγράμματα τεχνητής νοημοσύνης επιτρέπουν στους αναλυτές να βρουν πληροφορίες για το θέμα που αναλύουν με μεγάλη ταχύτητα και χωρίς να χρειαστεί να ελέγξουν πολλές διαφορετικές πηγές. Υπάρχει ωστόσο ο κίνδυνος λαθών οπότε ένα κομμάτι του χρόνου που αρχικά σώζεται σπαταλιέται μετέπειτα για να ελεγχθεί η εγκυρότητα των πληροφοριών. Το πρώτο βήμα όμως που είναι η αξιολόγηση των ευκαιριών και των κινδύνων από μια επενδυτική απόφαση γίνεται πολύ πιο γρήγορα και με περισσότερες πληροφορίες.

Αυτή η αλλαγή έχει πολύ σημαντική επίδραση στο ανθρώπινο δυναμικό των επενδυτικών εταιρειών, ιδιαίτερα σε εταιρείες όπου η οικονομική ανάλυση συνδέεται με πιο junior ρόλους. Η έμφαση μετατοπίζεται σε οικονομικούς αναλυτές που μπορούν να χρησιμοποιήσουν τα καινούργια εργαλεία. Επίσης ο ανταγωνισμός αυξάνεται καθώς οι θέσεις για οικονομική ανάλυση μειώνονται. Οι επενδυτικοί αναλυτές καλούνται να αποδείξουν ότι μπορούν να πάρουν επενδυτικές αποφάσεις και να διαχειριστούν επενδυτικό ρίσκο νωρίτερα από πριν καθώς τα πρώτα στάδια συλλογής πληροφοριών και αξιολόγησης των θετικών και των αρνητικών στοιχείων μιας επένδυσης γίνονται πιο εύκολα με τα εργαλεία τεχνητής νοημοσύνης.

Ένα ενδιαφέρον ερώτημα είναι σε ποιον βαθμό οι νέες τεχνολογίες θα βελτιώσουν την ποιότητα των επενδυτικών αποφάσεων. Οι αλγόριθμοι τεχνητής νοημοσύνης μπορούν να εντοπίσουν μοτίβα που είναι πιθανό να επαναληφθούν μελλοντικά. Επίσης οι αποφάσεις που παίρνουν είναι αποκομμένες από συναισθήματα που πολλές φορές επηρεάζουν αρνητικά τους διαχειριστές επενδυτικών κεφαλαίων. Φυσικά, σε περιόδους υψηλής αβεβαιότητας που τα momentum trends διακόπτονται πολλές φορές βίαια, αποφάσεις που βασίζονται αποκλειστικά στα τωρινά προϊόντα τεχνητής νοημοσύνης ίσως αποδειχθούν επιζήμιες.

Το δικό μου συμπέρασμα είναι ότι ένας υβριδικός τρόπος λήψης επενδυτικών αποφάσεων ίσως αποδειχθεί ο καλύτερος. Οι νέες τεχνολογίες επιτρέπουν στους επενδυτές να βλέπουν τις στρατηγικές που ακολουθούνται από προγράμματα τεχνητής νοημοσύνης, δίνοντάς τους τη δυνατότητα να διορθώσουν trades όταν τα μοτίβα είναι λογικό να αποδειχθούν λανθασμένα. Αυτός ο συνδυασμός διαφορετικών δεξιοτήτων εξηγεί γιατί πολλές επενδυτικές εταιρείες χρησιμοποιούν τις νέες τεχνολογίες για να κατασκευάσουν επενδυτικά φίλτρα και στρατηγικές καθώς και για να βελτιώσουν την ανάλυση σεναρίων.

Η αλληλεπίδραση ανθρώπου και μηχανής θα επιτρέψει την εκπαίδευση και των δύο, βελτιώνοντας τις από κοινού επενδυτικές τους ικανότητες. Οι επενδυτικές εταιρείες πρέπει να καταφέρουν να διατηρήσουν έναν συνδυασμό από ικανούς επενδυτές καθώς και εξελιγμένα προϊόντα τεχνητής νοημοσύνης. Το front office των επενδυτικών εταιρειών απομακρύνεται δηλαδή από το καθαρά ανθρωποκεντρικό μοντέλο των προηγούμενων δεκαετιών.

***

Μοχλός αναδιάρθρωσης της ελληνικής οικονομίας

Του Βαγγέλη Βενιζέλου, Partner στην PwC Ελλάδας

Οι Επενδύσεις Νέας Γενιάς αποτελούν σήµερα έναν από τους βασικότερους µοχλούς αναδιάρθρωσης της ελληνικής οικονοµίας. Συνδυάζουν τεχνολογίες υψηλής προστιθέµενης αξίας, σύγχρονες ψηφιακές υποδοµές και δράσεις πράσινης ανάπτυξης, συµβάλλοντας στη µετάβαση σε ένα πιο ανταγωνιστικό και βιώσιµο παραγωγικό µοντέλο. Πρόκειται για στοχευµένες κεφαλαιουχικές δαπάνες που ενισχύουν την τεχνολογική βάση της χώρας και προωθούν την καινοτοµία σε οριζόντιο επίπεδο.

Στο ελληνικό περιβάλλον, οι επενδύσεις αυτές εστιάζουν σε κρίσιμους τομείς, όπως η ανάπτυξη data centers και cloud υποδομών, η υιοθέτηση τεχνητής νοημοσύνης (ΤΝ), ρομποτικής και αυτοματισμών, καθώς και η δημιουργία ενός δυναμικού οικοσυστήματος νεοφυών επιχειρήσεων, με επενδύσεις που ξεπέρασαν τα 550 εκατ. ευρώ το 2024 και τα 730 εκατ. ευρώ το 2025. Παράλληλα, δίνεται έμφαση στην προώθηση της καθαρής ενέργειας, της αποθήκευσης, καθώς και της έρευνας και καινοτομίας. Καθοριστικό ρόλο διαδραματίζει το Ελληνικό Σχέδιο του Ταμείου Ανάκαμψης, συνολικού ύψους 35,9 δισ. ευρώ, το οποίο λειτουργεί ως καταλύτης για την υλοποίηση μακροπρόθεσμων ψηφιακών και πράσινων επενδύσεων.

Οι επιδράσεις αυτής της επενδυτικής κινητικότητας είναι ήδη ορατές. Η Ελλάδα δημιουργεί τις προϋποθέσεις ώστε να εξελιχθεί σε περιφερειακό τεχνολογικό κόμβο, φιλοξενώντας διεθνείς παρόχους cloud υπηρεσιών και αξιοποιώντας τη στρατηγική γεωγραφική της θέση. Η χώρα μπορεί να λειτουργήσει ως «ψηφιακή πύλη» μεταξύ Ευρώπης, Μέσης Ανατολής και Αφρικής. Παράλληλα, οι επενδύσεις αυτές ενισχύουν το ΑΕΠ, αυξάνουν τα φορολογικά έσοδα, δημιουργούν θέσεις εργασίας υψηλής ειδίκευσης και, κυρίως, αναβαθμίζουν την παραγωγικότητα και την ανταγωνιστικότητα των επιχειρήσεων.

Στον τομέα της ΤΝ, οι μεγάλες ελληνικές επιχειρήσεις εμφανίζουν ήδη σημαντική πρόοδο. Τράπεζες, τηλεπικοινωνιακοί πάροχοι, βιομηχανικοί και ενεργειακοί όμιλοι, ναυτιλιακές εταιρείες, καθώς και μεγάλες συμβουλευτικές και ελεγκτικές επιχειρήσεις αξιοποιούν λύσεις ΤΝ για ανάλυση μεγάλων δεδομένων, ανίχνευση απάτης, πρόβλεψη συμπεριφοράς πελατών, βελτιστοποίηση ενεργειακών ροών και αυτοματοποίηση διοικητικών και παραγωγικών διαδικασιών.

Η εικόνα, ωστόσο, διαφοροποιείται αισθητά στις μικρομεσαίες επιχειρήσεις (ΜμΕ), οι οποίες αποτελούν τη ραχοκοκαλιά της ελληνικής οικονομίας. Πολλές παραμένουν επιφυλακτικές λόγω έλλειψης τεχνογνωσίας και σαφούς στρατηγικής, του υψηλού αρχικού κόστους υλοποίησης, της περιορισμένης διαθεσιμότητας εξειδικευμένου ανθρώπινου δυναμικού και μιας συχνά συντηρητικής επιχειρηματικής κουλτούρας. Επιπλέον, οι αυξημένες απαιτήσεις συμμόρφωσης για την προστασία προσωπικών δεδομένων, σε συνδυασμό με τις νέες προδιαγραφές του AI Act, συνεπάγονται πρόσθετες διαδικασίες και ελέγχους. Η εντεινόμενη απειλή κυβερνοεπιθέσεων και ο φόβος διαρροής ευαίσθητων δεδομένων λειτουργούν επίσης ανασταλτικά.

Παρά τις προκλήσεις, η πίεση του ανταγωνισμού αναμένεται να αποτελέσει τον βασικό παράγοντα επιτάχυνσης της υιοθέτησης τεχνητής νοημοσύνης από τις ΜμΕ τα επόμενα χρόνια. Καθώς οι σχετικές λύσεις γίνονται πιο προσιτές και το τεχνολογικό οικοσύστημα της χώρας ωριμάζει, η ελληνική οικονομία έχει τη δυνατότητα να μεταβεί σε ένα πιο ψηφιακό, ανθεκτικό και εξωστρεφές μοντέλο ανάπτυξης, με την τεχνητή νοημοσύνη να αναδεικνύεται σε καθοριστικό μοχλό διεθνούς ανταγωνιστικότητας.

***

Νέα «κλειδιά» για την ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας και της παραγωγικότητας

Του Ιωάννη Σαβάδη, Ορκωτού Ελεγκτή, Λογιστή και Μετόχου της ΣΟΛ Crowe

Η Τεχνητή Νοημοσύνη και οι επενδύσεις νέας γενιάς αποτελούν πλέον βασικούς µοχλούς µετασχηµατισµού της κάθε επιχειρηµατικής δραστηριότητας, επηρεάζοντας σε βάθος τόσο τη λειτουργία όσο και τη στρατηγική των οργανισµών. Στο επίκεντρο αυτής της µετάβασης βρίσκονται ο χρηµατοοικονοµικός τοµέας και η λογιστική, κλάδοι που καλούνται να προσαρµοστούν σε ένα περιβάλλον ταχύτατης τεχνολογικής εξέλιξης, αυτοµατοποίησης και ανάλυσης δεδοµένων.

Οι επενδύσεις νέας γενιάς – όπως οι επενδύσεις σε ψηφιακές υποδομές, data analytics, cloud τεχνολογίες και εφαρμογές Τεχνητής Νοημοσύνης – μπορούν να συμβάλλουν καθοριστικά στην ενίσχυση της παραγωγικότητας και της ανταγωνιστικότητας της ελληνικής οικονομίας. Για τις επιχειρήσεις, η αξιοποίηση αυτών των τεχνολογιών δεν αποτελεί απλώς τεχνολογική αναβάθμιση, αλλά στρατηγική επιλογή που δημιουργεί προστιθέμενη αξία και ενισχύει τη βιώσιμη ανάπτυξη.

Παρότι το ενδιαφέρον για την τεχνητή νοημοσύνη αυξάνεται διαρκώς, πολλές ελληνικές επιχειρήσεις παραμένουν διστακτικές στην υιοθέτησή της. Οι λόγοι εντοπίζονται κυρίως στο κόστος επένδυσης, στην έλλειψη εξειδικευμένων δεξιοτήτων, αλλά και στον φόβο για τις επιπτώσεις στο ανθρώπινο δυναμικό. Η Τεχνητή Νοημοσύνη συχνά εκλαμβάνεται ως απειλή και όχι ως εργαλείο υποστήριξης, γεγονός που επιβραδύνει τη μετάβαση.

Στον χρηματοοικονομικό τομέα, οι νέες τεχνολογίες μετασχηματίζουν ριζικά τον τρόπο λήψης αποφάσεων. Η ανάλυση μεγάλου όγκου δεδομένων σε πραγματικό χρόνο, τα predictive models και τα αυτοματοποιημένα συστήματα ελέγχου κινδύνου, επιτρέπουν ακριβέστερες προβλέψεις και καλύτερη αξιολόγηση επενδυτικών επιλογών. Παράλληλα, οι εξελίξεις αυτές επηρεάζουν άμεσα τον τρόπο με τον οποίο σχεδιάζονται και υλοποιούνται οι επενδύσεις, καθιστώντας την τεχνολογία βασικό παράγοντα στις στρατηγικές αποφάσεις.

Η λογιστική, από την πλευρά της, εισέρχεται σε μια νέα εποχή μέσα από εργαλεία όπως το automated reporting, η συνεχής ελεγκτική (continuous auditing), τα ERP συστήματα με ενσωματωμένη AI και οι πλατφόρμες προηγμένης ανάλυσης. Τα εργαλεία αυτά δεν αντικαθιστούν τον επαγγελματία λογιστή, αλλά τον ενισχύουν, απελευθερώνοντάς τον από επαναλαμβανόμενες εργασίες και επιτρέποντάς του να επικεντρωθεί σε ρόλους υψηλότερης προστιθέμενης αξίας.

Η μεγαλύτερη πρόκληση, ωστόσο, για τις επιχειρήσεις δεν είναι τεχνολογική αλλά οργανωσιακή. Η επιτυχής μετάβαση προϋποθέτει τη στήριξη του ανθρώπινου δυναμικού και τη διαχείριση της αλλαγής με ανθρωποκεντρική προσέγγιση. Η σαφής επικοινωνία του οράματος, η ανάδειξη της συμπληρωματικότητας ανθρώπου και τεχνολογίας, καθώς και η επένδυση στη συνεχή εκπαίδευση και ανάπτυξη δεξιοτήτων, αποτελούν κρίσιμους παράγοντες επιτυχίας. Παράλληλα, η ηγεσία καλείται να λειτουργήσει ως πρότυπο, ενθαρρύνοντας την καινοτομία και την αποδοχή της αλλαγής.

Συμπερασματικά, η Τεχνητή Νοημοσύνη και οι επενδύσεις νέας γενιάς μπορούν να αποτελέσουν μοχλό βιώσιμης ανάπτυξης για τις επιχειρήσεις και την οικονομία, υπό την προϋπόθεση ότι θα ενταχθούν σε ένα πλαίσιο στρατηγικού σχεδιασμού που θέτει τον άνθρωπο στο επίκεντρο. Σε αυτή τη νέα εποχή, η συνεργασία ανθρώπου και τεχνολογίας είναι το κλειδί για τη δημιουργία διαρκούς αξίας.