Ενα από τα ιδρυτικά γνωρίσματα του συντηρητισμού ως ηθικής και πολιτικής αντίληψης ήταν το εγκώμιο της εμπειρικής πολιτικής και η περιφρόνηση για τις «θεωρίες». Ο Εντμουντ Μπερκ, ο πιο γνωστός από τους γενάρχες του ρεύματος, αντιμετώπιζε πικρόχολα τη λεγόμενη «φιλοσοφική πολιτική», έχοντας στο στόχαστρο τους philosophes, τους ριζοσπάστες διανοούμενους του γαλλικού Διαφωτισμού.
Μπορεί κανείς να καταλάβει ότι η αντιπάθεια για τις «θεωρητικούρες» έχει επεκταθεί σε κάθε κατεύθυνση τα τελευταία χρόνια. Κάθε συνεκτική ιδεολογική αφήγηση στιγματίζεται αυτομάτως ως ιδεοληψία ή αναχρονισμός. Ενα κάπως πιο πανοραμικό βλέμμα στη δική μας κοινωνία ή στην ευρύτερη συγκυρία με τη βοήθεια των κοινωνικών επιστημών και της κριτικής θεωρίας λογίζεται «άκυρο», για να χρησιμοποιήσω μια λέξη που αρέσει στους νεότερους.
Αυτή η αλλεργία σε οτιδήποτε «θεωρητικό» παρατηρείται πια σε διαφορετικές γωνίες του χάρτη. Σε ανθρώπους, για παράδειγμα, που κάποια στιγμή είδαν τον μαρξισμό ως νεανικό παράπτωμα ή ατύχημα της Ιστορίας. Σε άλλους που αντιπαραθέτουν, σαν αργοπορημένοι οπαδοί του θετικισμού, τις «θεωρίες» σε αυτό που ισχυρίζονται πως είναι εφαρμοσμένο και άρα αυτονόητο, κυρίως τις νέες τεχνολογίες. Συγχρόνως, έχει αυξηθεί πολύ το ακροατήριο των απογοητευμένων και των θυμωμένων από διάφορα τραύματα της τελευταίας δεκαετίας: Και αυτοί δεν έχουν πλέον υπομονή για θεωρητικές ερμηνείες, απορρίπτοντάς τες ως χάσιμο χρόνου και πολυτέλεια. Για πολλούς, το μόνο που αξίζει έτσι είναι πώς να κερδίσει ή να διατηρήσει κανείς την εξουσία, όλα τα υπόλοιπα χαρακτηρίζονται «θεωρητικά», λες και αναφέρεται κανείς σε κάτι ντροπιαστικό και κατώτερο.
Και μόνο για αυτό πρέπει να ομολογήσουμε ότι ο βαθύς συντηρητισμός έχει κατορθώσει μια νίκη. Το ότι, για παράδειγμα, θεσμοί όπως η οικογένεια ή ο στρατός έχουν σταθερά πολύ μεγάλο κύρος – σε αντίθεση με κόμματα, συνδικάτα ή άλλες συλλογικότητες – είναι συνέπεια αυτής της ηγεμονίας στις καθημερινές συνειδήσεις. Ο κόσμος είναι ανόρεχτος για όλα εκτός από κάτι προσωποποιημένο που θα κόμιζε μια αίγλη αυθεντικότητας. Τα κείμενα δεν συγκινούν, μόνο τα πρόσωπα ή τα πρόσωπα ως ποστ, ως σφήνες μέσα στη ρουτίνα.
Φυσικά, μπορεί να αντιτείνει κανείς ότι έτσι ήταν από παλιά. Οι άνθρωποι έμπαιναν μέσα στην πολιτική προσδοκία μέσα από το πάθος για το οικείο. Ηταν η οδός των συγκινήσεων, όχι οι αναλύσεις και οι ιδεολογικοί καθεδρικοί, που ωθούσε τους ανθρώπους στη συλλογική δράση. Και φυσικά υπάρχουν πολλές πολιτικές παραδόσεις που δεν είχαν πίσω τους καμία ιδιαίτερη κοινωνική και πολιτική θεωρία παρά μόνο τετριμμένες αναφορές στη δημοκρατία, την ευημερία, την ανεξαρτησία.
Προφανώς, ο χώρος που έχει σημαδευτεί και καταπονείται περισσότερο από την κουρασμένη αντι-θεωρητική και αντι-διανοουμενίστικη ατμόσφαιρα είναι η Αριστερά. Διότι ακόμα και εκείνος ο κλασικός αριστερός εργατισμός είχε ή ακουμπούσε σε ενδιαφέροντα θεωρητικά. Είχε τη βιβλιογραφία του. Η Δεξιά και το Κέντρο (το φιλελεύθερο, εκσυγχρονιστικό) ήταν ανέκαθεν προσαρμοστικοί μηχανισμοί εκλογικής και πολιτικής ανάπτυξης. Δεν ενδιαφερόταν για προγραμματικά συνέδρια για τον φιλελευθερισμό, τον συντηρητισμό, το «εθνικό συμφέρον» ή την ιδιότητα του πολίτη.
Μάλλον δεν είναι τυχαίο που η άνοδος των τραμπικών συνδρόμων – σε πολλές χώρες και σε ακροατήρια πολύ πέραν των ΗΠΑ – συμβαδίζει με την εκτίναξη ενός εθνικιστικού, γεωπολιτικού, «οικονομικού» ρεαλισμού. Με την αντιπάθεια στη θεωρία, παρότι η άκρα Δεξιά έχει και αυτή έναν χώρο ιδεολογικής ζύμωσης (σε αντίθεση με τη θεωρητική έρημο που λέγεται φιλελεύθερη Δεξιά). Η αποδοχή ενός κόσμου όπου το κακό φαίνεται ακατάβλητο και αναπόφευκτη η συμφιλίωση με την απανθρωπιά – με σποραδικές μετρημένες φιλοδοξίες εξημέρωσής της μέσω έξυπνων deals – μοιάζει να είναι το τελικό πόρισμα αυτής της συγκυρίας.
Η περιφρόνηση για τις «ολιστικές» αναγνώσεις για χάρη του α λα καρτ εμπειρισμού έχει ωστόσο ένα τίμημα: μπλοκάρει την κατανόηση των μεγάλων μετασχηματισμών που συντελούνται στον σημερινό καπιταλισμό, αυτές τις αλλαγές που δεν αφορούν μόνο φυσικούς πόρους, υδρογονάνθρακες ή σπάνιες γαίες, αλλά και τα πολιτισμικά μας δεδομένα, τη διαμόρφωση του εαυτού, τη σχέση με τη γνώση και την επιθυμία.
Η «αντιθεωρητική» στάση εκβάλλει στον ινφλουενσερισμό και στη λατρεία ενός μείγματος εξουσιαστικής αλαζονείας, διασημότητας και πλούτου. Κατασκευάζει μια δημόσια σφαίρα με φαν και haters που, όπως ξέρουμε, εναλλάσσονται πυροβολώντας ο ένας τον άλλον.
Μια πολιτική δίχως θεωρία για την πολιτεία, τον κοινωνικό και ιστορικό κόσμο, τις νέες οικονομικές και πολιτικές δομές, γίνεται απλώς όμηρος των λεξιλογίων της μόδας. Ομηρος ετοιμοπαράδοτων σχημάτων όπου σκόρπιες έννοιες επιστρατεύονται προχείρως για να ντύσουν δημόσιες παρουσιάσεις, όχι για να ερμηνεύσουν αυτό που συμβαίνει. Και τελικά η απέχθεια για τη θεωρία γίνεται ένα όχημα για συμβατικούς τεχνοκράτες ή για εθνικιστές των συγκινήσεων. Οι πρώτοι σφετερίζονται από καιρό τη Λογική και οι άλλοι σπεύδουν να μονοπωλήσουν τη ψυχή και το φρόνημα.
Κάπως έτσι, ένας νέος συντηρητισμός – αντλώντας φυσικά από παλιά κοιτάσματα – εκφράζει την απόσυρση του κριτικού ανθρωπισμού, του δημοκρατικού φιλελευθερισμού και του ριζοσπαστικού σοσιαλισμού – όλων των παραδόσεων που στηρίζονταν σε μια ηθική και κοινωνική φιλοσοφία για τον μοντέρνο κόσμο και το μέλλον του.
Τελικά, η απόρριψη της θεωρίας μάς γυρνάει σε έναν παλαιοκομματισμό που απλώς χρησιμοποιεί το chatgbt για περιλήψεις των λογυδρίων του.
O κ. Νικόλας Σεβαστάκης είναι καθηγητής Πολιτικής Φιλοσοφίας στο ΑΠΘ και συγγραφέας.






