«Πονάει χέρι, κόβει χέρι». Κάπως έτσι θα μπορούσε να διαβαστεί η χθεσινή προαναγγελία του Υπουργού Προστασίας του Πολίτη, Μιχάλη Χρυσοχοΐδη, για την αυστηρή νομοθετική ρύθμιση που αφορά τα ηλεκτρικά πατίνια και την απαγόρευση της χρήσης τους από ανηλίκους στο οδικό δίκτυο. Η πρόθεση της κυβέρνησης να περιορίσει την κίνηση των πατινιών αποκλειστικά σε πεζόδρομους και πλατείες πηγάζει αναμφίβολα από μια ειλικρινή αγωνία για την προστασία της ανθρώπινης ζωής, ειδικά των νέων παιδιών που εκτίθενται σε τεράστιους κινδύνους στις μεγάλες λεωφόρους.
Ωστόσο, η λογική της οριζόντιας απαγόρευσης ως απάντηση σε υπαρκτές δυσλειτουργίες αποτελεί μια παρωχημένη συνταγή που σπάνια θεραπεύει την αιτία του προβλήματος. Όταν ένα σύγχρονο μέσο μικροκινητικότητας προκαλεί ατυχήματα, η λύση δεν μπορεί να είναι ο εξοβελισμός του, αλλά η δημιουργία των απαραίτητων συνθηκών για την ασφαλή ενσωμάτωσή του στον αστικό ιστό. Η εμπειρία δείχνει ότι η απλή αύξηση των ποινών ή οι οριζόντιες απαγορεύσεις δεν λειτουργούν αποτελεσματικά αν δεν συνοδεύονται από ουσιαστικές υποδομές, όπως οι αποκλειστικές λωρίδες κυκλοφορίας και ο σωστός οδικός σχεδιασμός.
Είναι αντιπαραγωγικό να αντιμετωπίζει η κυβέρνηση το πατίνι ως έναν επικίνδυνο «εισβολέα», όταν το πραγματικό πρόβλημα έγκειται στην εχθρότητα των δρόμων μας προς οτιδήποτε ξεφεύγει από το κυρίαρχο πρότυπο του αυτοκινήτου. Αυτή η συζήτηση για τον δημόσιο χώρο έχει μια βαθιά κοινωνική προέκταση που αγγίζει άμεσα και τα άτομα με αναπηρία. Ένας δρόμος που θεωρείται επικίνδυνος για ένα πατίνι λόγω κακοτεχνιών, έλλειψης χώρου ή απουσίας διαχωρισμού της κίνησης, είναι ο ίδιος δρόμος που αποκλείει την αυτόνομη πρόσβαση σε έναν συμπολίτη μας με αναπηρικό αμαξίδιο.
Η καταφυγή στη λογική της απαγόρευσης λόγω κινδύνου συχνά κρύβει πίσω της την απροθυμία της πολιτείας για επενδύσεις σε ράμπες, πλατιά πεζοδρόμια και ασφαλείς διαδρόμους που θα ωφελούσαν εξίσου τη μικροκινητικότητα και τα ΑμεΑ. Αν η κυβέρνηση εστιάσει στη δημιουργία σύγχρονων υποδομών αντί για κατασταλτικά μέτρα, θα καταφέρει να προστατεύσει τους ανηλίκους χωρίς να θυσιάσει την εξέλιξη των μετακινήσεων, διασφαλίζοντας ταυτόχρονα μια πόλη προσβάσιμη και αξιοπρεπή για κάθε ευάλωτο χρήστη.
Αυτό το έλλειμμα σχεδιασμού δεν αφορά μόνο τα πατίνια, αλλά και τη δύσκολη καθημερινότητα των ποδηλατών που διεκδικούν τον δικό τους ζωτικό χώρο, καθώς και την ανάγκη για σύγχρονα μέσα μαζικής μεταφοράς που αποτελούν τη ραχοκοκαλιά της βιώσιμης κίνησης στην πόλη. Άλλωστε, η οδική ασφάλεια κερδίζεται με τον εκσυγχρονισμό, τη διασύνδεση των συγκοινωνιών και τον συμπεριληπτικό σχεδιασμό των δρόμων και όχι με τον περιορισμό των επιλογών των πολιτών, κρύβοντας τα προβλήματα κάτω από το χαλί και την ευκολία της απαγόρευσης που πλέον δεν πείθει κανέναν.






