Ο Πλάτων στην Πολιτεία έλεγε, ότι η Δικαιοσύνη είναι «τα οφειλόμενα εκάστω αποδιδόναι», δηλαδή το να αποδίδεται στον καθένα αυτό που του οφείλεται.
Πιστεύω όμως, ότι στην υπόθεση των υποκλοπών και της κατάλυσης του θεμελιώδους συνταγματικού δικαιώματος του απορρήτου των τηλεφωνικών επικοινωνιών τα θύματα αυτών των παρακολουθήσεων μέχρις στιγμής δεν έχουν δικαιωθεί ουδόλως και ούτε έχουν μάθει την αλήθεια.
Και υπό το πρίσμα αυτό θα διενεργήσω ορισμένες κριτικές νομικές παρατηρήσεις στη Διάταξη του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που έθεσε στο αρχείο αυτή την υπόθεση των εκτεταμένων παρακολουθήσεων των κινητών τηλεφώνων πολιτικών αρχηγών, ανώτατων στρατιωτικών αξιωματούχων, δημοσιογράφων και πολλών άλλων.
Έτσι:
1. Η ΕΣΦΑΛΜΕΝΗ ΑΡΝΗΣΗ ΔΙΕΡΕΥΝΗΣΗΣ ΤΗΣ ΕΝΔΕΧΟΜΕΝΗΣ ΕΜΠΛΟΚΗΣ ΚΑΙ ΑΛΛΩΝ ΣΥΜΜΕΤΟΧΩΝ ΣΤΑ ΕΓΚΛΗΜΑΤΑ ΓΙΑ ΤΑ ΟΠΟΙΑ ΚΑΤΑΔΙΚΑΣΘΗΚΑΝ ΟΙ ΤΕΣΣΕΡΙΣ ΙΔΙΩΤΕΣ ΑΠΟ ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΠΛΗΜ/ΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ
Κατά την κρίση μου ή άρνηση διερεύνησης της ενδεχόμενης ποινικής εμπλοκής και άλλων συμμέτοχων στις αξιόποινες πλημελημματικές πράξεις για τις οποίες είχαν καταδικαστεί οι τέσσερες ιδιώτες από το Μονομελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών (και αφορούσαν την παραβίαση του τηλεφωνικού απορρήτου και άλλα εγκλήματα) ήταν νομικά εσφαλμένη. Για ποιο λόγο;
Γιατί ο Εισαγγελέας του ΑΠ στήριξε δικονομικά την άρνηση του για μια παρόμοια διερεύνηση που θα αφορούσε και άλλους συμμέτοχους (όπως ζητούσε με την έκθεσή του ο Δικαστής του Μονομελούς Πλημ/κείου Αθηνών κατά το άρθρο 39 του ΚΠΔ) στο άρθρο 224 παρ. 1 του ΚΠΔ.
Και όπως είναι γνωστό η προκείμενη ρύθμιση στην παρ. 1 επιτάσσει την αποκάλυψη της πηγής των πληροφοριών ενός μάρτυρα, όταν ο τελευταίος καταθέτει γεγονότα τα οποία δεν υπέπεσαν στην προσωπική του αντίληψη, αλλά τα άκουσε από άλλους.
Επιπλέον, όπως αναφέρεται στη Διάταξη του Εισαγγελέα του ΑΠ κ. Τζαβέλλα, κυρίως δημοσιογράφοι στην αποδεικτική διαδικασία ενώπιον του Μονομελούς Πλημ/κείου Αθηνών είχαν καταθέσει -ως μάρτυρες- ότι υπήρχαν και άλλοι συμμέτοχοι στα εγκλήματα για τα οποία λάμβανε χώρα η επίμαχη ποινική δίκη (χωρίς να αποκαλύπτουν την πηγή των πληροφοριών τους, λόγω δημοσιογραφικού απορρήτου).
Παρόλα αυτά, ο Εισαγγελέας του ΑΠ δεν έκανε παράδοξα- κατά την κρίση μου- καμία αναφορά στη ρύθμιση της παρ.2 του άρθρου 224 του ΚΠΔ.
Τι λέει η παρ.2;
Αναφέρει « ότι αν ο μάρτυρας δεν κατονομάζει την πηγή των πληροφοριών του, η κατάθεσή του δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη για την καταδίκη του κατηγορουμένου, αν δεν υπάρχει και άλλο, ρητά κατονομαζόμενο στην απόφαση αποδεικτικό μέσο».
Μάλιστα, η παραβίαση αυτής της πρόβλεψης οδηγεί σε απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας, λόγω προσβολής του δικαιώματος σε δίκαιη δίκη (ΑΠ 825/2011, Δαλακούρα. Ο Νέος ΚΠΔ, 2η έκδοση).
Μέσα στο ρυθμιστικό αυτό πλαίσιο ο Εισαγγελέας του ΑΠ θα έπρεπε, κατά τη γνώμη μου, να παραγγείλει μια νέα έρευνα για να διαπιστωθεί, αν υπήρχαν όντως και άλλοι συμμέτοχοι στις αξιόποινες πράξεις για τις οποίες είχαν καταδικασθεί πρωτοδίκως οι τέσσερις ιδιώτες (όπως είχαν καταθέσει πολλοί μάρτυρες ενώπιον του Μονομελούς Πλημ/κείου και κυρίως δημοσιογράφοι ).
Και εάν δεν ανευρίσκονταν και τα «άλλα αποδεικτικά μέσα» στα οποία κάνει αναφορά η παρ. 2 του άρθρου 224 του ΚΠΔ (και τα οποία θα «αποκάλυπταν» ενδεχόμενα και την ύπαρξη και άλλων συμμέτοχων), τότε οι δημοσιογραφικοί ισχυρισμοί- απλώς- δεν θα αξιολογούνταν αποδεικτικά.
Όμως, ο Εισαγγελέας του ΑΠ δεν χρησιμοποίησε καθόλου τη «διέξοδο» την οποία του προσέφερε η παρ. 2 για να ανακαλύψει, εάν πράγματι οι δημοσιογράφοι έλεγαν την αλήθεια (με την αναζήτηση και άλλων αποδεικτικών μέσων).
Και η δογματική αυτή επιλογή είχε υπαγορευθεί και από ένα άλλο κεντρικό μέγεθος το οποίο επίσης διατρέχει και επηρεάζει εσφαλμένα ολόκληρη τη Διάταξη του Εισαγγελέα του ΑΠ μέσω της οποίας ετέθη στο αρχείο η υπόθεση των υποκλοπών. Ποιο;
ΤΟ ΥΠΟΘΕΤΙΚΑ «ΑΛΑΘΗΤΟ» ΤΩΝ ΕΙΣΑΓΓΕΛΙΚΩΝ ΔΙΑΤΑΞΕΩΝ ΤΟΥ ΠΡΩΗΝ ΑΝΤΙΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ κ. ΖΗΣΗ ΟΙ ΟΠΟΙΕΣ ΟΜΩΣ ΕΧΟΥΝ ΑΜΦΙΣΒΗΤΗΘΕΙ
Τι εννοώ;
Ο Εισαγγελέας του ΑΠ θεωρεί τις προγενέστερες Διατάξεις του πρώην Αντιεισαγγελέα του ΑΠ κ. Ζήση για την υπόθεση των υποκλοπών ως ένα μη «αναστρέψιμο μέγεθος» και «δικονομικά αλάνθαστες».
Κατά τον τρόπο αυτό και για το ανωτέρω ζήτημα το οποίο αφορούσε την ενδεχόμενη ύπαρξη και άλλων συμμετόχων, ο Εισαγγελέας του ΑΠ επικαλείται απλώς την από 7/1/2025 Διάταξη του αναφερθέντος πρώην εισαγγελικού λειτουργού στο σημείο στο οποίο γίνεται δεκτό «ότι διερευνήθηκε….η εμπλοκή πλείστων όσων ατόμων και εταιρειών από το αναρίθμητο υλικό της δικογραφίας» ( και προφανώς το αποτέλεσμα ήταν αρνητικό κατά τη λογική αυτή).
Ωστόσο, κατά την αξιολογική μου κρίση, η πιο κεντρική παραδοχή των Εισαγγελικών Διατάξεων του κ. Ζήση έχει αμφισβητηθεί. Με ποια έννοια;
Η πιο θεμελιώδης αποδεικτική κατάληξη των επίμαχων εισαγγελικών κρίσεων του κ. Ζήση ήταν «ότι δεν υπήρξε εμπλοκή με το κατασκοπευτικό υλικό Predator ή οποιοδήποτε άλλο παρόμοιο λογισμικό, κρατικής υπηρεσίας και δη της Εθνικής Υπηρεσίας Πληροφοριών ( Ε.Υ.Π.)».
Η αναφορά του καταδικασθέντος Jonathan Dilian για την ενδεχόμενη εμπλοκή της Ε.Υ.Π, στις υποκλοπές και η μη αξιολόγηση της από τον Εισαγγελέα του ΑΠ κατά το άρθρο 37 του ΚΠΔ
Παρόλα αυτά, με αναφορά του στη δημόσια σφαίρα ( και πιο ειδικά σε δημοσιογράφο του τηλεοπτικού καναλιού ΜΕΓΑ) ο ένας εκ των καταδικασθέντων Jonathan Dilian είχε δηλώσει, ότι η εταιρεία του Intellexa είχε πουλήσει την τεχνολογία της (με τα κατασκοπευτικά λογισμικά) και στις κυβερνήσεις (άρα ενδεχόμενα και στην ελληνική κυβέρνηση ) και στις αρχές επιβολής του νόμου ( άρα ενδεχόμενα και στην ΕΥΠ) («ΤΑ ΝΕΑ» 13/3).
Υπό την έννοια τούτη οι Εισαγγελικές Διατάξεις του πρώην Αντιεισαγγελέα του ΑΠ κ. Ζήση θα μπορούσαν να θεωρηθούν, κατά τη γνώμη μου, ως «δικονομικά ξεπερασμένες», αφού είχαν αμφισβητηθεί στο πιο νευραλγικό τους στοιχείο.
Δηλαδή, ότι στην υπόθεση των υποκλοπών δεν είχαν εμπλοκή οι Ελληνικές Μυστικές Υπηρεσίες (Ε.Υ.Π,).
Μέσα στο πλαίσιο αυτό η επίκληση των Εισαγγελικών Διατάξεων του κ. Ζήση -που επίσης είχαν αρχειοθετήσει την υπόθεση των υποκλοπών- δεν ενίσχυε αποδεικτικά το συμπέρασμα του Εισαγγελέα του ΑΠ Κ. Τζαβέλλα «ότι δεν υπήρχαν άλλοι συμμέτοχοι» (πλην των τεσσάρων που καταδικάσθηκαν).
Και πιστεύω ισχυρά, ότι ο Jonathan Dilian θα έπρεπε να εξεταστεί από τον Εισαγγελέα του ΑΠ, σύμφωνα με το άρθρο 37 του ΚΠΔ.
Υπενθυμίζω, ότι σύμφωνα με το άρθρο 37 του ΚΠΔ «πηγή πληροφόρησης» ενός εισαγγελικού λειτουργού για την τέλεση ενός εγκλήματος το οποίο διώκεται αυτεπαγγέλτως είναι δυνατό να είναι και οποιαδήποτε άλλη «πληροφορία» (εκτός από τη μήνυση ή την αναφορά).
Και έχει γίνει δεκτό από τη Νομολογία, ότι τέτοια πληροφορία για την τέλεση ενός εγκλήματος είναι δυνατό να είναι και «ένα δημοσίευμα του έντυπου ή ηλεκτρονικού Τύπου, μια ραδιοφωνική ή τηλεοπτική εκπομπή..» (Μαργαρίτης Λ., Ο νέος ΚΠΔ, Ι, 131).
Γιατί λοιπόν δεν εξετάστηκε ο ανωτέρω Dilian για να διαπιστωθεί από τον Εισαγγελέα του ΑΠ, εάν όντως είχαν εμπλοκή στην υπόθεση των εκτεταμένων παρακολουθήσεων και οι Ελληνικές Μυστικές Υπηρεσίες;
Και αυτό είναι, κατά την κρίση μου, ένα σοβαρό αποδεικτικό έλλειμμα το οποίο «αποδυναμώνει» δογματικά τη Διάταξη του Εισαγγελέα του ΑΠ.
Επιπλέον, θα επιθυμούσα να αναφερθώ και σε ένα άλλο ζήτημα το οποίο ανιχνεύει η αναλυόμενη Εισαγγελική Διάταξη.
Η ΜΗ ΔΙΕΡΕΥΝΗΣΗ ΕΑΝ ΤΕΛΕΣΤΗΚΕ ΤΟ ΚΑΚΟΥΡΓΗΜΑ ΤΟΥ ΑΡΘΡΟΥ 370 Α παρ.1 ΠΚ (όπως τροποποιήθηκε από το ν.4619/2019 και το ν.5002/2022)
Τι εννοώ;
Ο Εισαγγελέας του ΑΠ επικαλούμενος και πάλι το «αποδεικτικά αλάθητο» των Εισαγγελικών κρίσεων του πρώην εισαγγελικού λειτουργού κ. Ζήση δεν διερεύνησε, (όπως ζητούσε με την έκθεση που απέστειλε κατά το άρθρο 39 του ΚΠΔ ο Δικαστής του Μονομελούς Πλημ/κείου Αθηνών), εάν ενδεχόμενα τελέστηκε το κακούργημα του άρθρου 370 παρ. 1 του ΠΚ το οποίο αφορά την παραβίαση του απορρήτου της τηλεφωνικής επικοινωνίας μεταξύ τρίτων.
Όμως, ενόψει του γεγονότος, όπως ανέφερα και παραπάνω, ότι έχει αμφισβητηθεί το πιο βασικό αποδεικτικό συμπέρασμα των Εισαγγελικών αποφάνσεων του κ. Ζήση (για την μη εμπλοκή της Ε.Υ.Π. στις υποκλοπές), κατά την αξιολογική μου κρίση αυτό «το κεφάλαιο» για την ενδεχόμενη διάπραξη του ανωτέρω κακουργήματος είναι απαραίτητο να διερευνηθεί «από την αρχή».
Ποιο είναι το συμπέρασμα από όλα αυτά;
Παρουσίασα διάφορα νομικά ζητήματα στα οποία, κατά την κρίση μου, η Διάταξη του Εισαγγελέα του ΑΠ, η οποία αρχειοθέτησε την υπόθεση των υποκλοπών, «απαντά» με εσφαλμένο τρόπο.
Και πιστεύω, ότι η υπόθεση τούτη που αφορά την παραβίαση του θεμελιώδους συνταγματικού δικαιώματος του απορρήτου των επικοινωνιών πολιτικών αρχηγών, ανώτατων στρατιωτικών, δημοσιογράφων και πολιτών, είναι απαραίτητο να διερευνηθεί από την αρχή.
Γιατί ακριβώς αφορά τη Δημοκρατία και το Σύνταγμά μας.
Ο κύριος Γρηγόρης Καλφέλης είναι Καθηγητής της Νομικής Σχολής στο ΑΠΘ.






