Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή κινεί δύο διαφορετικές διαδικασίες επί παραβάσει κατά της Ελλάδα, που αφορούν αφενός την ενεργειακή πολιτική και τις ΑΠΕ και αφετέρου την εφαρμογή των ευρωπαϊκών κανόνων για τη δικαστική αρωγή στο σύστημα απονομής δικαιοσύνης.
Η οδηγία για τις ΑΠΕ «καίει» Ελλάδα, Μάλτα, Πορτογαλία
Στην πρώτη υπόθεση, η Επιτροπή αποφάσισε να παραπέμψει την Ελλάδα, μαζί με τη Μάλτα και την Πορτογαλία, στο Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, λόγω μη πλήρους μεταφοράς στο εθνικό τους δίκαιο της τροποποιητικής οδηγίας για την προώθηση της ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές.
Η οδηγία (ΕΕ) 2023/2413, που υιοθετήθηκε το 2023, αποσκοπεί στην επιτάχυνση της ανάπτυξης των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας σε ολόκληρη την Ευρωπαϊκή Ένωση, με στόχο τη μείωση των εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου, την ενίσχυση της ενεργειακής ανεξαρτησίας και τη συγκράτηση των τιμών ενέργειας. Παράλληλα, επεκτείνει τη χρήση των ΑΠΕ πέρα από την ηλεκτροπαραγωγή, σε τομείς όπως η θέρμανση και ψύξη, τα κτίρια, οι μεταφορές και η βιομηχανία.
Τα κράτη-μέλη όφειλαν να κοινοποιήσουν τη μεταφορά της οδηγίας στο εθνικό τους δίκαιο έως τις 21 Μαΐου 2025, ενώ ορισμένες διατάξεις για τις αδειοδοτήσεις έπρεπε να έχουν ενσωματωθεί ήδη από την 1η Ιουλίου 2024. Ωστόσο, σύμφωνα με την Επιτροπή, η Ελλάδα και η Πορτογαλία δεν έχουν ακόμη κοινοποιήσει μέτρα ενσωμάτωσης της οδηγίας, ενώ η Μάλτα δεν έχει παράσχει επαρκώς σαφείς πληροφορίες για τον τρόπο εφαρμογής της.
Η Επιτροπή είχε ήδη αποστείλει προειδοποιητική επιστολή στις τρεις χώρες τον Ιούλιο του 2025 και αιτιολογημένη γνώμη τον Δεκέμβριο του ίδιου έτους. Καθώς δεν υπήρξε πλήρης συμμόρφωση, αποφάσισε πλέον την παραπομπή στο Δικαστήριο της ΕΕ, ζητώντας παράλληλα την επιβολή οικονομικών κυρώσεων.
Προειδοποίηση και για τη δικαστική αρωγή
Παράλληλα, η Επιτροπή αποφάσισε να κινήσει νέα διαδικασία επί παραβάσει κατά της Ελλάδας, αποστέλλοντας προειδοποιητική επιστολή τόσο στην Αθήνα όσο και στην Κροατία για μη ορθή εφαρμογή των κανόνων της ΕΕ σχετικά με τη δικαστική αρωγή σε υπόπτους και κατηγορουμένους.
Οι κανόνες αυτοί προβλέπονται στην οδηγία (ΕΕ) 2016/1919 και αποσκοπούν στην προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων των υπόπτων και κατηγορουμένων, συμπεριλαμβανομένων των προσώπων που καταζητούνται στο πλαίσιο εκτέλεσης του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης.
Σύμφωνα με την Επιτροπή, στην Ελλάδα η παροχή δικαστικής αρωγής σε ορισμένες περιπτώσεις χορηγείται μόνο κατόπιν αιτήματος, κάτι που δεν συνάδει με τις προβλέψεις της οδηγίας. Επιπλέον, κατά την αξιολόγηση της επιλεξιμότητας δεν λαμβάνονται επαρκώς υπόψη παράγοντες όπως η πολυπλοκότητα της υπόθεσης ή η βαρύτητα της πιθανής ποινής.
Η Επιτροπή επισημαίνει ακόμη ότι οι αποφάσεις για τη δικαστική αρωγή συχνά καθυστερούν, ενώ σε επείγουσες περιπτώσεις εμπλέκονται στη λήψη αποφάσεων αρχές όπως η αστυνομία ή οι εισαγγελείς, γεγονός που εγείρει ζητήματα ανεξαρτησίας. Παράλληλα, δεν διασφαλίζεται πάντα ότι οι πολίτες ενημερώνονται γραπτώς όταν απορρίπτεται αίτημα για νομική βοήθεια.
Η Ελλάδα και η Κροατία έχουν πλέον προθεσμία δύο μηνών για να απαντήσουν στις επισημάνσεις της Επιτροπής και να διορθώσουν τις ελλείψεις. Σε περίπτωση που η απάντηση δεν κριθεί ικανοποιητική, η διαδικασία μπορεί να προχωρήσει στο επόμενο στάδιο με την αποστολή αιτιολογημένης γνώμης.
Οι δύο υποθέσεις αναδεικνύουν την πίεση που ασκεί η Κομισιόν προς τα κράτη-μέλη για συμμόρφωση τόσο με τους στόχους της ενεργειακής μετάβασης όσο και με τα ευρωπαϊκά πρότυπα προστασίας των θεμελιωδών δικαιωμάτων.






