«Έκανε παγωνιά. Ήταν Δεκέμβριος του 1943 στην Πολωνία. Υπήρχε τεράστιος θόρυβος, κραυγές, σκυλιά που γαύγιζαν και άνθρωποι με κάπες που περιφέρονταν. Μαύρες κάπες. Εννοώ, δεν ήταν και η πιο φιλόξενη ατμόσφαιρα». Η Ανίτα Λάσκερ-Βάλφις έχει μόλις κατέβει από το τρένο. Μπροστά στα μάτια της το στρατόπεδο του Άουσβιτς, απλωνόταν πιο φρικώδες από όσο ο ανθρώπινος νους μπορούσε να πλάσει.

Η Ανίτα Λάσκερ-Βάλφις είναι σήμερα 100 ετών. Η Ανίτα Λάσκερ-Βάλφις βγήκε ζωντανή από τη μεγαλύτερη μηχανή εξόντωσης που γνώρισε ποτέ ο κόσμος και έγινε μία από τις πιο συγκλονιστικές μορφές της μνήμης του Ολοκαυτώματος.

Χρωστά την ύπαρξή της στη μουσική. Δεν πρόκειται για μια ρομαντική θεώρηση, αλλά για μια βαθιά διττή αλήθεια. Μια σκληρή υπόμνηση ότι η μουσική μπορεί να υπάρξει ταυτόχρονα σωτηρία και φόντο της κόλασης.

Η γερμανοεβραία τσελίστρια επιστρέφει με την επανέκδοση του βιβλίου της “Inherit the Truth: The Cellist of Auschwitz”. Για να διηγηθεί όσα έζησε σε πείσμα της λήθης, αλλά και για μιλήσει για τη σημασία της μουσικής «στο χειρότερο μέρος της Γης».

Ανίτα Λάσκερ-Βάλφις, η κρατούμενη με το νούμερο “69388”

Της ξύρισαν το κεφάλι και έκαναν τατουάζ στο χέρι τον αριθμό της. Δεν είχε πια όνομα. Ήταν η κρατούμενη “69388”. Η μουσική έγινε για εκείνο το τρομαγμένο κορίτσι «ένα μέσο επιβίωσης».

Ποια δύναμη απόκοσμη καθοδήγησε τις λέξεις και ανέφερε ότι παίζει τσέλο. «Αυτό είναι φανταστικό», είπε ένας από τους κρατούμενους νοσοκόμους. «Θα σωθείς». Όπερ και εγένετο. Λεπτά αργότερα, βρέθηκε να μιλά με μια «όμορφη κυρία με παλτό από τρίχες καμήλας που φορούσε μαντίλα».

Ήταν η Άλμα Ρόζε, κόρη του διάσημου βιολιστή Άρνολντ Ρόζε και της Τζουστίν Ρόζε-Μάλερ, αδελφής του Γκούσταβ Μάλερ. Όταν το 1943 μεταφέρθηκε στο Άουσβιτς, την έστειλαν στον τομέα στον οποίο ο Γιόζεφ Μένγκελε έκανε ιατρικά πειράματα πάνω στους ανθρώπους. Η Άλμα παρακάλεσε να την αφήσουν να παίξει μια φορά φλάουτο.

Η διευθύντρια του στρατοπέδου Μαρία Μάντελ επειδή ήθελε να έχει μία ορχήστρα για το γυναικείο τμήμα του στρατοπέδου, το Μπιρκενάου, δεν δίστασε να ορίσει μια Εβραία ως επικεφαλής της ορχήστρας.

Η Ρόζε ήταν ήδη η μαέστρος της γυναικείας ορχήστρας του Άουσβιτς, όταν η Ανίτα Λάσκερ-Βάλφις μεταφέρθηκε στο στρατόπεδο συγκέντρωσης. Η Ρόζε χρειαζόταν μια τσελίστρια.

Η Ανίτα, 1938

«Γνωρίζαμε για τους θαλάμους αερίων. Εγώ νόμιζα ότι θα πεθάνω με το που θα φτάσω στο στρατόπεδο. Αλλά έψαχναν κάποια να παίζει τσέλο κι έτσι σώθηκα. Μετά τα βλέπαμε όλα, πώς οι άνθρωποι μετατρέπονταν σε καπνό».

Ορχήστρες με διαταγή των αξιωματικών των SS

Οι ορχήστρες είχαν σχηματιστεί με πρωτοβουλία των αξιωματικών των SS. Πρωί και βράδυ έπαιζαν στην είσοδο εμβατήρια για να προχωρούν οι κρατούμενοι σε στρατιωτική διάταξη και για να μπορούν οι φύλακες να κάνουν καλή καταμέτρηση.

Επίσης έπαιζαν μουσική όταν έφταναν τα τρένα με τους εκτοπισμένους και εκείνη την ώρα γινόταν διαλογή ποιοι θα πάνε κατευθείαν στα κρεματόρια και ποιοι θα σταλούν στα καταναγκαστικά έργα.

Οι γυναίκες της επονομαζόμενης «Ορχήστρα κοριτσιών του Άουσβιτς» μπόρεσαν να επιζήσουν διότι έπαιρναν λίγο περισσότερο φαγητό και τους επιτρεπόταν να φροντίζουν το σώμα τους.

«Εάν δεν παίζουμε καλά, θα οδηγηθούμε στο κρεματόριο» έλεγε η Ροσέ στα κορίτσια. Ήξεραν ότι η επιβίωσή τους ήταν συνυφασμένη με τις ορέξεις των αξιωματικών των SS.

Ειρωνεία; Μοίρα; Ο Γιόζεφ Μένγκελε ζήτησε από την Ανίτα Λάσκερ-Βάλφις να παίξει για εκείνον το “Träumerei” (Όνειρα) από το «Σκηνές από την Παιδική Ηλικία» του Ρόμπερτ Σούμαν.

Στις αναμνήσεις της γράφει: «Αποτελούσαμε μια αξιόπιστη κοινότητα που μοιραζόμαστε την άθλια ζωή μας και την προοπτική της θανάτωσής μας, φροντίζοντας η μία την άλλη με θέρμη και φιλία. Για εμάς ήταν αυτονόητο ότι η κοινότητά μας ήταν το σπουδαιότερο όπλο στον αγώνα μας για την επιβίωση».

Ένα κορίτσι που αγαπούσε τη μουσική

Γεννήθηκε στην πόλη Μπρέσλαου της Πρωσικής Σιλεσίας, που σήμερα ονομάζεται Βρότσλαβ, στην Πολωνία. Ο πατέρας της, Άλφονς, είχε ένα επιτυχημένο δικηγορικό γραφείο· η μητέρα της, Έντιθ, ήταν καταξιωμένη βιολονίστα.

Η Λάσκερ-Βάλφις και οι αδελφές της, Μαριάν και Ρενάτε, έπαιζαν όλες μουσικά όργανα. Τις Κυριακές, η οικογένεια μιλούσε γαλλικά, ώστε τα παιδιά να διατηρήσουν τις γνώσεις που είχαν αποκτήσει από τη γκουβερνάντα τους.

Ανίτα, Ρενάτε και Μαριάν με τους γονεις τους, 1938

Καθώς η Λάσκερ-Βάλφις βελτιωνόταν στο βιολοντσέλο, οι γονείς της ήθελαν να συνεχίσει με κάθε κόστος. Επειδή κανείς στο Μπρέσλαου δεν ήταν διατεθειμένος να δεχτεί μια εβραία μαθήτρια, την έστειλαν στο Βερολίνο για να σπουδάσει με τον Λέο Ρόσταλ.

Στις 9 Απριλίου 1942, ο Άλφονς και η Έντιθ απελάθηκαν. Η Ανίτα και η Ρενάτε ήθελαν να πάνε μαζί τους. Ο πατέρας τους αρνήθηκε. «Εκεί που πηγαίνουμε, θα φτάσετε κι εσείς σύντομα», τους είπε.

Το τελευταίο μήνυμα που έστειλε ήταν ένα απόσπασμα από τον Ψαλμό 121: «Θα υψώσω τα μάτια μου προς τα βουνά, από πού έρχεται η βοήθειά μου».

Πιστεύεται ότι ο Άλφονς και η Έντιθ δολοφονήθηκαν στο στρατόπεδο της Ίζμπιτσα, όπου έλαβαν χώρα μαζικές εκτελέσεις τον Νοέμβριο του 1942.

«Μιλάει η Ανίτα Λάσκερ, μια Γερμανίδα Εβραία»

Ο πατέρας της είχε δίκιο. Η Ανίτα βρέθηκε στο Άουσβιτς κι έπειτα στο Μπέργκεν-Μπέλζεν. Η απελευθέρωση του στρατοπέδου έγινε στις 15 Απριλίου 1945 από βρετανικές δυνάμεις και η ίδια θυμόταν ότι δεν μπορούσε να πιστέψει πως όσα έβλεπε ήταν αληθινά.

«Εδώ μιλά η Ανίτα Λάσκερ, μια Γερμανίδα Εβραία», λέει μια φωνή, νεανική αλλά σαφής. «Μιλάει η Ανίτα Λάσκερ, μια Γερμανίδα Εβραία». Η ηχογράφηση έγινε στις 16 Απριλίου 1945, στο στρατόπεδο συγκέντρωσης του Μπέργκεν-Μπέλσεν, μία μέρα μετά την απελευθέρωση.

Το BBC συγκέντρωνε μαρτυρίες από πρώην κρατούμενους. Η Λάσκερ, τότε δεκαεννιά χρονών, περιέγραψε πώς αρχικά φυλακίστηκε για πολιτικούς λόγους, στη συνέχεια στάλθηκε στο Άουσβιτς και τελικά μεταφέρθηκε στο Μπέλσεν.

«Θα ήθελα να πω λίγα λόγια για το Άουσβιτς», συνεχίζει η Λάσκερ. «Οι κρατούμενοι του Άουσβιτς, οι λίγοι που επέζησαν, φοβούνται όλοι ότι ο κόσμος δεν θα πιστέψει τι συνέβη εκεί».

Οι περιγραφές της συγκλονίζουν. «Ένας γιατρός και ένας διοικητής στεκόντουσαν στην πλατφόρμα καθώς έφταναν τα μεταφορικά, και μπροστά στα μάτια μας οι άνθρωποι “ταξινομούνταν”.

Αυτό σημαίνει ότι τους ρωτούσαν την ηλικία και την κατάσταση της υγείας τους. Δεξιά, αριστερά, δεξιά, αριστερά. Δεξιά προς τη ζωή, αριστερά προς την καμινάδα».

Τον Ιούλιο του 1945, στο καταυλισμό εκτοπισμένων που είχε δημιουργηθεί στο Μπέργκεν-Μπέλζεν μετά την απελευθέρωση, η Ανίτα Λάσκερ-Βάλφις άκουσε τον Γεχούντι Μενουχίν να δίνει συναυλία, με πιανίστα τον νεαρό τότε Μπέντζαμιν Μπρίτεν.

Η ίδια έγραψε σε γράμμα της ότι ήταν «μια υπέροχη βραδιά». Ένας τόπος που μόλις είχε βγει από την ακραία απανθρωπιά ακούει ξανά Μπαχ, Μπετόβεν, Μέντελσον και Ντεμπισί. Το κορίτσι που κάποτε έπαιζε μουσική επειδή από αυτό εξαρτιόταν η ζωή της, βρισκόταν εκεί ως ακροάτρια.

«Το μίσος είναι δηλητήριο και, τελικά, δηλητηριάζεις τον εαυτό σου»

Η φωνή της δεν σίγησε από τότε. Μία από τις σημαντικότερες -και με υψηλό συμβολισμό- δημόσιες εμφανίσεις της Ανίτα Λάσκερ-Βάλφις έλαβε χώρα το 2018, όταν μίλησε ενώπιον της Bundestag, του γερμανικού κοινοβουλίου.

AP Photo/Markus Schreiber

AP Photo/Markus Schreiber

Καθώς έμπαινε στην αίθουσα, ο Φρανκ-Βάλτερ Στάινμαϊερ, Πρόεδρος της Γερμανίας, βρισκόταν στο πλευρό της· την αδελφή της συνόδευε η Άνγκελα Μέρκελ. Η Ρενάτε πέθανε το 2021, σε ηλικία ενενήντα έξι ετών.

Διάβασε το κείμενο της. «Υπήρχαν ατελείωτες δυσκολίες που έπρεπε να ξεπεράσουμε πριν μπορέσουμε να φύγουμε από τη Γερμανία. Χρειάστηκε σχεδόν ένας χρόνος και ορκίστηκα ότι δεν θα ξαναπατούσα ποτέ το πόδι μου σε γερμανικό έδαφος. Με κατέτρωγε ένα απεριόριστο μίσος για οτιδήποτε γερμανικό.

Όπως βλέπετε, αθέτησα τον όρκο μου — πριν από πολλά, πολλά χρόνια — και δεν το μετανιώνω. Είναι πολύ απλό: το μίσος είναι δηλητήριο και, τελικά, δηλητηριάζεις τον εαυτό σου».

The New Yorker, The Observer, BBC, CBS News