Η παράσταση «Μπουμπουλίνας 18» στην οποία πρωταγωνιστεί η ηθοποιός Αμαλία Αρσένη, ανιψιά της ηθοποιού Κίττυς Αρσένη (1934-2013), επανέρχεται για οκτώ παραστάσεις από τις 25 Απριλίου σε σκηνοθεσία της Σοφίας Καραγιάννη, στην Κεντρική Σκηνή του Θεάτρου του Νέου Κόσμου, έχοντας πάρει το βάπτισμα του πυρός το καλοκαίρι του 2025 στην Πειραιώς 260, στο πλαίσιο του Φεστιβάλ Αθηνών Επιδαύρου.
Το έργο σε δραματουργική επεξεργασία της Αμαλίας Αρσένη και της σκηνοθέτιδας Σοφίας Καραγιάννη, δίνει ζωή στη συγκλονιστική μαρτυρία της Κίττυς Αρσένη σχετικά με τα βασανιστήρια που υπέστη κατά την περίοδο της Χούντας στην Ελλάδα. H Κίττυ Αρσένη δραπέτευσε από την Ελλάδα της Δικτατορίας, νεαρή τότε ηθοποιός, το 1968. Στις διαδρομές του τρένου Παρίσι – Στρασβούργο πηγαίνοντας να καταθέσει ως μάρτυρας στην Επιτροπή Δικαιωμάτων του Ανθρώπου για τα βασανιστήρια που υπέστη στην Υποδιεύθυνση Γενικής Ασφάλειας Αθηνών, έγραψε μια συγκλονιστική μαρτυρία που συνετέλεσε μαζί με πολυάριθμες ακόμα καταθέσεις Ελλήνων μαρτύρων, στη δημόσια καταγγελία της συστηματικής άσκησης βασανιστηρίων την περίοδο της Χούντας.
Από τα πιο εμβληματικά και αναγνωρίσιμα κείμενα της Μεταπολίτευσης, η μαρτυρία της Αρσένη εκδόθηκε το 1975, γιατί η συγγραφέας πίσω από τις λέξεις έπρεπε να καταγράψει τα όσα έζησε στα κρατητήρια, στην ταράτσα της Ασφάλειας, στην απομόνωση.
Γιατί όμως η ανιψιά της συγγραφέως, κόρη πολιτικών, του Γεράσιμου Αρσένη και της Λούκα Κατσέλη (περιττό να τονίσουμε το βαρύ επώνυμο στον χώρο του θεάτρου καθώς παππούς και γιαγιά ήταν οι σπουδαίοι Πέλος και Αλέκα Κατσέλη, ενώ θεία της είναι η Νόρα Κατσέλη) αποφάσισε να μεταφέρει το βιβλίο της Κίττυς τώρα στη σκηνή; Με ποιο τρόπο η μαρτυρία αυτή είναι σήμερα επιτακτική ως κληροδότημα στη συλλογική μας μνήμη;
Το βιβλίο της θείας σας Κίττυς Αρσένη είναι μια εμβληματική μαρτυρία για το αποκρουστικό πρόσωπο της δικτατορίας στην Ελλάδα. Πώς αποφασίσατε να το μεταφέρετε στη σκηνή και γιατί τώρα;
Από τότε που η Κίττυ μού έδωσε το βιβλίο της, όταν ήμουν 17 χρονών, είχα μέσα μου την επιθυμία να το κάνω παράσταση. Αργότερα, όταν πήγα στην Αγγλία, στη δραματική σχολή, ήθελα να το επιλέξω ως τελικό μου πρότζεκτ. Όμως εκείνη τη χρονιά η Καίτη έφυγε από τη ζωή και δεν είχα το ψυχικό κουράγιο να ασχοληθώ με το κείμενο.
Μετά προσπάθησα δεύτερη φορά, όσο ήταν ακόμα στη ζωή ο πατέρας μου, να επιστρέψω σε αυτό και να το κάνω παράσταση. Όταν όμως έφυγε κι εκείνος, πάλι δεν μπορούσα ψυχολογικά να το διαχειριστώ. Είναι ένα κείμενο και ένα ταξίδι βαθιά προσωπικό για μένα, τόσο καλλιτεχνικά όσο και συναισθηματικά, που πέρασε από σαράντα κύματα μέχρι να γίνει πράξη.
Ήθελα οπωσδήποτε να πω την ιστορία της Κίττυς. Αφενός γιατί είναι σημαντική για όλους μας, αφετέρου γιατί για μένα ήταν ο άνθρωπος που με έβαλε στο θέατρο. Κάπως ένιωθα ότι της το χρωστούσα. Το ήθελα πάρα πολύ, αλλά πάντοτε κάτι συνέβαινε και το ανέβαλα.
Κάποια στιγμή, λοιπόν, ενώ το είχα παγώσει μέσα μου και είχα πει ότι μάλλον δεν θα ερχόταν ποτέ η κατάλληλη συγκυρία, είδα την παράσταση της Σοφίας Καραγιάννη «Καλά, εσύ σκοτώθηκες νωρίς» που έχει σχετική θεματολογία. Εκεί ένιωσα ότι ήρθε η ώρα να ξαναβγάλω αυτή την ανάγκη στην επιφάνεια.

Αμαλία Αρσένη @ ChristinaFylaktopoulou
Σας απελευθέρωσε το γεγονός ότι δουλέψατε δραματουργικά πάνω σε ένα τόσο προσωπικό αρχείο – κείμενο καταγγελίας με ιστορική αξία τόσο για την οικογένειά σας όσο και για την Ελλάδα;
Ήταν μια εκκρεμότητα, που ήθελα οπωσδήποτε να κλείσει. Και ήταν δύσκολο, γιατί ψυχολογικά δεν καταπιανόμουν απλώς με ένα κείμενο, αλλά με κάτι που με αφορούσε και ως δραματουργό και ως ηθοποιό και ως άνθρωπο.
Η προσωπική σχέση, αλλά και το γεγονός ότι αυτά που περιγράφονται είναι αδιανόητα για τη σημερινή κοινωνία —θέλω να πιστεύω τουλάχιστον— το έκαναν πολύ βαρύ. Για τον μέσο άνθρωπο όλα αυτά είναι ανήκουστα, ανήθικα, απαράδεκτα. Οπότε η όλη διαδικασία ήταν φορτισμένη. Τώρα, στις πρόβες αυτού του δεύτερου κύκλου προετοιμασίας, αρχίζω λίγο να χαίρομαι τη διαδικασία.
«Ο φασισμός φοράει άλλα πρόσωπα και η δίψα για εξουσία ή το μίσος προς τον Άνθρωπο υπερβαίνουν κάθε κομματική ταυτότητα. Υπάρχουν άλλες πρακτικές και άλλα προσωπεία που φοράει η εξουσία για να επιβληθεί και να επιβιώσει.»
Στη σκηνή πώς προσεγγίζετε την Κίττυ Αρσένη;
Ουσιαστικά, αυτό που σκέφτηκε η Σοφία Καραγιάννη —και ήταν το κλειδί— είναι ότι δεν υποδύομαι την Κίττυ. Είμαι ο εαυτός μου που προσπαθεί να υποδυθεί την Κίττυ και καταγράφεται, με έναν μεταθεατρικό τρόπο, όλη αυτή η προσπάθεια των τελευταίων ετών να μεταφερθεί το βιβλίο στο θέατρο.
Κάποια πράγματα δεν λέγονται εύκολα, δεν παίζονται. Το μέσα-έξω στον ρόλο — ένας μικρός Πιραντέλο, δηλαδή, ο ρόλος μέσα στον ρόλο — με απελευθερώνει. Η αφορμή γι’ αυτό είναι ότι δεν βρισκόμαστε σε ένα κελί. Βρισκόμαστε σε ένα καμαρίνι, γιατί η Κίττυ στο βιβλίο της γράφει ότι είχε δυσκολία να καταλάβει πού βρίσκεται, να προσανατολιστεί. Και πολύ συχνά νόμιζε ότι βρισκόταν στο καμαρίνι της. Αυτή την απώλεια προσανατολισμού, την τρέλα και την παράνοια του εγκλεισμού, η Σοφία την έβαλε στη συνθήκη του θεάτρου.
Στο βιβλίο τι σας έχει συνταράξει; Είχατε μιλήσει πριν με τη θεία σας ή μάθατε τα γεγονότα μόνο μέσα από το βιβλίο, όταν σας το έδωσε;
Τα γεγονότα τα έμαθα μέσα από το βιβλίο. Η Κίττυ δεν μου μίλησε ποτέ γι’ αυτά, ούτε πριν ούτε μετά. Το φινάλε του βιβλίου είναι αυτό που με συγκλονίζει, γιατί ουσιαστικά θίγει το εδώ και το τώρα, το τι προτίθεται να κάνει η νέα γενιά από εδώ και στο εξής για να αντισταθεί σε αντιδημοκρατικές πρακτικές.

Αμαλία Αρσένη @ Christina Fylaktopoulou
Έχει αυτό κάποια ιδιαίτερη βαρύτητα σήμερα; Υπάρχει μια γραμμή συνέχειας ανάμεσα στις πρακτικές της Χούντας στην Ελλάδα και σε σύγχρονες αντιδημοκρατικές επιβολές;
Αντιδημοκρατικές πρακτικές φυσικά και υπάρχουν. Ο φασισμός φοράει άλλα πρόσωπα και η δίψα για εξουσία ή το μίσος προς τον Άνθρωπο υπερβαίνουν κάθε κομματική ταυτότητα. Υπάρχουν άλλες πρακτικές και άλλα προσωπεία που φοράει η εξουσία για να επιβληθεί και να επιβιώσει.
Στην πρεμιέρα του έργου στο Φεστιβάλ, μαινόταν ο πόλεμος στη Γάζα – τα ρούχα της παράστασης είναι στα χρώματα της σημαίας της Παλαιστίνης. Επιλέξαμε να τονίσουμε ότι αυτή τη στιγμή βασανίζονται άνθρωποι, αυτή τη στιγμή υπάρχουν καθεστώτα που πιστεύουν ότι τους ανήκουν άνθρωποι, κομμάτια γης, ολόκληροι πολιτισμοί. Άρα το φίδι αλλάζει πρόσωπο, αλλά έχει πολλά κεφάλια.
«Είναι σημαντικό για την κοινωνία μας, αλλά και για τις νεότερες γενιές, να έρχονται σε επαφή με τέτοια έργα και τέτοιες μαρτυρίες που φέρνουν στην επιφάνεια το τραύμα ώστε να μαθαίνουν οι νέοι και να μην αποφεύγουν να αντιδρούν.»
Έχετε ενσωματώσει παραπομπή σε σύγχρονες μορφές καταστολής.
Στα ηχοτοπία χρησιμοποιούμε συνθήματα από γεγονότα που συμβαίνουν τώρα στον κόσμο. Και στην Ελλάδα, για πολύ καιρό δεν αγγίζαμε το κομμάτι της επταετίας, ούτε στα σχολεία ούτε στον πολιτισμό. Ήταν κάτι που το αφήναμε «εκτός».
Τώρα πιστεύω ότι αρχίζουν να γίνονται προσπάθειες να μιλήσουμε γι’ αυτό, αλλά και για τον Εμφύλιο ακόμη. Είναι πολύ πονεμένες ιστορίες, βαθιά τραύματα μέσα στις οικογένειες μέχρι και σήμερα, για τα οποία δεν μιλούσαν οι παλαιότερες γενιές. Το να παρουσιάζεις, όμως, μαρτυρίες είναι κάτι αδιαμφισβήτητο, γιατί πρόκειται για βιωμένη εμπειρία. Είναι σημαντικό για την κοινωνία μας, αλλά και για τις νεότερες γενιές, να έρχονται σε επαφή με τέτοια έργα και τέτοιες μαρτυρίες που φέρνουν στην επιφάνεια το τραύμα ώστε να μαθαίνουν οι νέοι και να μην αποφεύγουν να αντιδρούν. Αυτό τονίζεται και στο βιβλίο, στο φινάλε: «Βγείτε έξω, αντιδράστε. Αν κάτι σας ενοχλεί, μιλήστε. Μην κάθεστε στο σπίτι σας και υπομένετε».
Από τους θεατές που είδαν την παράσταση όταν παρουσιάστηκε στο Φεστιβάλ, τι αντιδράσεις εισπράξατε;
Εισπράξαμε πολύ καλά λόγια και μεγάλη συγκίνηση από τους θεατές. Για μένα, το πιο δύσκολο προσωπικό στοίχημα ήταν να μπορέσω να παρουσιάσω κάτι που δεν ήξερα πώς να το εκφράσω. Τώρα, δεν θα μπορούσα να ξέρω αν θα άρεσε στην Κίττυ, γιατί δεν είναι πια εδώ για να το δει. Όμως ο θείος μου, ο αδελφός του πατέρα μου και της Κίττυς, που αναφέρεται συνεχώς στο βιβλίο, είναι εν ζωή. Καθώς ήταν ο μικρότερος της οικογένειας, τον έφερναν στα κρατητήρια ως «είδος βασανιστηρίου», για να βλέπει την αδελφή του να βασανίζεται. Ουσιαστικά ήταν κομμάτι μιας απάνθρωπης διαδικασίας, θέλοντας έτσι να σπάσουν το ηθικό της Κίττυς. Ο θείος μου ήρθε στην παράσταση και αυτό ήταν εξαιρετικά δύσκολο για μένα – το να ξέρω ότι κάποιος που τα έχει ζήσει ακριβώς όπως τα περιγράφω θα βρίσκεται εκεί και θα δει αυτό που παρουσιάζω.
Αλλά η συνθήκη ήταν απελευθερωτική και σε αυτό το κομμάτι καθώς υποδύομαι όλους τους ρόλους του (διασκευασμένου) βιβλίου σε έναν μονόλογο. Ήταν πολύ μεγάλο στοίχημα να αισθανθώ ότι τον άγγιξε το έργο. Και τελικά τον άγγιξε. Για μένα ήταν η πιο έντονη στιγμή μετά την παράσταση.
Υπήρχαν επίσης και άλλοι, άντρες και γυναίκες, που ήταν στα κρατητήρια και ήρθαν να δουν την παράσταση. Ξέρω ότι θα έρθουν και παιδιά κρατουμένων στον νέο κύκλο παραστάσεων. Επειδή στο βιβλίο χρησιμοποιήθηκαν ψευδώνυμα, δεν ξέρουμε ακριβώς ποιοι είναι όλοι – αν δεν έρθουν στο τέλος να μου πουν «ο πατέρας μου ήταν εκεί», δεν μπορώ να το ξέρω ονομαστικά. Όταν υποδύεσαι πραγματικά πρόσωπα, η παρουσία των οποίων αποτελεί ιστορική μαρτυρία, φέρεις κι ένα άλλο ηθικό βάρος.
«Ξέρω ότι υπάρχουν πολλοί άνθρωποι που λένε «πήξαμε σε αυτούς που λένε ότι το θέατρο είναι πολιτική πράξη». Αλλά είναι. Ξέρω ότι ακούγεται ίσως κουλτουρέ ή δήθεν, αλλά για μένα είναι πολιτική πράξη.»
Είναι μια δοκιμασία για εσάς προσωπικά.
Με ρωτούν πολύ συχνά: «Γιατί δεν έκανες κάτι άλλο, αφού αυτό είναι τόσο ψυχοφθόρο;» Το θεωρώ όμως χρέος μου. Όταν έχεις στα χέρια σου ένα υλικό – μαρτυρία της οικογένειάς σου κατά της Χούντας στην Ελλάδα, νιώθω ότι οφείλεις να το φέρεις στο φως. Θα μπορούσα να το δώσω αλλού, αλλά από τη στιγμή που βάζω τον εαυτό μου σε αυτή τη διαδικασία, είναι σαν να δηλώνω έμπρακτα αυτό που προσπαθώ να επικοινωνήσω: ότι αυτά τα κείμενα -μαρτυρίες, σε οποιαδήποτε οικογένεια κι αν υπάρχουν, είναι καλό να επικοινωνούνται, να καταγράφονται και να μένουν στη συλλογική μνήμη.

Αμαλία Αρσένη @ Christina Fylaktopoulou
Και στην κοινή Ιστορία.
Ακριβώς. Είναι μια παρακαταθήκη. Δεν θα ήθελα να το κρατήσω για τον εαυτό μου. Γι’ αυτό και ασχολούμαι με την έρευνα και τη δραματουργία γύρω από άγνωστες ιστορίες γυναικών και ανδρών – αυτό κάνουμε τα καλοκαίρια στην Κεφαλονιά με την ομάδα που έχουμε με τον Γιάννη Αναστασάκη και τη Μαρία Τσιμά προσπαθώντας να φωτίσουμε άγνωστες τπυχές ιστοριών. Πόσο μάλλον λοιπόν, όταν έχω ένα τέτοιο κείμενο – μαρτυρία, το οποίο μπορεί να ήταν γνωστό από την έκδοσή του το 1975, αλλά η ίδια η Καίτη δεν ήθελε ούτε να το πουλήσει, ούτε να το καπηλευτεί για κάποιο αξίωμα ή όφελος. Το έγραψε για να υπάρχει ως μαρτυρία.
Η παράσταση είναι ένας πλήρης κύκλος μνήμης που ολοκληρώνεται.
Τη χρωστάω και στον πατέρα μου. Γιατί, όταν έφυγε η θεία μου, το τελευταίο πράγμα που μου είπε πριν πάμε στο κοιμητήριο ήταν: «Σε παρακαλώ, να μιλάς για την Κίττυ».
Οπότε το κράτησα αυτό πάρα πολύ βαθιά μέσα μου. Σαν να μου έλεγε να μιλάω για το κληροδότημα του βιώματος της στις επόμενες γενιές. Και πλέον, με αφορμή τον μονόλογο και το βιβλίο, νέα παιδιά σε δραματικές σχολές δίνουν εξετάσεις με αυτό το υλικό.
Αυτό είναι σημαντικό.
Για μένα αυτή είναι η καλύτερη επιβράβευση. Τίποτα άλλο. Φυσικά θέλουμε να είναι καλή η παράσταση —γιατί αυτό σημαίνει ότι έχει επιρροή το κείμενο και η μαρτυρία, ότι αγγίζει ευαίσθητες χορδές. Αλλά το στοίχημα δεν είναι προσωπικό, με την έννοια της δικής μου προβολής. Το προσωπικό μου στοίχημα ήταν η διαδρομή μέχρι να φτάσει αυτό το έργο εδώ. Από εκεί και πέρα, νιώθω ότι το έχω διοχετεύσει εκεί που πρέπει.
Είναι και αυτό που λέμε συχνά: πώς περνάει ένα τραύμα από γενιά σε γενιά και πώς η επόμενη γενιά καλείται να το διαχειριστεί.
Ένα γενεαλογικό τραύμα που έχω κι εγώ με έναν δικό μου τρόπο. Προέρχομαι από μια θεατρική οικογένεια και αυτή η ανάγκη και αγάπη για το θέατρο, μεταφέρεται από γενιά σε γενιά. Όπως και μια πολιτική ευαισθησία. Όλα αυτά τα βιώνω πολύ έντονα στα 30 μου και νιώθω ότι έχω πολλές εκκρεμότητες από το παρελθόν. Τι σημαίνει να κάνεις πολιτική; Τι σημαίνει να κάνεις θέατρο; Για ποιον κάνεις θέατρο; Και κάπως έτσι αποκρυσταλλώνονται τα ερωτήματα μέσα στη διαδρομή μου, κουβαλώντας στους ώμους μου το φορτίο αυτών των ανθρώπων.

Αμαλία Αρσένη @ Christina Fylaktopoulou
Κάποιος θα έλεγε ότι υπάρχει μια μικρή αντίφαση ανάμεσα στο πολιτικό και στο καλλιτεχνικό σκέλος της δικής σας οικογένειας.
Εγώ δεν το βλέπω έτσι. Είναι, με έναν τρόπο, το ίδιο πράγμα. Ξέρω ότι υπάρχουν πολλοί άνθρωποι που λένε «πήξαμε σε αυτούς που λένε ότι το θέατρο είναι πολιτική πράξη». Αλλά είναι. Ξέρω ότι ακούγεται ίσως κουλτουρέ ή δήθεν, αλλά για μένα είναι πολιτική πράξη.
Γιατί έτσι όπως επιλέγω συνειδητά τα έργα και τις συνεργασίες μου, προσωπικά εγώ, η Αμαλία Αρσένη, θέλω να είναι έργα που έχουν κοινωνικό και πολιτικό αποτύπωμα. Από εκεί και πέρα, ακόμη κι ένα έργο που είναι μια σαπουνόπερα ή μια κωμωδία, και αυτό επιτελεί έναν πολύ βασικό ρόλο.
Η έννοια της πολιτικής στην τέχνη δεν είναι μονοδιάστατη. Το αντίθετο: το θέατρο προσφέρει στο κοινό. Σήμερα λέμε ότι υπάρχει η τηλεόραση, υπάρχει το Netflix, αλλά το θέατρο από τη γέννησή του επιτελούσε έναν σημαντικό ρόλο: έφερνε την πόλη μαζί, έφερνε τον κόσμο μαζί και, με έναν τρόπο, λύτρωνε την ψυχή ή έβαζε τους ανθρώπους σε σκέψεις και σε μια διαδικασία συλλογικής ψυχανάλυσης. Αυτή η διαδικασία είναι αρχέτυπη, είναι στο DNA του ανθρώπου. Με αυτή την έννοια το θέατρο είναι πολιτική, γιατί αφορά τους πολλούς.
Μετά τις παραστάσεις του «Μπουμπουλίνας 18», τι ακολουθεί;
Θα παρουσιάσουμε προς το τέλος του καλοκαιριού στην Κεφαλονιά, το έργο «Αντιγόνη, γεννήθηκα για να αγαπώ», που επιχορηγήθηκε στο πλαίσιο του «Μια Ελλάδα, ένας πολιτισμός», σε σκηνοθεσία του Γιάννη Αναστασάκη. Προσπαθούμε να φωτίσουμε σύγχρονες Αντιγόνες — γυναίκες που έχουν παλέψει για το ηθικό δίκαιο.
Ο στόχος μου, πάντως, είναι αυτός ο μονόλογος του «Μπουμπουλίνας 18» να ταξιδέψει. Είναι κάτι πολύ σημαντικό για μένα κι ας βρίσκομαι σε μια οικογενειακή συνθήκη με δύο μωρά παιδιά, που δεν μου επιτρέπει εύκολα να προγραμματίσω μια περιοδεία, αλλά θα το κάνω. Είμαι σε μια πολύ καλή φάση και αυτό έρχεται από μέσα μου, από τις επιλογές μου. Όλα ξεκίνησαν με την εκπλήρωση αυτού του μεγάλου στόχου, αυτού του οράματος και του ονείρου: να γίνει το βιβλίο παράσταση.
Μετά από αυτό, νιώθω ότι όλα στη ζωή μου έχουν μπει σε μια καλύτερη σειρά και έχουν συνδεθεί καλύτερα μεταξύ τους. Κάποιες φορές, όταν κουβαλάμε μια εκκρεμότητα, αυτό επηρεάζει τα πάντα.
INFO «Μπουμπουλίνας 18», Θέατρο του Νέου Κόσμου – Κεντρική Σκηνή, 25 Απριλίου – 7 Μαΐου







