Καθώς η ανησυχία για τον πραγματικό οικονομικό αντίκτυπο του πολέμου στο Ιράν και της έντασης στη Μέση Ανατολή παίρνει μέσω των προβλέψεων του ΔΝΤ για την παγκόσμια οικονομία, «επίσημο» χαρακτήρα, οι εξελίξεις καταδεικνύουν ότι παρά τη μη συμφωνία στο Ισλαμαμπάντ η διπλωματία τόσο για το θέμα του Ιράν, όσο και για το θέμα του Λιβάνου, θα έχει πιθανότατα συνέχεια.

Μπορεί οι ΗΠΑ και το Ιράν μετά το τέλος των συνομιλιών να προχωρούν σε κινήσεις που αυξάνουν την πίεση στην παγκόσμια οικονομία (βλέπε ανακοινώσεις για αποκλεισμό των λιμανιών σε Ιράν και χώρες του Κόλπου), όμως ταυτόχρονα επιδεικνύουν διάθεση να υπάρξει και δεύτερος γύρος συνομιλιών.

Αν και η Τεχεράνη είναι ξεκάθαρα επιφυλακτική, αφού οι αμερικανικές απαιτήσεις θεωρήθηκαν ουσιαστικά υπερβολικές, εμφανίστηκε υποχωρητική ως προς το θέμα του αποκλεισμού των Στενών εξετάζοντας το ενδεχόμενο μιας βραχυπρόθεσμης παύσης στις αποστολές πετρελαίου μέσω του Ορμούζ.

Το ζήτημα με την πρόταση για το ουράνιο

Σύμφωνα με όσα έχουν γίνει γνωστά, κατά τη διάρκεια επαφών στο Πακιστάν η αμερικανική πλευρά κατέθεσε νέα πρόταση προς το Ιράν σχετικά με το πυρηνικό του πρόγραμμα. Οι Ηνωμένες Πολιτείες ζήτησαν από την Τεχεράνη να δεσμευτεί ότι δεν θα προχωρήσει σε εμπλουτισμό ουρανίου για διάστημα 20 ετών.

Η αμερικανική πλευρά υποστηρίζει ότι η πρόταση αυτή θεωρείται πιο «ευέλικτη» σε σχέση με προηγούμενες απαιτήσεις της Ουάσιγκτον, οι οποίες προέβλεπαν την πλήρη και μόνιμη εγκατάλειψη του δικαιώματος εμπλουτισμού ουρανίου στο ιρανικό έδαφος. Ως αντάλλαγμα για το πάγωμα του προγράμματος για δύο δεκαετίες, οι Ηνωμένες Πολιτείες φέρονται να προσέφεραν χαλάρωση των οικονομικών κυρώσεων που έχουν επιβληθεί στο Ιράν τα τελευταία χρόνια.

Από την πλευρά της, η Τεχεράνη απέρριψε την πρόταση και αντιπρότεινε μια πολύ πιο σύντομη παύση, διάρκειας λίγων ετών. Παράλληλα, ιρανοί αξιωματούχοι απέρριψαν και την αμερικανική απαίτηση να μεταφερθούν στο εξωτερικό τα αποθέματα υψηλά εμπλουτισμένου ουρανίου που διαθέτει η χώρα.

Δηλώσεις Τραμπ για επανέναρξη συνομιλιών

Παρά το πλαίσιο αυτό, ο πρόεδρος των Ηνωμένων Πολιτειών Ντόναλντ Τραμπ άφησε ανοιχτό το ενδεχόμενο επανέναρξης των συνομιλιών μέσα στις επόμενες ημέρες. Σε συνέντευξή του στην εφημερίδα New York Post ανέφερε ότι οι επαφές θα μπορούσαν να συνεχιστούν στο Πακιστάν μέσα στις επόμενες δύο ημέρες, σημειώνοντας χαρακτηριστικά ότι «κάτι μπορεί να συμβεί πολύ σύντομα».

Ο αμερικανός πρόεδρος επαίνεσε επίσης τον αρχηγό του στρατού του Πακιστάν Ασίμ Μουνίρ για τον ρόλο του στις διαπραγματεύσεις, λέγοντας ότι κάνει «εξαιρετική δουλειά».

Η στρατηγική των ΗΠΑ και οι κινήσεις διεθνώς

Σύμφωνα με αναλυτές, η στρατηγική της Ουάσιγκτον απέναντι στην Τεχεράνη βασίζεται σε έναν συνδυασμό οικονομικής πίεσης και διπλωματικής κινητοποίησης άλλων διεθνών δυνάμεων. Ο Ντόναλντ Τραμπ επιχειρεί να εντείνει την οικονομική πίεση προς το Ιράν, δημιουργώντας συνθήκες οικονομικής ασφυξίας, ενώ παράλληλα επιδιώκει να εμπλέξει και άλλες μεγάλες δυνάμεις στην προσπάθεια πίεσης προς την ιρανική ηγεσία.

Σε αυτό το πλαίσιο ενδιαφέρον έχει η πρωτοβουλία του προέδρου της Γαλλίας Εμμανουέλ Μακρόν να προχωρήσει σε επαφές με τον πρόεδρο του Ιράν Μασούντ Πεζεσκιάν, ζητώντας την επανέναρξη των συνομιλιών μεταξύ Ουάσιγκτον και Τεχεράνης, την αποφυγή περαιτέρω κλιμάκωσης και το άνοιγμα των Στενών του Ορμούζ το συντομότερο δυνατό. Αντίστοιχα ενδιαφέρον έχει η στάση της Κίνας που χαρακτήρισε ανεύθυνο το κλείσιμο των Στενών και από τις ΗΠΑ.

ΟΗΕ: πιθανή επανεκκίνηση διαπραγματεύσεων

Παρόμοια εκτίμηση με τον Ντόναλντ Τραμπ έκανε και ο γενικός γραμματέας του ΟΗΕ Αντόνιο Γκουτέρες, ο οποίος υποστήριξε ότι υπάρχουν ισχυρές ενδείξεις πως οι διαπραγματεύσεις για τον τερματισμό του πολέμου με το Ιράν είναι πολύ πιθανό να επαναληφθούν.

Μιλώντας σε δημοσιογράφους στην έδρα των Ηνωμένων Εθνών, σημείωσε ότι είναι «εξαιρετικά πιθανό» οι συνομιλίες να ξεκινήσουν και πάλι, υπογραμμίζοντας ότι η διαδικασία θα απαιτήσει χρόνο.

Ο ίδιος πρόσθεσε ότι είχε συνάντηση με τον αναπληρωτή πρωθυπουργό του Πακιστάν και επαίνεσε τον ρόλο του Ισλαμαμπάντ στις προσπάθειες μεσολάβησης και αποκλιμάκωσης της έντασης.

«Θεωρώ απαραίτητο να συνεχιστούν οι διαπραγματεύσεις», τόνισε, σημειώνοντας ότι είναι μη ρεαλιστικό να αναμένεται λύση σε έναν μόνο γύρο συνομιλιών.

Συνομιλίες Ισραήλ – Λιβάνου στην Ουάσιγκτον

Παράλληλα με τα παραπάνω, στην Ουάσιγκτον με τη μεσολάβηση των ΗΠΑ πραγματοποιήθηκε συνάντηση μεταξύ εκπροσώπων της κυβέρνησης του Λιβάνου και του Ισραήλ, διάρκειας περίπου δύο ωρών που εκ του αποτελέσματος φαίνεται να επιβεβαιώνει το περίφημο ρητό πως στις διπλωματικές συζητήσεις όποιος δεν έχει θέση στο τραπέζι, έχει θέση στο μενού.

Σύμφωνα με όσα ανέφερε η ισραηλινή πλευρά μετά το πέρας της «ιστορικής» -όπως χαρακτηρίστηκε καθώς οι δύο πλευρές δεν έχουν επίσημες σχέσεις και τεχνικά βρίσκονται σε πόλεμο- συνάντησης, η κυβέρνηση του Λιβάνου συμφωνεί ότι ο Λίβανος πρέπει να «απελευθερωθεί» από την Χεζμπολάχ.  Οι δύο πλευρές συμφώνησαν να ξεκινήσουν απευθείας διαπραγματεύσεις σε τόπο και χρόνο που θα συμφωνηθεί από κοινού.

Στη συνάντηση συμμετείχαν ο ισραηλινός πρέσβης στις Ηνωμένες Πολιτείες Γεχιέλ Λάιτερ και η πρέσβειρα του Λιβάνου Νάντα Χαμαντέ Μοαουάντ, ενώ παρών ήταν και ο υπουργός Εξωτερικών των Ηνωμένων Πολιτειών Μάρκο Ρούμπιο, ο οποίος χαρακτήρισε τη διαδικασία «ιστορική ευκαιρία».

Η Ουάσιγκτον επιδιώκει την αποστρατιωτικοποίηση της νότιας περιοχής του Λιβάνου και τον αφοπλισμό της Χεζμπολάχ, ενώ παράλληλα ασκούνται διεθνείς πιέσεις για αποκλιμάκωση της κρίσης.

Σε κοινή δήλωσή τους υπουργοί Εξωτερικών από ευρωπαϊκές χώρες αλλά και συμμάχους της Δύσης, μεταξύ των οποίων η Ελλάδα, η Γαλλία, η Ισπανία και το Ηνωμένο Βασίλειο, κάλεσαν όλες τις πλευρές να εργαστούν για μια μόνιμη πολιτική λύση και να εντάξουν τον Λίβανο στις ευρύτερες προσπάθειες αποκλιμάκωσης στην περιοχή.

Οι υπουργοί χαιρέτισαν την πρωτοβουλία του προέδρου Αούν για απευθείας συνομιλίες και την αποδοχή τους από την ισραηλινή πλευρά, επισημαίνοντας ότι οι διαπραγματεύσεις μπορούν να ανοίξουν τον δρόμο για μακροπρόθεσμη ασφάλεια τόσο για τον Λίβανο όσο και για το Ισραήλ.

Από την πλευρά της Χεζμπολάχ απάντησε στις διαπραγματεύσεις αυξάνοντας τις επιθέσεις της κατά του Ισραήλ.

Το ΔΝΤ για την παγκόσμια οικονομία

Τα παραπάνω έρχονται την ώρα που το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο προχώρησε σε υποβάθμιση των προβλέψεων για την παγκόσμια ανάπτυξη, εκτιμώντας ότι η οικονομία θα αναπτυχθεί με ρυθμό 3,1% το 2026, έναντι 3,4% το προηγούμενο έτος.

Παράλληλα αναθεώρησε προς τα πάνω την πρόβλεψη για τον παγκόσμιο πληθωρισμό στο 4,4%, καθώς η άνοδος των τιμών ενέργειας διατρέχει ολόκληρη την οικονομία.

Σύμφωνα με τον επικεφαλής οικονομολόγο του Ταμείου, η σύγκρουση στη Μέση Ανατολή έχει ανακόψει τη δυναμική της παγκόσμιας οικονομίας, παρά την προηγούμενη ενίσχυση από επενδύσεις και τεχνολογική ανάπτυξη.

Το βασικό σενάριο του Ταμείου προβλέπει αύξηση των τιμών ενέργειας κατά περίπου 19% και τιμή πετρελαίου γύρω στα 82 δολάρια το βαρέλι το 2026.