Η αποστροφή του Κρέοντα στην Αντιγόνη του Σοφοκλή, ότι “Δεν είναι άλλο κακό απ᾽ την αναρχία· αυτή χαλάει τα κράτη”, θα μπορούσε να ερμηνευθεί ως προοίμιο των ιδεών του Άγγλου φιλοσόφου Τόμας Χομπς, δύο χιλιετίες αργότερα, σχετικά με το μονοπώλιο της εξουσίας· ότι ένας κόσμος χωρίς νόμους που να μπορούν να επιβληθούν, είναι ένας κόσμος άθλιος και απρόβλεπτος. Η ιστορικός Μάργκαρετ Μακ Μίλαν επισημαίνει ορθώς το πρόβλημα σε διεθνές επίπεδο –ανατρέχοντας στην περίπτωση της Κοινωνίας των Εθνών κατά την περίοδο του Μεσοπολέμου και σε εκείνη των Ηνωμένων Εθνών στη μεταπολεμική εποχή–, με την απροθυμία των τότε μεγάλων δυνάμεων του πλανήτη να συμμετάσχουν σε ειρηνευτικές επιχειρήσεις.

Στη δύση του 18ου αιώνα, ο Γερμανός φιλόσοφος Ιμάνουελ Καντ υποστήριξε τη δημιουργία ενός συγκεκριμένου είδους συμμαχίας, την οποία ονόμασε foedus pacificum, ή συμμαχία ειρήνης. Όπως χαρακτηριστικά το διατυπώνει στο φιλοσοφικό του σχεδίασμα Προς την αιώνια ειρήνη (εκδ. Πόλις, 2006, σ. 77) –συγκεκριμένα στο δεύτερο οριστικό άρθρο, με υπότιτλο “Το διεθνές δίκαιο οφείλει να θεμελιώνεται σε μια ομοσπονδία ελεύθερων κρατών”–, μια τέτοια ιδιαίτερου τύπου συμμαχία θα διέφερε από μια συμφωνία ειρήνης (pactum pacis) ως προς το γεγονός ότι η τελευταία επιδιώκει να τερματίσει μόνο έναν πόλεμο, ενώ η πρώτη, δηλαδή η συμμαχία ειρήνης, αποσκοπεί να θέσει τέλος σε όλους τους πολέμους για πάντα. Η συμμαχία ειρήνης, συνεχίζει ο Καντ, δεν επιζητεί να κυριαρχήσει επί της εξουσίας ενός αυτόνομου κράτους, αλλά απλώς να διατηρήσει και να εξασφαλίσει την ελευθερία του ίδιου του κράτους και των άλλων κρατών που έχουν συμμαχήσει με αυτό.

Στη σύγχρονη εποχή, εξάλλου, γίνονται συχνές αναφορές στον κατά Θουκυδίδη διάλογο μεταξύ Αθηναίων πρέσβεων και αντιπροσώπων των Μηλίων, όπου οι πρώτοι δηλώνουν στους δεύτερους “ότι, στις ανθρώπινες σχέσεις, τα νομικά επιχειρήματα έχουν αξία όταν εκείνοι που τα επικαλούνται είναι περίπου ισόπαλοι σε δύναμη και ότι, αντίθετα, ο ισχυρός επιβάλλει ό,τι του επιτρέπει η δύναμή του και ο αδύνατος υποχωρεί όσο του το επιβάλλει η αδυναμία του”.

Ωστόσο, ο αρχαίος ιστορικός μάς υπενθυμίζει επίσης την κρίσιμης σημασίας σύνδεση μεταξύ ηθικής και πολιτικής. Με τα λόγια του Περικλή στον Επιτάφιο λόγο του, αναφερόμενος στον τρόπο με τον οποίο η Αθήνα (που εξελισσόταν πριν από τον Πελοποννησιακό Πόλεμο ως η ισχυρότερη πόλη-κράτος της εποχής) σχημάτιζε συμμαχίες με άλλες πόλεις-κράτη, “Και στην διάθεσή μας απέναντι στους ξένους διαφέρομε απ᾽ τους πολλούς, γιατί αποκτούμε φίλους ευεργετώντας τους και όχι περιμένοντας απ᾽ αυτούς κάποιο καλό. Η φιλία του ευεργέτη είναι πιο σταθερή, γιατί προσπαθεί να διατηρήσει τον δεσμό του με τον άλλο, ενώ εκείνος που χρωστάει χάρη είναι λιγότερο πρόθυμος, θεωρώντας την ευγνωμοσύνη του σαν χρέος κι όχι σαν αίσθημα. Μόνοι εμείς σκορπούμε απλόχερα τις ευεργεσίες μας, όχι από συμφεροντολογικούς υπολογισμούς, αλλά από φιλελεύθερη γενναιοδωρία”. (Πύλη για την ελληνική γλώσσα).

Τόσο το πνεύμα του Καντ όσο και εκείνο του Περικλή αντηχούν στο μακρόπνοο όραμα της ευρωπαϊκής πολιτικής ολοκλήρωσης. Το να ευελπιστούμε ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση θα μπορέσει να αξιοποιήσει το δυναμικό των οικονομικών και άλλων πλεονεκτημάτων της προκειμένου να αναδειχθεί σε ηγέτιδα δύναμη, σημαίνει να ελπίζουμε ότι αυτό το πνεύμα θα παραμένει ζωντανό στο εσωτερικό της Ένωσης, καίτοι σε μια μάλλον χομπσιανή τρέχουσα κατάσταση των εξωτερικών υποθέσεων.

*Ο κ. Κωνσταντίνος Γκράβας είναι εντεταλμένος διδάσκων του Τμήματος Οικονομικής Επιστήμης του ΟΠΑ και διδάκτωρ του Τμήματος Ιστορίας και Φιλοσοφίας της Επιστήμης του ΕΚΠΑ.