Η πλήρης δικαίωση της Παρασκευής Τυχεροπούλου από το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών αποτελεί ένα ηχηρό θεσμικό ανάχωμα απέναντι στην κυβερνητική αυθαιρεσία.

Η ακύρωση της καθαίρεσής της από τη διοίκηση Μπαμπασίδη στον ΟΠΕΚΕΠΕ αποδεικνύει στην πράξη ότι η εκδικητικότητα της εξουσίας δεν «βγαίνει» πάντα σε καλό, ειδικά όταν απέναντί της βρίσκονται στελέχη που αρνούνται να θυσιάσουν την ακεραιότητά τους στον βωμό των σκοπιμοτήτων.

Το δικαστήριο διέγνωσε πως η μετακίνησή της σε θέση πρωτοκόλλου, χωρίς ουσιαστικό αντικείμενο, δεν εξυπηρετούσε καμία υπηρεσιακή ανάγκη. Αντιθέτως, συνιστούσε μια παράνομη και καταχρηστική δυσμενή μεταχείριση, η οποία οφειλόταν αποκλειστικά σε «μη αρεστές» στη διοίκηση συμπεριφορές ενός στελέχους που επέλεξε την προσήλωση στη νομιμότητα.

Η περίπτωση της κυρίας Τυχεροπούλου είναι ενδεικτική μιας νοσηρής αντίληψης για τη δημόσια διοίκηση, όπου η εξειδίκευση και ο επαγγελματισμός, ακόμη και σε ευαίσθητους ρόλους όπως αυτός της ειδικής επιστήμονος στο Γραφείο Ευρωπαίων Εντεταλμένων Εισαγγελέων, παραγκωνίζονται μπροστά στην απαίτηση για απόλυτη πειθαρχία.

Η απόφαση όμως αυτή κομίζει κάτι βαθύτερο: όταν η Δικαιοσύνη στέκεται στο ύψος των περιστάσεων, αποκαθιστά την κλονισμένη εμπιστοσύνη των πολιτών προς τους θεσμούς και το Κράτος Δικαίου.

Η διαταγή για άμεση επανατοποθέτηση της ίδιας στη θέση της Διευθύντριας Εσωτερικού Ελέγχου, με ταυτόχρονη καταβολή αποζημιώσεων για την ηθική βλάβη που υπέστη, στέλνει ένα σαφές μήνυμα προς κάθε κατεύθυνση: η ακεραιότητα προστατεύεται. Μετά και τη μετάβαση του οργανισμού στην ΑΑΔΕ, η συμμόρφωση με τη δικαστική ετυμηγορία καθίσταται πλέον επιτακτική και αναπόδραστη.

Η τήρηση του νόμου και ο σεβασμός στις δικαστικές αποφάσεις δεν αποτελούν προαιρετική επιλογή για την εκάστοτε κυβερνητική εξουσία, αλλά το ελάχιστο προαπαιτούμενο για μια κυβέρνηση που πραγματικά εμπιστεύεται τη Δικαιοσύνη και οφείλει να το αποδεικνύει στην πράξη.