Ανησυχητική αύξηση της χρήσης κοκαΐνης πανευρωπαϊκά, αλλά και στην Ελλάδα, διαπιστώνουν οι ειδικοί επιστήμονες.

Σύμφωνα με τα νεότερα δεδομένα για τη χρήση ναρκωτικών ουσιών από την ανάλυση των λυμάτων στην Αττική, η κοκαΐνη παρουσιάζει τη σημαντικότερη επιβάρυνση τα τελευταία έτη, με τον κύριο μεταβολίτη της, την βενζοϋλεκγονίνη, να παραμένει σε υψηλά επίπεδα, επιβεβαιώνοντας την συνεχή και ολοένα αυξημένη κατανάλωση.

Ειδικότερα, στην Αθήνα η μέση τιμή της βενζοϋλεκγονίνης αυξήθηκε από 133,39 mg την ημέρα ανά 1.000 κατοίκους το 2023 σε 181,21 mg το 2024, καταγράφοντας αύξηση κατά 35,85%. Για το 2025, οι τιμές της βενζοϋλεκγονίνης κυμάνθηκαν περίπου από 239 έως 370 mg την ημέρα ανά 1.000 κατοίκους, παραμένοντας σε ιδιαίτερα υψηλά επίπεδα σε σχέση με τα προηγούμενα έτη.

Παράλληλα – σημειώνουν οι ειδικοί – η ανίχνευση κοκααιθυλενίου παρουσιάζει ιδιαίτερο τοξικολογικό ενδιαφέρον, καθώς πρόκειται για μεταβολίτη που σχηματίζεται κατά την ταυτόχρονη χρήση κοκαΐνης και αλκοόλης. «Η παρουσία του υποδηλώνει ότι μέρος της κατανάλωσης σχετίζεται με συνδυαστική χρήση, παρατήρηση συμβατή και με το επαναλαμβανόμενο πρότυπο αυξημένων τιμών κατά το Σαββατοκύριακο», τονίζουν.

Αυξημένο στην Αττική εμφανίζεται και το MDMA (έκσταση), κατά την περίοδο 2024-2025. Μεγαλύτερη χρήση καταγράφεται το Σαββατοκύριακο.

Η κάνναβη εμφανίζει πιο σύνθετο και λιγότερο σταθερό εβδομαδιαίο πρότυπο σε σχέση με άλλες ουσίες, ενώ η αμφεταμίνη και η μεθαμφεταμίνη παραμένουν παρούσες στην Αττική, αλλά σε γενικά χαμηλότερα επίπεδα από άλλες ουσίες.

Η κεταμίνη καταγράφεται για πρώτη φορά στην Ελλάδα το 2025 μέσω ανάλυσης λυμάτων, με ανιχνεύσιμη αλλά σχετικά χαμηλή παρουσία.

Σημειώνεται ότι στην Ελλάδα, η παρακολούθηση ψυχοδραστικών ουσιών μέσω ανάλυσης αστικών λυμάτων, υλοποιείται από το Εργαστήριο Αναλυτικής Χημείας του Πανεπιστημίου Αθηνών, σε συνεργασία με το Κέντρο Επεξεργασίας Λυμάτων Ψυττάλειας, από το 2010 έως σήμερα, αποτυπώνοντας συστηματικά τάσεις των ψυχοδραστικών ουσιών στον πληθυσμό του Λεκανοπεδίου Αττικής.

Η θέση της Αττικής

Σε ευρωπαϊκό επίπεδο, η Αττική δεν συγκαταλέγεται ούτε στις πόλεις με τα υψηλότερα ούτε με τα χαμηλότερα φορτία κοκαΐνης, καταλαμβάνοντας μάλλον μια ενδιάμεση θέση, ενώ για τα διεγερτικά τύπου αμφεταμίνης και την κεταμίνη τα καταγεγραμμένα φορτία παραμένουν σε πολύ χαμηλά επίπεδα συγκριτικά με τις υπόλοιπες ευρωπαϊκές πόλεις.

Η χρήση στην υπόλοιπη Ευρώπη

Τα τελευταία ευρήματα του μεγαλύτερου ευρωπαϊκού προγράμματος που παρακολουθεί τη χρήση ναρκωτικών μέσω ανάλυσης λυμάτων σε 115 ευρωπαϊκές πόλεις από 25 χώρες (23 χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης, Νορβηγία και Τουρκία), δείχνουν τη σημαντική μείωση MDMA (έκσταση) και τη σημαντική αύξηση κεταμίνης και κοκαΐνης. Στη μελέτη αναλύθηκαν καθημερινά δείγματα από τις περιοχές απορροής των εγκαταστάσεων επεξεργασίας λυμάτων για μία εβδομάδα μεταξύ Μαρτίου και Μαΐου 2025. Δείγματα λυμάτων από πληθυσμό 72 εκατομμυρίων ατόμων αναλύθηκαν για ίχνη πέντε διεγερτικών ουσιών (αμφεταμίνη, κοκαΐνη, μεθαμφεταμίνη, MDMA και κεταμίνη), καθώς και κάνναβης.

Τα ευρήματα

– MDMA (έκσταση). Τα συνολικά φορτία MDMA στα λύματα μειώθηκαν κατά 16 % μεταξύ 2024 και 2025. Από τις 78 πόλεις που διαθέτουν στοιχεία τόσο για το 2024 όσο και για το 2025, 48 (62 %) ανέφεραν μείωση των ανιχνεύσεων MDMA, 12 (15 %) σταθερή κατάσταση και 18 (23 %) αύξηση. Η μείωση ήταν πιο εμφανής σε πόλεις της Γερμανίας, της Αυστρίας και της Σλοβενίας.

– Κεταμίνη. Τα συνολικά φορτία κεταμίνης στα λύματα αυξήθηκαν κατά σχεδόν 41 % μεταξύ 2024 και 2025. Από τις 66 πόλεις που διαθέτουν στοιχεία τόσο για το 2024 όσο και για το 2025, 40 (61 %) ανέφεραν αύξηση των καταλοίπων κεταμίνης, 14 (21 %) παρέμειναν σταθερές και 12 (18 %) παρουσίασαν μείωση. Το 2025, τα υψηλότερα φορτία μάζας εντοπίστηκαν σε πόλεις του Βελγίου, της Γερμανίας και της Ολλανδίας. Εννέα πόλεις (στο Βέλγιο, την Κύπρο, τη Λιθουανία, την Ουγγαρία και τη Σλοβενία) δεν ανέφεραν ανιχνεύσιμα ίχνη κεταμίνης.

– Κοκαΐνη: Τα συνολικά φορτία κοκαΐνης στα λύματα αυξήθηκαν κατά σχεδόν 22 % μεταξύ 2024 και 2025. Από τις 85 πόλεις που διαθέτουν στοιχεία τόσο για το 2024 όσο και για το 2025, 48 (57 %) ανέφεραν αύξηση, 21 (25 %) παρέμειναν σταθερές και 16 (19 %) παρουσίασαν μείωση. Ο αριθμός των εντοπισμών κοκαΐνης παραμένει υψηλότερος σε πόλεις του Βελγίου, της Ισπανίας και της Ολλανδίας.