Ο κόσμος των ταινιών του σκηνοθέτη και σεναριογράφου Πολ Τόμας Άντερσον, γνωστού και ως «PTA» από τα αρχικά του ονόματός του, μοιάζει παράξενα ανησυχητικός και ταυτόχρονα οικείος. Είναι μια γενική παρατήρηση που εντοπίζεται σε κάθε ταινία του, από τότε που πήρε μπρος η καριέρα του στα τέλη της δεκαετίας του ’90 μέχρι σήμερα.

Οι κεντρικοί ήρωες των ταινιών του Άντερσον είναι παράξενα πλάσματα: μοναχικοί, εμμονικοί τύποι που περιθωριοποιούνται και ψάχνουν έναν τρόπο σύνδεσης με την κοινωνία στο πλαίσιο μιας αφηγηματικής τεχνικής, χαρακτηριστικά «δικής του». Άλλοτε βρίσκονται στο επίκεντρο μιας δυσλειτουργικής οικογένειας, άλλοτε προσπαθούν να δημιουργήσουν μια δική τους οικογενειακή εστία.

Συχνά στις ταινίες του συναντιούνται πολλαπλές ιστορίες, κάποιες φορές χαοτικές. Όπως με απολαυστικό τρόπο συμβαίνει στη «Μια μάχη μετά την άλλη», την υποψήφια για 13 Οσκαρ ταινία που – όπως δείχνουν βραβεύσεις και προγνωστικά – τον οδηγεί με μαθηματική ακρίβεια επιτέλους στα πρώτα Οσκαρ του (είναι φαβορί για το «χρυσό» και στην κατηγορία της καλύτερης ταινίας ως παραγωγός αλλά και στις κατηγορίες της σκηνοθεσίας και του διασκευασμένου σεναρίου).

Η κοιλάδα του Σαν Φερνάντο και ο έρωτας για το σινεμά

Γεννημένος το 1970 στο Studio City της κοιλάδας του Σαν Φερνάντο στο Λος Άντζελες, ο Άντερσον μεγάλωσε μέσα σε ένα περιβάλλον που είχε σχέση με τα media, τις τέχνες και τη μουσική, καθώς ο πατέρας του Έρνι Άντερσον, ήταν δημοφιλής εκφωνητής τηλεοπτικών σποτ στο ABC, είχε διατελέσει disc jokey και οικοδεσπότης της νυχτερινής εκπομπής Shock Theatre στον θυγατρικό σταθμό του CBS TV-8 στο Κλίβελαντ στο Οχάιο, που πρόβαλε b-movie τρόμου και επιστημονικής φαντασίας. Με το όνομα «Γκουλάρντι» που χρησιμοποιούσε ο μπαμπάς Άντερσον ως παρουσιαστής στην εκπομπή του, βάφτισε αργότερα ο γιος του την εταιρεία παραγωγής του.

Ο PTA είχε μια προβληματική σχέση με τη μητέρα του, αλλά ήταν κοντά στον πατέρα του, ο οποίος τον ενθάρρυνε να γίνει συγγραφέας ή σκηνοθέτης. Η οικογένεια ήταν πολυμελής – τρία αδέρφια και ακόμη πέντε ετεροθαλή αδέρφια από τον πρώτο γάμο του πατέρα του σχηματίζουν έναν μεγάλο κύκλο ανθρώπων συγγενών, θα σχολίαζε κανείς με άνεση.

Μαθητής ιδιωτικών σχολείων με πολύ μεγάλη αγάπη για την εικόνα, ως παιδί ο Άντερσον δεν είχε εναλλακτικό επαγγελματικό σχέδιο πέρα από τη σκηνοθεσία ταινιών: γύρισε την πρώτη του ταινία όταν ήταν 8 ετών, και άρχισε να κάνει ταινιάκια με μια βιντεοκάμερα Betamax που αγόρασε ο πατέρας του το 1982.  Αργότερα χρησιμοποίησε φιλμ 8 mm, αλλά συνειδητοποίησε ότι το βίντεο ήταν ευκολότερο. Σε ένα σπίτι γεμάτο – όπως έχει πει ο ίδιος – τηλεοράσεις, κασέτες και κάμερες, το μικρόβιο της σκηνοθεσίας ήταν τελικά αναπόφευκτα.

Ο Πολ Τόμας Άντερσον με τους Λεονάρντο ΝτιΚάπριο και Μπενίσιο Ντελ Τόρο στα γυρίσματα της ταινίας «Μια μάχη μετά την άλλη».

Ο Πολ Τόμας Άντερσον μπορεί να κάνει πολιτικές ταινίες, ψυχολογικά και κοινωνικά δράματα, αλλά γαλουχήθηκε στο πεδίο του σινεμά. Αυτή είναι η επιρροή του όπως και τα άρθρα του American Cinematographer. Tα ινδάλματα του είναι οι πρωτομάστορες της σύγχρονης αμερικανικής κινηματογραφικής αφήγησης – ο Ρόμπερτ Όλτμαν και ο Μάρτιν Σκορσέζε, ο λατρεμένος του Στίβεν Σπίλμπεργκ, τη μέθοδο του οποίου έχει μελετήσει σε βάθος, και ο Τζορτζ Λούκας.

Ως έφηβος, ο Άντερσον πειραματίστηκε με μια κάμερα Bolex 16 mm και έγραψε και κινηματογράφησε την πρώτη του πραγματική παραγωγή ως τελειόφοιτος στο σχολείο Montclair Prep, χρησιμοποιώντας χρήματα που είχε συγκεντρώσει από διάφορες μικροδουλειές, ανάμεσά τους και εργασία σε pet shop. Η ταινία ήταν ένα 30λεπτο ψευτοντοκιμαντέρ για έναν πορνοστάρ, με τίτλο «The Dirk Diggler Story» (1988), με μια ιστορία εμπνευσμένη από τον Τζον Χολμς, που αποτέλεσε επίσης τη βάση του «Boogie Nights» (1997), της πρώτης του επιτυχίας.

Τα πρώτα βήματα

Δύο μέρες φοίτησης στο Πανεπιστήμιο της Νέας Υόρκης ήταν αρκετές για τον Άντερσον, που τα βρόντηξε στην κυριολεξία για να γίνει αμέσως βοηθός παραγωγής στην τηλεόραση, στον κινηματογράφο αλλά και σε μουσικά βιντεοκλίπ και τηλεπαιχνίδια στο Λος Άντζελες και τη Νέα Υόρκη. Ο ίδιος έχει πει ότι θεωρούσε χάσιμο χρόνου την εκπαίδευση όταν μπορούσε να γυρίζει κατευθείαν ταινίες. Έτσι τα πράγματα εξελίχθηκαν γρήγορα για εκείνον: με προϋπολογισμό 10.000 δολαρίων (που προήλθε από διάφορες μεριές συμπεριλαμβανομένου ενός κομποδέματος του πατέρα του για τις σπουδές του), ο Άντερσον γύρισε την ταινία μικρού μήκους «Cigarettes & Coffee» (1993). Τον οδήγησε στο Φεστιβάλ του Σάντανς και του άνοιξε τον δρόμο για την πρώτη μεγάλου μήκους ταινία του, με τίτλο «Hard Eight» (1996).

Η κοιλάδα του Σαν Φερνάντο προικοδότησε τον PTA με το ταλέντο μιας έντονης κινηματογραφικής αφήγησης. Πρόκειται για έναν σκηνοθέτη που δίνει ιδιαίτερη προσοχή στις μικρές λεπτομέρειες: στους ήχους, στις χειρονομίες των ηρώων του, στην ατμόσφαιρα μιας σκηνής. Μέσα από αυτές χτίζει ένα σινεμά αισθητηριακό όπου ακόμη και η παραμικρή κίνηση μπορεί να αποκτήσει δραματικό βάρος.

Ο Πολ Τόμας Άντερσον με τον Ντάνιελ Ντέι Λιούις στα γυρίσματα της ταινίας «Θα χυθεί αίμα».

Η περίπτωση του έχει πρόσθετο ενδιαφέρον, γιατί ως σκηνοθέτης καταφέρνει να υλοποιεί έναν κινηματογράφο με τα χαρακτηριστικά του «ανεξάρτητου» και αναλλοίωτη τη δική του φωνή, ενώ εργάζεται μέσα στο σύστημα των χολιγουντιανών στούντιο. Γράφει ο ίδιος τα σενάρια του και συχνά συνεργάζεται με τους ίδιους ηθοποιούς και καλλιτέχνες πίσω από την κάμερα, οικοδομώντας δεσμούς φιλίας, όπως με τον πρόωρα χαμένο Φίλιπ Σέιμουρ Χόφμαν και τον Ντάνιελ Ντέι Λιούις. Με τον τελευταίο μάλιστα είχε έρθει στην Αθήνα το 2008 για την προβολή του «Θα χυθεί αίμα» («There will be blood»), στο πλαίσιο της σταθερής στον χρόνο φιλίας και στήριξης του Ντέι Λιούις στην Εταιρεία Σπαστικών, που σε συνεργασία με τις Νύχτες Πρεμιέρας είχαν οργανώσει τότε την επίσημη πρεμιέρα της ταινίας εδώ.

Για πολλά χρόνια, ο Άντερσον συνεργάστηκε με τον βραβευμένο με Όσκαρ διευθυντή φωτογραφίας Ρόμπερτ Έλσγουιτ, ενώ στις πιο πρόσφατες ταινίες του εμπιστεύεται τον Μάικλ Μπόουμαν.

Μουσικά βίντεο

Σχεδόν μνημειώδης θα λέγαμε ότι είναι η συμπόρευσή του με τον κιθαρίστα και συνθέτη Τζόνι Γκρίνγουντ των Radiohead, ο οποίος γράφει τη μουσική για τις ταινίες του από το «Θα χυθεί αίμα» και μετά. Το φιλμ είχε γράψει ιστορία ως μη επιλέξιμο για υποψηφιότητα Οσκαρ πρωτότυπης μουσικής, λόγω της χρήσης από τον συνθέτη προηγούμενων  δικών  του συνθέσεων για κλασικά σύνολα και στοιχείων από έργα σύγχρονης μουσικής.

Έχει σημασία πώς, συμπεριλαμβανομένου του «Θα χυθεί αίμα», η μουσική επένδυση στις ταινίες «The master» (2012), «Inherent vice» (2014), «Αόρατη κλωστή» (2017) και «Licorice Picca» (2021), έντονα πειραματική με έγχορδα και σύγχρονες επιρροές, είναι καθοριστική για την ατμόσφαιρα κάθε ταινίας του Άντερσον. Το ίδιο συμβαίνει και στη «Μια μάχη μετά την άλλη».

YouTube thumbnail

Τα μουσικά βίντεο του Άντερσον είναι ένα ακόμη κεφάλαιο της καλλιτεχνικής του δημιουργικότητας. Ένα τέτοιο παράδειγμα είναι το εξάλεπτο «Daydreaming» (2016) των Radiohead με τον Τομ Γιορκ σε σουρεαλιστικά μονοπάτια, αν θέλουμε να δώσουμε ένα τρανταχτό παράδειγμα.

Ένα μωσαϊκό χαρακτήρων στις παρυφές της κοινωνίας

Κάτι με ξεχωριστή σημασία: στο μωσαϊκό χαρακτήρων του «Μανόλια» (1999), πολλαπλές ιστορίες διασταυρώνονται στη διάρκεια μίας ημέρας στο Λος Άντζελες, αποκαλύπτοντας τραύματα, μυστικά και ανεκπλήρωτες επιθυμίες. Δεν είναι λίγοι αυτοί που επισημαίνουν ότι το συναισθηματικό χάος της ταινίας προέρχεται από την θυελλώδη σχέση του PTA με την τραγουδοποιό Φιόνα Απλ, της οποίας σκηνοθέτησε πολλά μουσικά βίντεο (Hot knife, Across the Universe).

Η κινηματογραφική γλώσσα του PTA διαφοροποιείται από ταινία σε ταινία ωστόσο οι χαρακτήρες του έχουν πολλά κοινά: το περιθώριο, η μοναξιά και η κρίση ταυτότητας είναι τα βασικά γνωρίσματα των αντι-ηρώων που χτίζει με προσήλωση στη λεπτομέρεια. Το θέμα της απώλειας και της ανάγκης για δημιουργία κοινότητας επανέρχεται διαρκώς.

«Ξέφρενες νύχτες» από το μακρινό 1997 σε σκηνοθεσία Πολ Τόμας Άντερσον.

Η πρώτη μεγάλη στιγμή της καριέρας του, η ταινία «Boogie Nights» («Ξέφρενες νύχτες», 1997) με πρωταγωνιστή τον Μαρκ Γουόλμπεργκ, μια φιλόδοξη προσέγγιση της βιομηχανίας του πορνό της Καλιφόρνιας στη δεκαετία του ΄70, ήταν εκρηκτική στην επιφάνειά της αλλά διεισδυτική στην ουσία της, μιλώντας για ανθρώπους που προσπαθούν να δημιουργήσουν μια οικογένεια εκεί όπου η πραγματική οικογένεια έχει αποτύχει.

Η πιο δραματική στιγμή της καριέρας του Άντερσον είναι το «There will be blood» (2007), που έδωσε στον Ντάνιελ Ντέι Λιούις το δεύτερο από τα συνολικά τρία Οσκαρ της καριέρας του. Πρόκειται για την ιστορία του Ντάνιελ Πλέινβιου, που γίνεται μεγιστάνας του πετρελαίου στην Αμερική των αρχών του 20ου αιώνα – ένα εμβληματικό σήμερα πορτρέτο της ανθρώπινης ματαιοδοξίας στο κυνήγι του αμερικανικού ονείρου. Ο ήρωας εδώ κατακτά τον κόσμο και αποκόπτεται πλήρως από τους γύρω του.

Στις επόμενες ταινίες του, όπως στο «The master» (2012), ο Πολ Τόμας Άντερσον στρέφεται σε πιο εσωστρεφείς και ψυχοκεντρικές ιστορίες, χωρίς να εγκαταλείπει όμως την ένταση της αφήγησής του, η οποία σιγοβράζει κάτω από την επιφάνεια. Κεντρικό στοιχείο στο «The master»;  Η σχέση του ηγέτη μιας θρησκευτικής αίρεσης (Φίλιπ Σέιμουρ Χόφμαν ) με έναν βετεράνο πολέμου (Χοακίν Φίνιξ) που κινείται ανάμεσα στην εξάρτηση, τη σύγκρουση και την ανάγκη για αποδοχή.

«The master» του Πολ Τόμας Άντερσον

Ακόμα πιο λεπτομερής είναι η παρατήρηση των ανθρώπινων σχέσεων στην «Αόρατη κλωστή» (2017), με πρωταγωνιστή ξανά τον Ντάνιελ Ντέι Λιούις. Η ταινία διαδραματίζεται στον κόσμο της υψηλής ραπτικής στο μεταπολεμικό Λονδίνο και ακολουθεί έναν ιδιοφυή αλλά βαθιά εγωκεντρικό σχεδιαστή μόδας, ο οποίος υφαίνει μια σχέση αγάπης, εξουσίας και ελέγχου με τη νεαρή γυναίκα στη ζωή του.

«Μια μάχη μετά την άλλη»

Η πιο πρόσφατη ταινία του Πολ Τόμας Άντερσον «Μια μάχη μετά την άλλη», με πρωταγωνιστές τους Λεονάρντο ΝτιΚάπριο, Τεγιάνα Τέιλορ, Σον Πεν και Μπενίσιο Ντελ Τόρο σε ερμηνείες-φωτιά που τους εξασφάλισαν μια θέση στα φετινά Οσκαρ, αναδεικνύει ξανά τη θεματική των χαρακτήρων που ψάχνουν τη θέση τους σε έναν κόσμο που δεν τους χωρά. Η ιστορία ακολουθεί μια ομάδα ένοπλων ακτιβιστών που δρουν στα σύνορα των Ηνωμένων Πολιτειών με το Μεξικό, χρησιμοποιώντας το συγκρουσιακό- επαναστατικό κλίμα μιας περιπέτειας δράσης και τα στοιχεία της σάτιρας.

Κατά πως συμβαίνει στις ταινίες του Αμερικανού δημιουργού, η δράση λειτουργεί ως αφορμή για να εξεταστούν βαθύτερα ερωτήματα γύρω από την ταυτότητα και τη συντροφικότητα, αλλά και θέματα πολιτικής βίας και ιδεολογικής προσήλωσης.

O Άντερσον πειραματίστηκε με το ένα σενάριο μετά το άλλο για την ταινία, επί μία 20ετία, διασκευάζοντας το «Βάινλαντ» του Τόμας Πίντσον που διαδραματίζεται στα ’80s με τρόπο που να εκτυλίσσεται σε ένα απροσδιόριστο άχρονο πλαίσιο.

Χρησιμοποιώντας καταδιώξεις αυτοκινήτων, πυροβολισμούς και μια αφήγηση γεμάτη δράση που ανταποκρίνεται στον τίτλο, το «Μια μάχη μετά την άλλη» είναι το πιο φιλόδοξο έργο του Άντερσον: φέρεται να κόστισε 150 εκατομμύρια δολάρια, ποσό που αντιστοιχεί περίπου στο συνολικό κόστος των πέντε προηγούμενων ταινιών του. Ωστόσο, παραμένει τόσο ιδιόμορφο και παράξενο όσο θα περίμενε κανείς από έναν σκηνοθέτη που έδειξε βροχή από βατράχια στο «Μανόλια». Στις συνεντεύξεις του, ο ίδιος επιμένει στην διαχρονία του πολιτικού γίγνεσθαι της ταινίας που αν και απηχεί την αντι-μεταναστευτική πολιτική της κυβέρνησης Τραμπ, «δένει» τυχαία με την σημερινή αμερικανική πραγματικότητα. Εξάλλου πέρασαν 20 χρόνια μέχρι το σενάριο να πάρει την τελική του μορφή.

Η Τσέις Ινφίνιτι στην ταινία «Μια μάχη μετά την άλλη» σε σκηνοθεσία του Πολ Τόμας Άντερσον.

Ο Πολ Τόμας Αντερσον αγαπάει ιδιαίτερα την έφηβη Γουίλα, την κινηματογραφική κόρη του Λεονάρντο ΝτιΚάπριο που υποδύεται η πρωτοεμφανιζόμενη Τσέις Ινφίνιτι. Ένα κορίτσι της εποχής μας, εμπνευσμένο από την δική του οικογένεια με την μιγάδα ηθοποιό Μάγια Ρούντολφ. Είναι όντως έτσι; «Πρέπει να είναι, αφού ζω σε ένα σπίτι γεμάτο από τέτοιες προσωπικότητες», λέει ο Άντερσον σε συνέντευξή του στο Dazed. Με τη Ρούντολφ έχει αποκτήσει τέσσερα παιδιά.

«Αρχίζω να νιώθω άσχημα, γιατί έβαλα πολλή αγάπη και άσκησα μεγάλη πίεση στη Τσέις. Δεν μπορώ να υποτιμήσω το πόσο καταπληκτική είναι. Τελευταία νιώθω ένα συντριπτικό συναίσθημα. Την περασμένη εβδομάδα, θυμόμουν πώς έφτασα ως εδώ, και πραγματικά κατέληξα στο συμπέρασμα ότι μου πήρε τόσο πολύ χρόνο η ταινία, γιατί έψαχνα καιρό κάποια σαν την Τσέις Ίνφινιτι. Χωρίς να θέλω να ακουστώ Καλιφορνέζος, αστρολόγος και χίπης, αυτή είναι η πραγματική ηρωίδα της ταινίας. Έψαξα πολύ για να βρω την σωστή ηθοποιό λόγω της γυναίκας με την οποία ζω και του περιβάλλοντος γύρω μου. Το να τη βρω ήταν η πιο ευτυχής συγκυρία που είχα στην κινηματογραφική βιομηχανία.»

Παρά την επιτυχία του, τους συχνά «τρελαμένους» χαρακτήρες των ταινιών του, ο Πολ Τόμας Άντερσον είναι ένας άνθρωπος χαμηλών τόνων, με άπειρη αγάπη για τις ρίζες του: τον κινηματογράφο με τον οποίο μεγάλωσε στην κοιλάδα του Σαν Φερνάντο. Οι εικόνες του είτε στο σινεμά είτε στα μουσικά του βίντεο, αλλάζουν ύφος με έναν τρόπο που είναι αναντικατάστατες. Όλες επιστρέφουν στο ίδιο βασικό ερώτημα: πώς μπορεί κανείς να βρει την πραγματική ανθρώπινη σύνδεση μέσα σε έναν κόσμο που συχνά οδηγεί στη μοναξιά;