Εκ της συστάσεως και επίσημης έναρξης λειτουργίας το 2013 της Ελληνικής Υπηρεσίας Ασύλου ως Αρμόδιας Εθνικής Αρχής για τη διαχείριση αιτήσεων ασύλου και άλλων μορφών διεθνούς προστασίας, συχνά πυκνά το ελληνικό σύστημα ασύλου «τροφοδοτεί» τον δημόσιο διάλογο και «προκαλεί» οξείες αντιπαραθέσεις, με αφορμή μεμονωμένες υποθέσεις που ενέχουν έντονο πολιτικό φορτίο και διπλωματικό αποτύπωμα.

Υποθέσεις που, ανάλογα με τη χρονική συγκυρία και την εκάστοτε διακυβέρνηση, συνιστούν πεδίο κοινοβουλευτικών διαξιφισμών, με κάποια εκ των πολιτικών κομμάτων, που βρίσκονται στα έδρανα της αντιπολίτευσης, να αποδίδουν στους κατά περίπτωση κυβερνώντες, και δη τους Υπουργούς Μετανάστευσης, προθέσεις εργαλειοποίησης των Αρμόδιων Αρχών (ή ακόμη και χειραγώγησης), με σκοπό την εξυπηρέτηση της πολιτικής τους ατζέντας: από την υπόθεση των οκτώ τούρκων στρατιωτικών, που το καλοκαίρι του 2016 κατέφυγαν στην Ελλάδα, μετά την ανεπιτυχή εξέλιξη του στρατιωτικού πραξικοπήματος στη γείτονα, έως την έκδοση του Mr. Bitcoin, και από τις περιπτώσεις των Τζαβέντ Ασλάμ και Γιάννη Βασίλη Γιαϊλαλί, μέχρι την υπόθεση του τούρκου πολίτη που φέρεται να άνοιξε πυρ εναντίον των ανδρών της ΕΥΠ, στη Θεσσαλονίκη.

Κάθε φορά που αναδύεται στη δημοσιότητα κάποια υπόθεση βαρύτητας ανάλογης των προαναφερθεισών, κάποιοι πολιτικοί σχηματισμοί, αλλά και μέρος της κοινής γνώμης, επαναλαμβάνουν, άλλοτε λόγω άγνοιας, άλλοτε εξαιτίας πολιτικά καιροσκοπικών τακτικισμών, το κεντρικό ερώτημα: ποιος αποφασίζει σε ποιον θα δοθεί το άσυλο και ποιος έχει την ευθύνη για το τελικό αποτέλεσμα (είτε αυτό συνδέεται με τη χορήγηση διεθνούς προστασίας είτε με την απόρριψη του σχετικού αιτήματος);

Η απάντηση, μολονότι τις περισσότερες φορές σκοπίμως παραβλέπεται, είναι ξεκάθαρη, θεσμικά κατοχυρωμένη και δεν επιδέχεται αμφισβήτησης, πολλώ μάλλον υποννόησης περί ύπαρξης «πολιτικού πατροναρίσματος» των αρμόδιων Οργάνων. Όπως άλλωστε προβλέπεται στο υφιστάμενο νομοθετικό πλαίσιο, η επί της ουσίας κρίση των υποθέσεων ασύλου αποτελεί ρητά αρμοδιότητα της Διοίκησης (και της Δικαιοσύνης, αναλόγως του σταδίου και της ακολουθούμενης διαδικασίας) και όχι ευθύνη του εκάστοτε Πολιτικού Προϊστάμενου, ήτοι του Υπουργού Μετανάστευσης και Ασύλου.

Η όποια σύγχυση (ή σκόπιμη παρανόηση), όταν προκύπτει, οφείλεται στην εσφαλμένη σύνδεση ή ακόμα και εξίσωση της πολιτικής ευθύνης με την εξατομικευμένη εξέταση του αιτήματος ασύλου και τη μετέπειτα έκδοση της διοικητικής πράξης επί του αιτήματος αυτού. Πράγματι, μεταξύ άλλων αρμοδιοτήτων του, ο Υπουργός Μετανάστευσης είναι επιφορτισμένος με τη χάραξη της εθνικής μεταναστευτικής πολιτικής και τον καθορισμό συγκεκριμένων στρατηγικών, με σκοπό την υλοποίησή της. Εισηγείται, συνακόλουθα, τις ανάλογες νομοθετικές μεταρρυθμίσεις και εποπτεύει τις Υπηρεσίες που εμπίπτουν στο θεσμικό του χαρτοφυλάκιο και οι οποίες θα κληθούν να εφαρμόσουν εντός του νομοθετικού πλαισίου, διεθνούς και εγχώριου, τη συγκεκριμένη μεταναστευτική πολιτική. Δεν εξετάζει, όμως, αιτήματα διεθνούς προστασίας, δεν παρεμβαίνει, κατά την αξιολόγησή τους, δεν ελέγχει διοικητικά το περιεχόμενο των αποφάσεων, ούτε φυσικά υπογράφει την τελική αποδοχή ή και απόρριψη των αιτήσεων αυτών. Με άλλα λόγια, ούτε υπεύθυνος είναι ούτε αποφασίζει για την πρωτοβάθμια ή/και τελική έκβαση μιας υπόθεσης ασύλου και, φυσικά, δεν υποκαθιστά τη δικαστική εξουσία.

Δύναται, ωστόσο, στο πλαίσιο των θεσμικών του αρμοδιοτήτων, να ασκεί τα προβλεπόμενα ένδικα βοηθήματα ενώπιον των αρμόδιων δικαστηρίων, όπως η αίτηση ακύρωσης κατά των τελεσίδικων αποφάσεων των Επιτροπών της Αρχής Προσφυγών, όπως έχει συμβεί και στο παρελθόν από τους κ.κ. Μουζάλα και Μηταράκη (ο μεν για την υπόθεση ενός εκ των τούρκων αξιωματικών και ο δε για την περίπτωση του Τζαβέντ Ασλάμ), χωρίς αυτό να συνεπάγεται εμπλοκή ή/και ευθεία παρέμβαση στην ουσία της ατομικής διοικητικής κρίσης. Κάτι αντίστοιχο δήλωσε προσφάτως ότι σκέφτεται να πράξει και ο νυν Υπουργός Μετανάστευσης και Ασύλου, Θάνος Πλεύρης, για την περίπτωση του κ. Γιαϊλαλί, όταν εκδοθεί η δευτεροβάθμια απόφαση και ανάλογα με την έκβαση της προσφυγής του τελευταίου, «δεδομένης της τεράστιας πολιτικής και εθνικής σημασίας του ζητήματος». Την ίδια άλλωστε ορολογία είχε χρησιμοποιήσει με ανάρτησή του στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, τον Δεκέμβριο του 2017, ο τότε εκπρόσωπος Τύπου της ελληνικής κυβέρνησης για να επιχειρηματολογήσει υπέρ της αναγκαιότητας υποβολής αίτησης ακυρώσεως από την πλευρά της τελευταίας, κατά της δευτεροβάθμιας απόφασης της Ανεξάρτητης Επιτροπής Προσφυγών.

Η ανεξαρτησία, λοιπόν αυτή, της διοικητικής κρίσης, και όπως περιγράφεται ανωτέρω, έχει έναν διττό ρόλο. Αφενός, συνιστά εχέγγυο αυτοτέλειας και αξιοπιστίας του ίδιου του εθνικού συστήματος ασύλου, αφετέρου εγείρει ασπίδα προστασίας απέναντι σε μομφές για υποτιθέμενη καταχρηστική παρέμβαση και καταλογισμούς πολιτικής σκοπιμότητας, που μπορούν να πλήξουν τόσο την ακεραιότητα της πολιτικής ηγεσίας όσο και τη φερεγγυότητα του κράτους δικαίου.

Εν κατακλείδι, η «στοχοποίηση» των διαδικασιών ασύλου, με απώτερα κίνητρα την ευκαιριακή εκμετάλλευση μεμονωμένων υποθέσεων, χάριν εφήμερου πολιτικού εντυπωσιασμού και άγρας ψήφων, οδηγούν στον «εκτροχιασμό» της προσοχής της κοινής γνώμης από τα βαθύτερα αίτια της μεταναστευτικής πίεσης, την οποία υφίσταται τόσο η χώρα όσο και η ευρωπαϊκή ήπειρος συνολικά. Σε μια χρονική περίοδο που όλα τα κράτη μέλη, συμπεριλαμβανομένης και της Ελλάδας, προετοιμάζονται πυρετωδώς για την πλήρη εφαρμογή του νέου Συμφώνου, το οποίο αναμένεται να αλλάξει άρδην το επιχειρησιακό staqus quo της διαχείρισης της παράνομης μετανάστευσης, με ό,τι αυτό συνεπάγεται σε επίπεδο διοικητικής αναδιάρθρωσης, ανακατανομής ευθυνών και ενίσχυσης των μηχανισμών αλληλεγγύης μεταξύ των κρατών της Ένωσης, η μυωπική προσέγγιση εξαγωγής συμπερασμάτων, βάσει μεμονωμένων περιπτώσεων, δυστυχώς συνεχίζει να απασχολεί και να κατακλύζει τον δημόσιο διάλογο.

Η περιπτωσιολογία και κάποιες εμβληματικές υποθέσεις που φέρουν έναν ιδιαίτερο επικοινωνιακό συμβολισμό, είναι αναμενόμενο ότι θα συνεχίσουν να έρχονται στο προσκήνιο και να «τραβούν» τα φώτα της δημοσιότητας. Αυτό που δεν μπορεί να συνεχίσει να συμβαίνει, είναι η καπηλεία των Αρμόδιων Οργάνων και η θεσμική απαξίωσή τους, όσο συνεχίζουν οι υποθέσεις αυτές να ερμηνεύονται κοντόφθαλμα και κατά το δοκούν, προς τέρψη του κομματικού ακροατηρίου.

*Ο Μάριος Καλέας είναι Διοικητής της Ελληνικής Υπηρεσίας Ασύλου και Αντιπρόεδρος του ΔΣ του Ευρωπαϊκού Οργανισμού για το Άσυλο (EUAA). – Με το παρόν άρθρο εκφράζονται προσωπικές απόψεις του γράφοντος και όχι η επίσημη θέση της Ελληνικής Πολιτείας, της Δημόσιας Διοίκησης και του EUAA