Ελάχιστες τραγωδίες που συγκλονίζουν την κοινή γνώμη, αντιμετωπίζονται από πολιτικής πλευράς με σοβαρότητα και υπευθυνότητα, ώστε να μην ξανασυμβούν. Στον κανόνα αυτόν δεν αποτέλεσε εξαίρεση ούτε η στυγερή δολοφονία ενός πατέρα στη Γλυφάδα, από τον ψυχικά άρρωστο γιο του, που είχε στο παρελθόν, με τον ίδιο τρόπο, δολοφονήσει και τη μητέρα του.

Η κοινή γνώμη άφωνη παρακολούθησε τις αποκαλύψεις, ότι ο δράστης του στυγερού εγκλήματος, 46 χρόνων σήμερα, είχε δολοφονήσει και τη μητέρα του πριν από 12 χρόνια, εντούτοις όμως κυκλοφορούσε ελεύθερος και επιπλέον χωρίς δικλείδες ασφαλείας, για τη λήψη της απαραίτητης φαρμακευτικής αγωγής.

Η ιστορία που συγκλονίζει, αλλά δυστυχώς δεν είναι η μόνη, σχετίζεται άμεσα με την αντιμετώπιση σε οικογενειακό, κοινωνικό και κρατικό επίπεδο, των ψυχικών νόσων και επιπρόσθετα, με τον επικίνδυνα πρόχειρο τρόπο, που πολλές φορές κυβερνήσεις νομοθετούν και δικαστήρια εφαρμόζουν αυτούς τους ατελείς και γραμμένους στο πόδι νόμους.

Αλλά ας τα πάρουμε με τη σειρά, τι έφταιξε και ο άνθρωπος αυτός αφέθηκε να εμφανίζει υποτροπή, ψυχιατρική και εγκληματική.

Η ιστορία έχει ως εξής. Το 2014, δολοφόνησε τη μητέρα του με στυγερό τρόπο, καταδικάστηκε σε 16 χρόνια κάθειρξη (και όχι ισόβια), γιατί το δικαστήριο έκρινε αυτό που ίσχυε. Ο,τι δηλαδή ήταν ψυχασθενής και ως εκ τούτου, τού αναγνωρίστηκε ότι είχε για το έγκλημα μειωμένο καταλογισμό.

Μετήχθη στις φυλακές και παρέμεινε κρατούμενος στο εκεί ψυχιατρείο. Αποφυλακίστηκε μετά από τέσσερα χρόνια και κάτι ημέρες, καθώς ο νόμος που ίσχυε τότε – το 2018 (δεν ισχύει πιά), δεν ήταν ο νόμος Παρασκευόπουλου – προέβλεπε, ότι ένας καταδικασμένος, ακόμα και για τόσο σοβαρό έγκλημα, μπορούσε να βγει, αν είχε εκτίσει τη μισή ποινή. Δηλαδή, εν προκειμένω, τα οκτώ χρόνια.

Στην περίπτωση του συγκεκριμένου κρατούμενου, υπολογίστηκαν διπλές οι ημέρες του εγκλεισμού του, γιατί ήταν στο ψυχιατρείο (η μία ημέρα μετράει για δύο) και επιπλέον εργαζόταν στη φυλακή, καθώς λάμβανε σχολαστικά και υπό την εποπτεία των γιατρών, τη φαρμακευτική αγωγή που ήταν απαραίτητη για την αντιμετώπιση της ψυχικής του νόσου.

Όταν αποφυλακίστηκε, ο εισαγγελέας, λαμβάνοντας υπόψη της γνωματεύσεις δύο έγκριτων καθηγητών Ψυχιατρικής, ζήτησε την ακούσια (χωρίς τη θέληση του) νοσηλεία σε ψυχιατρικό νοσοκομείο, όπως και έγινε.

Η παραμονή του στο νοσοκομείο ήταν περί τις 10 ημέρες, καθώς, από τους γιατρούς κρίθηκε, ότι μπορεί να είναι εκτός, λαμβάνοντας φαρμακευτική αγωγή και με την τήρηση περιοριστικών όρων που είχε θέσει το δικαστήριο που τον αποφυλάκισε.

Η συνέχεια εξελίχθηκε ως εξής: Οι περιοριστικοί όροι, εμφάνισης στο αστυνομικό τμήμα και παραμονής του σε συγκεκριμένη – οικογενειακή – κατοικία στη Γλυφάδα, δεν παραβιάστηκαν κατά βάση, μέχρι που έγινε το έγκλημα.

Όμως ο άνθρωπος αυτός, από το 2023 και μετά δεν εμφανίστηκε στο Ψυχιατρείο (Δρομοκαϊτειο) για να ανανεώσει τη λήψη της φαρμακευτικής του αγωγής.

Υποτροπίασε και έφθασε σε δεύτερο στυγερό έγκλημα.

Οι ευθύνες

Πού εντοπίζονται για την τραγική αυτή ιστορία οι ευθύνες:

  • Πρώτα απ΄όλα, στον νόμο που ίσχυε και έδινε τη δυνατότητα σε έναν καταδικασμένο για ανθρωποκτονία, να αποφυλακίζεται με όρους, μετά από μόλις τέσσερα χρόνια. Και στην περίπτωση του, με το βαρύ ιστορικό της ψυχασθένειας, που είχε αξιολογηθεί με τη δικαστική κρίση της καταδικαστικής απόφασης, καθώς του επιβλήθηκε μειωμένη ποινή, λόγω μειωμένου καταλογισμού, δηλαδή, ότι ο άνθρωπος δεν καταλάβαινε τί έκανε.
  • Δεύτερον: Η ευθύνη ανήκει στους δικαστές που τον αποφυλάκισαν. Διότι, ο νόμος μπορεί να έδινε τη δυνατότητα της αποφυλάκισης, αλλά όφειλαν να εξετάσουν το νομικό πλαίσιο, αξιολογώντας το στη συγκεκριμένη περίπτωση, με τα βαριά στοιχεία της ψυχικής νόσου. Και είτε να μην τον αποφυλακίσουν, δίνοντας του τη δυνατότητα παραμονής και νοσηλείας στο Ψυχιατρείο των φυλακών, είτε να θέσουν επιπρόσθετα ως περιοριστικό όρο, να ελέγχεται σε τακτική βάση από ψυχιάτρους και να προσκομίζει, εμφανιζόμενος στο αστυνομικό τμήμα, ιατρική βεβαίωση, ότι είναι η νόσος του υπό έλεγχο. Τίποτα από τα δύο δεν έγινε.
  • Τρίτον: Οι γιατροί, χωρίς ιδιαίτερη επικέντρωση στην περίπτωση του, καθώς είχε διαπράξει ήδη στυγερό έγκλημα, δε φρόντισαν να αξιολογήσουν την κατάσταση του, κυρίως εκτός Ψυχιατρείου, με έλεγχο μέσω προσώπων του οικογενειακού του περιβάλλοντος, όσο μπορούσαν, για να εξασφαλίζεται η παροχή της φαρμακευτικής του αγωγής.
  • Τέταρτον: Το οικογενειακό και ευρύτερα κοινωνικό περιβάλλον, που σε πάρα πολλές τέτοιες περιπτώσεις αποδεικνύεται ότι δε θέλει να συνειδητοποιήσει το μέγεθος της ψυχικής νόσου, ώστε να βρίσκεται σε στενή συνεργασία με γιατρούς και κοινωνικές υπηρεσίες ή σε επαγρύπνιση και προσοχή, για τη συμπεριφορά ενός τέτοιου ατόμου, που παρουσίαζε ψυχιατρικά προβλήματα και μάλιστα σοβαρά, θέτοντας σε κίνδυνο τους γύρω του και τον ίδιο τον εαυτό.

Με αυτά τα δεδομένα το δεύτερο έγκλημα ήταν απλά προαναγγελθέν…