Η στεγαστική κρίση έχει παγιωθεί ως ένα από τα πιο σύνθετα και επίμονα προβλήματα της ελληνικής οικονομίας. Παρά τη σταδιακή αποκλιμάκωση του πληθωρισμού, τα επίπεδα των τιμών και κυρίως των ενοικίων παραμένουν υψηλά, συμπιέζοντας τα διαθέσιμα εισοδήματα και δυσχεραίνοντας την πρόσβαση τόσο στη μίσθωση όσο και στην ιδιοκατοίκηση.
Για τα μεσαία εισοδήματα, η στέγη εξελίσσεται σε βασικό παράγοντα οικονομικής ασφυξίας, γεγονός που αποτυπώνεται πλέον και στις δημοσκοπήσεις ως μείζον κοινωνικό ζήτημα.
Σε αυτό το περιβάλλον, η κυβέρνηση επιχειρεί μια σαφή αλλαγή φιλοσοφίας στη στεγαστική πολιτική. Σήμερα, στο Υπουργικό Συμβούλιο, ο Κυριάκος Πιερρακάκης και η Δόμνα Μιχαηλίδου παρουσιάζουν τις νέες νομοθετικές πρωτοβουλίες για το στεγαστικό, με έμφαση στις πιο πρόσφατες και ώριμες παρεμβάσεις που στοχεύουν όχι στην επιδότηση της ζήτησης, αλλά στην ενίσχυση της προσφοράς κατοικίας.
Nέο πλαίσιο κινήτρων προς κατασκευαστικές και ιδιώτες επενδυτές
Κεντρικός άξονας του σχεδιασμού είναι το νέο πλαίσιο κινήτρων προς κατασκευαστικές εταιρείες και ιδιώτες επενδυτές για την ανέγερση ή μετατροπή κτιρίων που θα κατευθύνονται αποκλειστικά στη μακροχρόνια μίσθωση.
Η ελάχιστη διάρκεια δέσμευσης των δέκα ετών, η δυνατότητα φορολογικής έκπτωσης των μισθωμάτων και ο κεντρικός καθορισμός ανώτατου ύψους ενοικίου επιχειρούν να δημιουργήσουν ένα νέο απόθεμα προσιτής κατοικίας. Πρόκειται για μια παρέμβαση που φιλοδοξεί να επηρεάσει τη δομή της αγοράς, αν και απευθύνεται κυρίως σε μεγάλους παίκτες και θεσμικούς επενδυτές, αφήνοντας εκτός τουλάχιστον αρχικάτη μικρή οικοδομή.
Η κυβέρνηση αναγνωρίζει ότι το στεγαστικό πρόβλημα δεν περιορίζεται στην πλευρά της ζήτησης, αλλά εστιάζεται κυρίως στην ανεπαρκή προσφορά. Για χρόνια, η οικοδομή κινήθηκε είτε προς ακριβά ακίνητα προς πώληση είτε προς τη βραχυχρόνια μίσθωση, αφήνοντας κενό στην αγορά προσιτής κατοικίας. Το νέο πλαίσιο επιχειρεί να αναστρέψει αυτή τη δυναμική, μετατοπίζοντας τα επενδυτικά κίνητρα προς τη μακροχρόνια ενοικίαση.
Παράλληλα, προχωρά η κοινωνική αντιπαροχή, η οποία προβάλλεται πλέον ως ένας από τους βασικούς πυλώνες της κυβερνητικής στεγαστικής πολιτικής. Σύμφωνα με πληροφορίες του ΟΤ, άμεσα αναμένεται η Κοινή Υπουργική Απόφαση που θα ενεργοποιήσει το πλαίσιο για τα πρώτα δέκα ώριμα ακίνητα του Δημοσίου, τα οποία έχουν ήδη περάσει τη φάση της τεχνικής και νομικής ωρίμανσης. Ο πρώτος διαγωνισμός κοινωνικής αντιπαροχής αναμένεται εντός του 2026, σηματοδοτώντας την πρώτη ουσιαστική δοκιμή του μοντέλου στην πράξη.
Eκτεταμένο πρόγραμμα ανακαίνισης κατοικιών
Το πακέτο συμπληρώνεται από εκτεταμένο πρόγραμμα ανακαίνισης κατοικιών με επιδότηση που φτάνει έως και το 90% του κόστους και συνολικό προϋπολογισμό 400 εκατ. ευρώ. Η επιδότηση μπορεί να ανέλθει έως τις 36.000 ευρώ ανά κατοικία, με στόχο την επαναφορά παλαιών, εγκαταλελειμμένων ή κλειστών ακινήτων στην αγορά μακροχρόνιας μίσθωσης. Παράλληλα, προβλέπεται επιστροφή δύο ενοικίων ετησίως για περίπου 50.000 εκπαιδευτικούς, νοσηλευτές και γιατρούς που εργάζονται εκτός Αττικής και Θεσσαλονίκης, ως κίνητρο παραμονής σε περιοχές με έντονα προβλήματα στέγασης.
Ιδιαίτερη βαρύτητα δίνεται και στη βραχυχρόνια μίσθωση, με ενίσχυση των περιορισμών και επέκταση των υφιστάμενων ρυθμίσεων και στο κέντρο της Θεσσαλονίκης. Στις ζώνες όπου απαγορεύεται το Airbnb, τα ακίνητα που μεταβιβάζονται θα διαγράφονται αυτόματα από το Μητρώο Βραχυχρόνιας Διαμονής, ώστε να μην επιστρέφουν στην ίδια χρήση.
Το ερώτημα που παραμένει ανοιχτό είναι αν τα κίνητρα που παρουσιάζονται επαρκούν για να αντισταθμίσουν το αυξημένο κόστος κατασκευής και τη μακροχρόνια δέσμευση κεφαλαίων.
Πηγή: OT.GR






