Αφορμή για τη συνάντησή μας με τον Γιάννη Στάνκογλου είναι η «Λόλα». Το εμβληματικό φιλμ νουάρ του 1964, γραμμένο από τον Ηλία Λυμπερόπουλο, που μεταφέρεται για πρώτη φορά σε θεατρική σκηνή και συγκεκριμένα σε εκείνη του «Παλλάς», σε σκηνοθεσία του Χρήστου Σουγάρη.
Μια ιστορία εκδίκησης, αλλά και αγνού έρωτα, η οποία παραμένει με έναν τρόπο επίκαιρη, παρόλο που στη σύγχρονη εποχή, η βία δεν διαδραματίζεται στα σκοτεινά δρομάκια και τα καταγώγια της Τρούμπας, αλλά έχει μεταφερθεί στα υπνοδωμάτια και τις οθόνες των παιδιών.

Φωτογραφία: Γιώργος Βελλής
Ο Γιάννης Στάνκογλου, αναλαμβάνει να αναβιώσει τον ρόλο του «Άρη» –τον οποίο σφράγισε ανεξίτηλα με την ερμηνεία του ο Νίκος Κούρκουλος-, σε μια σύγχρονη ανάγνωση του έργου, με επιρροές από νοτιοκορεατικό κινηματογράφο και με κάμερες επί σκηνής.
Η επαγγελματική πορεία του πολυδιάστατου ηθοποιού περιλαμβάνει συνεργασίες με όλους τους κορυφαίους Έλληνες σκηνοθέτες, ξεκινώντας από τη θητεία του δίπλα στον Θεόδωρο Τερζόπουλο στα πρώτα βήματα της καριέρας του, εμφανίσεις σε Επίδαυρο και Ηρώδειο, σαρωτικές τηλεοπτικές επιτυχίες και δεκάδες κινηματογραφικές συμμετοχές.
Ρισκάρει, όπως λέει, να αναμετρηθεί με όλα τα είδη της τέχνης του, είτε αναλαμβάνοντας έναν ρόλο απαιτητικό, σωματικά και ψυχικά, όπως εκείνον του «Προμηθέα Δεσμώτη» (σε σκηνοθεσία Άρη Μπινιάρη), είτε του δισεκατομμυριούχου Όλιβερ Γουόρμπακς, στο οικογενειακό μιούζικαλ «Άννυ», το οποίο απόλαυσε πραγματικά. Κάτι που, μέχρι σήμερα, του έχει βγει σε καλό.

Φωτογραφία: Γιώργος Βελλής
Κύριε Στάνκογλου, πρωταγωνιστείτε στην θεατρική μεταφορά, της Λόλας, το θρυλικό κινηματογραφικό έργο του Ηλία Λυμπερόπουλου. Τι σημαίνει για εσάς αυτή η ταινία;
Πρόκειται, κατά τη γνώμη μου, για μια εμβληματική ταινία. Από εκείνες δηλαδή που θυμάμαι να βλέπω από μικρός με τους πρωταγωνιστές να έχουν μείνει ανεξίτηλοι στη μνήμη μου. Πρόκειται για ένα όμορφο φιλμ νουάρ, με καταπληκτική ατμόσφαιρα και σπουδαίους ηθοποιούς σε όλους τους ρόλους. Βλέποντας την ξανά πριν 2-3 μήνες, διαπίστωσα ότι παραμένει σύγχρονη με κάποιον τρόπο.
«Νομίζω ότι ο Κούρκουλος δεν ήταν τόσο αρρενωπός σε αυτή την ταινία».
Πόσο εύκολη είναι η μεταφορά της στη σκηνή;
Το να μεταφέρεις μια ταινία στο θέατρο, πάντοτε εμπεριέχει ένα ρίσκο. Εμείς όμως δεν «πατάμε» πάνω στην ταινία, κάνουμε κάτι πιο σύγχρονο. Νομίζω ότι ο Χρήστος Σουγάρης, ο σκηνοθέτης, αυτό προσπαθεί. Εκεί που συνδεόμαστε με την ταινία είναι οι κάμερες που θα έχουμε πάνω στη σκηνή. Δηλαδή θα παίζουν οι ηθοποιοί και θα υπάρχουν κάμεραμεν, σαν σε ένα στούντιο κινηματογραφικό να παίρνουν πλάνα. Είναι λίγο άχρονο όλο αυτό που θα κάνουμε. Επίσης, θα υπάρχει πρωτότυπη μουσική, την οποία γράφει ο Τζεφ Βάγγερ, η οποία είναι πιο ηλεκτρονική, πιο σύγχρονη. Γιατί, ας μην ξεχνάμε ότι είναι εμβληματική και η μουσική στην ταινία. Την έχει γράψει ο Σταύρος Ξαρχάκος και εκεί εμφανίστηκε για πρώτη φορά η Βίκυ Μοσχολιού στο κοινό. Εμείς όμως θέλαμε, μουσικά, κάτι που να ταιριάζει με αυτό που κάνουμε τώρα.

Φωτογραφία: Γιώργος Βελλής
Έχετε πει ότι η σκηνοθετική προσέγγιση του Χρήστου Σουγάρη έχει κάτι από νοτιοκορεάτικο κινηματογράφο.
Με έναν τρόπο, ναι. Γιατί πρόκειται για μια ιστορία εκδίκησης, μια ιστορία έρωτα. Αυτός (ο πρωταγωνιστής) γυρνάει πίσω, έχοντας κάνει φυλακή τρία χρόνια γιατί τον έχει προδώσει ο φίλος του. Και βγαίνει έξω για να μάθει τι γίνεται. Θέλει να σωθεί απ’ όλη αυτή την κόλαση της Τρούμπας, αλλά αναγκάζεται να επιστρέψει για να σώσει τη Λόλα.
«Όταν σκοτώνεσαι σε μια δουλειά που δεν αγαπάς για 12-14 ώρες την ημέρα με μισθό 800 ευρώ και δεν μπορείς να τα βγάλεις πέρα, αυτό το φέρνεις μετά σαν ενέργεια μέσα στο σπίτι σου».
Θα ακούσουμε και τις κλασικές ατάκες που άφησαν εποχή, όπως το «πολλά τα λεφτά Άρη»;
Θα ειπωθεί, ναι. Όχι με τον τρόπο που την έλεγε ο Καλογήρου, αλλά θα ειπωθεί. Το κείμενο έχει μείνει σχεδόν αυτούσιο. Έχουμε πειράξει ελάχιστα πράγματα για να τα φέρουμε στο παρόν. Αλλά γενικά το έχουμε κρατήσει ως είχε.

Φωτογραφία: Γιώργος Βελλής
Συναντιέστε και πάλι -στη σκηνή αυτή τη φορά-, με την Έλλη Τρίγγου και τον Γιώργο Γάλλο, μετά τη μεγάλη σας τηλεοπτική επιτυχία. Πώς είναι αυτό το reunion;
Με τον Γάλλο έχω κάνει άλλη μια φορά θέατρο με σκηνοθέτη τον Τσέζαρις Γκραουζίνις. Είχαμε ανεβάσει τον «Ιούλιο Καίσαρα». Ένα έργο που έχω παίξει δύο φορές, πρώτα σε σκηνοθεσία Νίκου Καραθάνου, όπου υποδυόμουν τον Μάρκο Αντώνιο. Την δεύτερη φορά έκανα τον Βρούτο. Με την Έλλη (Τρίγγου) δεν έχουμε συνεργαστεί θεατρικά. Μόνο στις «Άγριες Μέλισσες» και επίσης στα «Φαντάσματα» τώρα. Είναι δύο άνθρωποι που τους εκτιμώ πάρα πολύ. Όπως και όλη την ομάδα, η οποία αποτελείται από περισσότερα από δεκαπέντε άτομα.
Στην ταινία, ο Νίκος Κούρκουλος ενσάρκωνε το πρότυπο του «σκληρού άντρα» μιας άλλης εποχής. Εσείς, φέρνοντας τον ρόλο στο 2026, ποια στοιχεία αυτής της ανδρικής ταυτότητας κρατάτε και ποια θεωρείτε πια ξεπερασμένα ή ακόμη και τοξικά;
Νομίζω ότι ο Κούρκουλος δεν ήταν τόσο αρρενωπός σε αυτή την ταινία. Είχε ένα φίλτρο, ήταν πολύ ήσυχο το πρόσωπό του. Εγώ αυτό κρατάω. Και έτσι θέλω να πάω και τον χαρακτήρα του Άρη θεατρικά. Είναι ένας άνθρωπος ο οποίος έχει εξαγνιστεί μέσα στη φυλακή. Έχει επιστρέψει, αλλά δεν τον ενδιαφέρει ο κόσμος όλος αυτός της Τρούμπας, τα μαχαίρια, οι θάνατοι, τα λεφτά, τα ναρκωτικά.

Φωτογραφία: Γιώργος Βελλής
Νομίζω ότι γυρνάει πίσω για να πάρει μόνο τη Λόλα. Αυτό είναι το ενδιαφέρον για μένα. Είναι ο μεγαλύτερος φονιάς της Τρούμπας, επιστρέφει μετά τη φυλακή και είναι σαν να έχει αγιοποιηθεί με κάποιο τρόπο. Δεν θέλει να χτυπηθεί, οι καταστάσεις τον φέρνουν σε αυτή τη θέση. Γενικά, θα ήθελε απλώς να πάρει από το χέρι τη Λόλα και να φύγουν.
«Τα νέα παιδιά δεν έχουν το φλερτ. Σκοπός είναι μόνο το σεξ. Έχει χαθεί η μαγεία».
Η βία είναι ένα έντονο στοιχείο του έργου. Η βία του υποκόσμου. Σήμερα την βλέπουμε να έχει φτάσει σε όλα τα στρώματα της κοινωνίας, ακόμη και στα παιδιά. Πώς σχολιάζετε τη βία των νέων σήμερα;
Είναι σημεία των καιρών. Και πιστεύω ότι έχει να κάνει πάρα πολύ με το πώς ζουν οι γονείς των νέων αυτών. Δηλαδή, όταν σκοτώνεσαι σε μια δουλειά που δεν αγαπάς για 12-14 ώρες την ημέρα με μισθό 800 ευρώ και δεν μπορείς να τα βγάλεις πέρα, αυτό το φέρνεις μετά σαν ενέργεια μέσα στο σπίτι σου, ό,τι και να κάνεις. Και οι νέοι το καταλαβαίνουν, το βλέπουν. Πέραν όλης της βίας και των κινδύνων που υπάρχουν στα κινητά τους, όπου έχει αγριέψει η κατάσταση. Είναι δύσκολοι καιροί. Τουλάχιστον στη «Λόλα» η βία ήταν ωμή μεν ευδιάκριτη δε. Σήμερα είναι ύπουλη, βρίσκεται παντού, κρύβεται πίσω από τα ντουβάρια των σπιτιών, μέσα στα δωμάτια των παιδιών. Δυστυχώς.

Φωτογραφία: Γιώργος Βελλής
Ως πατέρας εφήβων, πώς αντιμετωπίζετε αυτό το φαινόμενο;
Προσέχω όσο μπορώ. Η κόρη μου είναι 16 και μέχρι πέρυσι δεν είχε Instagram.
Πώς το καταφέρατε αυτό;
Με λόγια, με κουβέντα. Η Φοίβη, βέβαια, είναι ένα παιδί που ακούει. Επίσης, επειδή είναι καλλιτεχνική φύση, έχει άλλες διεξόδους. Φυσικά, τώρα που έχει Instagram, ασχολείται και με αυτό. Ο γιος μου από την άλλη, παίζει πάρα πολύ παιχνίδια στο κινητό, Roblox κ.ά. Εκεί κάνουμε προσπάθεια να τον περιορίσουμε γιατί τα παιδιά χάνονται σε αυτά. Εμείς όταν είμασταν νεαροί, πηγαίναμε σε μαγαζιά με ηλεκτρονικά παιχνίδια, βάζαμε κέρματα στο μηχάνημα, τα οποία κάποια στιγμή τελείωναν. Τώρα χάνεται ο χρόνος.
«Ο Έλληνας δεν έχει εμπιστοσύνη στους θεσμούς, στη δικαιοσύνη».
Και αυτό είναι το πρόβλημα για τα παιδιά. Αυτά συζητάμε. Τους λέω, «βρε εσείς, μπλουζ χορεύετε;». Δεν χορεύουν, δεν έχουν επαφή σωματική. Δεν έχουν το φλερτ. Σκοπός είναι μόνο το σεξ. Έχει χαθεί η μαγεία. Είναι πολύ επικίνδυνες οι μέρες που ζούμε και σε διεθνές επίπεδο. Όλο αυτό που γίνεται με τον Τραμπ, με το Ιράν, αλλά και αυτά που βιώνουμε στην Ελλάδα.

Φωτογραφία: Γιώργος Βελλής
Σε τι αναφέρεστε;
Αυτό που βλέπεις τα τελευταία χρόνια για παράδειγμα, με υψηλό το κόστος διαβίωσης. Που βλέπεις να σε κλέβουν μπροστά στα μάτια σου, να σε κοροϊδεύουν, να κουκουλώνουν τα κακώς κείμενα. Δεν έχεις εμπιστοσύνη στους θεσμούς, στη δικαιοσύνη. Κάποια στιγμή αυτό θα φτάσει σε επικίνδυνο σημείο. Στη Σερβία είδαμε ότι κατέρρευσε ένα στέγαστρο που σκότωσε 15 άτομα και την επομένη έπεσε η κυβέρνηση. Αυτό όμως έγινε γιατί οι Σέρβοι πριν από 25-30 χρόνια είχαν πόλεμο. Εμείς δεν αντιδράμε επειδή έχουμε βολευτεί σε μια κατάσταση -που δεν είναι και βολική τελικά, αλλά έτσι νομίζουμε. Δεν είναι καθόλου. Γι’ αυτό και είδαμε τις τεράστιες πορείες για τα Τέμπη. Προσωπικά, δε είχα ξαναδεί κάτι τέτοιο.
«Ο Σμαραγδής, δεν μου αρέσει σαν σκηνοθέτης. Μου φαίνεται πολύ επιφανειακός και ότι κάνει ηθογραφία».
Ωραία, ας επιστρέψουμε στα περί τέχνης. Εσείς έχετε κάνει πολύ κινηματογράφο, κάτι που δεν είναι συνηθισμένο για ηθοποιό της γενιάς σας.
Η αλήθεια είναι ότι στην Ελλάδα, υπήρχε έντονα ο κινηματογράφος μέχρι τη δεκαετία του ’80 και μετά γίνονταν λίγες ταινίες. Είχαμε τον Αγγελόπουλο, τον Παναγιωτόπουλο. Υπήρχαν σκηνοθέτες αλλά ήταν μετρημένοι στα δάχτυλα. Εγώ είχα την τύχη από πολύ νωρίς να κάνω σινεμά.
«Ο Λάνθιμος έπρεπε να φύγει έξω για να κάνει αυτά που κάνει, για να τον σέβεται όλος ο κόσμος».
Πήγα πριν περίπου έναν χρόνο στο βιντεοκλάμπ στην Ιπποκράτους που έχει όλες τις ταινίες τις παλιές και ζήτησα τη λίστα με εκείνες στις οποίες έχω συμμετάσχει. Ήταν 39-40 και έλειπαν δυο-τρεις. Κι έχω κάνει από τότε κι άλλες. Τον αγαπώ πάρα πολύ τον κινηματογράφο. Θα ήθελα να κάνω πολύ πιο συχνά. Δεν πληρώνει για να μπορείς να επιβιώσεις και να ζήσεις από αυτόν, αλλά είναι πολύ αγαπημένο είδος. Μου αρέσει να κάνω γυρίσματα, ειδικά όταν υπάρχει ένα πολύ ωραίο σενάριο, με καλούς συνεργάτες.

Φωτογραφία: Γιώργος Βελλής
Πώς βλέπετε τον σύγχρονο ελληνικό κινηματογράφο;
Γίνονται ταινίες και ο ΕΚΚΟΜΕΔ έχει βοηθήσει σε αυτό, για να υπάρχουν κάποιες χρηματοδοτήσεις. Αλλά το θέμα είναι να γίνονται και ωραίες ταινίες. Βλέπεις ότι ο Λάνθιμος έπρεπε να φύγει έξω για να κάνει αυτά που κάνει, για να τον σέβεται όλος ο κόσμος. Η καινούργια ταινία του Οικονομίδη μού άρεσε πολύ.

Φωτογραφία: Γιώργος Βελλής
Ποια είναι η άποψή σας για τον «Καποδίστρια» του Σμαραγδή, μια ταινία που έχει συζητηθεί πολύ;
Τον Καποδίστρια δεν τον είδα, αλλά από αυτά που έχω δει στο παρελθόν από τον Σμαραγδή, δεν μου αρέσει σαν σκηνοθέτης. Μου φαίνεται πολύ επιφανειακός και ότι κάνει ηθογραφία. Δε μου αρέσει αυτό το σινεμά.
Έχει κόψει όμως πολλά εισιτήρια.
Αυτό το βρίσκω θετικό. Μου αρέσει να πηγαίνει ο κόσμος σινεμά, να γεμίζουν οι αίθουσες. Έτσι γίνεται και έξω. Η Γαλλία ας πούμε, έχει μια πολύ βαριά βιομηχανία, γίνονται άπειρες κακές ταινίες, αλλά υπάρχουν κι άλλες εκατό καλές. Ένας παραγωγός μπορεί να κάνει μια πολύ εμπορική ταινία και μετά να χρηματοδοτήσει μια πιο καλλιτεχνική. Αυτό δεν το κάνουμε εύκολα εδώ. Χαρακτηρίζεσαι σε όλα τα επίπεδα.
Εσείς όμως έχετε κάνει δουλειές σε όλα τα είδη, από κινηματογράφο και τηλεόραση, και από μιούζικαλ μέχρι τραγωδία στην Επίδαυρο και το Ηρώδειο.
Ναι, έχω ρισκάρει. Έχω κάνει και εμπορικά πράγματα στο σινεμά, και μιούζικαλ στο θέατρο. Δηλαδή δεν μένω σε ένα είδος. Για εμένα, η εμπειρία είναι πολύ σημαντική. Δηλαδή όσο και να κάθεσαι μέσα σε ένα θέατρο και να χτυπιέσαι και να πειραματίζεσαι για να φτιάξεις κάτι, αν ακουμπήσεις μόνο ένα είδος, γίνεσαι μονόπλευρος.

Φωτογραφία: Γιώργος Βελλής
Η τέχνη είναι να ασχολούμαστε με τα πάντα. Είναι εύκολο, νομίζεις, να παίξεις έναν ελαφρύ χαρακτήρα και να μην βγει γελοίος; Εμένα μου αρέσει να κάνω πράγματα που είναι εμπορικά τη μία χρονιά, και την άλλη να είμαι με έναν σκηνοθέτη που εκτιμώ, που κάνω τέχνη. Θεωρώ ότι όλα είναι τέχνη. Απλώς κάποια πράγματα είναι λίγο πιο εύκολα και κάποια λίγο πιο δύσκολα. Δηλαδή στον «Προμηθέα», μια-μιάμιση ώρα δεν κουνιόμουν, δεμένος πάνω στη σκηνή. Ήταν πολύ δύσκολο, αλλά είχε τόση ενέργεια. Πίστευα τόσο πολύ αυτό που έκανα, που δεν κουραζόμουν. Βρίσκεις τον τρόπο όταν κάτι σου αρέσει πολύ.
Η έλευση των διεθνών πλατφορμών πώς έχει αλλάξει το επάγγελμά σας; Πρόκειται για ένα άνοιγμα προς τον κόσμο;
Οι δουλειές στην τηλεόραση, διεθνώς, βρίσκονται σε πολύ καλύτερο επίπεδο από ό,τι στο παρελθόν. Οι σειρές που γίνονται έχουν τρομερή γκάμα, από το μαγευτικό «Adolescence» μέχρι το Peaky Blinders», μια σειρά στην οποία θα ήθελα τόσο πολύ να παίξω. Βλέπεις ότι όλοι οι σπουδαίοι κινηματογραφιστές κάνουν σειρές πια, γιατί είναι πολύ προσεγμένες, σαν κινηματογράφος. Αυτές οι πλατφόρμες έχουν ανοίξει την πόρτα σε ευκαιρίες. Μου έκαναν κάποιες προτάσεις για δουλειές έξω, αλλά δεν μπορούσα γιατί είχα θέατρο. Δε λέω όμως όχι. Είναι πολύ ωραίο να δουλεύεις με ανθρώπους στο εξωτερικό. Είναι άλλες οι συνθήκες.

Φωτογραφία: Γιώργος Βελλής
Τέλος, ωριμάζοντας μέσα στο επάγγελμα, πώς είστε ως συνάδελφος; Είστε περισσότερο ανεκτικός με τους νεότερους;
Μεγαλώνοντας, αυτό που προσπαθώ, πέρα από όλα τα άλλα, είναι να έχω καλή ενέργεια στην πρόβα, στο γύρισμα. Να περνάω καλά. Είναι πολύ βασικό. Όσο και να ζορίζομαι, θέλω να αφήνουμε τις κακές ενέργειες απ’ έξω και όχι να γίνεται «άρρωστα» η δουλειά. Με τα χρόνια, ούτως ή άλλως είσαι πιο ανεκτικός και όχι τόσο ακραίος όσο παλιά. Δέχομαι πιο πολύ τον άλλον και το καινούργιο. Όταν έκανα το μιούζικαλ «Άννυ», την σεζόν που μας πέρασε, συνεργαζόμουν με παιδιά δέκα χρονών.

Φωτογραφία: Γιώργος Βελλής
Ήταν ένα τεράστιο μάθημα για εμένα. Ήταν τόσο επαγγελματίες όλοι. Ειδικά οι δύο δεκάχρονες πρωταγωνίστριες, η Μυρτώ Φαραζή και η Μαριάνθης Χρόνη (οι δυο τους μοιράζονταν τον ρόλο της Άννυ), τις οποίες θεωρώ ευφυΐες Έβλεπα την επιμονή τους να φέρουν εις πέρας το έργο τους στην εντέλεια, εκεί που ίσως εγώ προσπερνούσα κάτι πιο γρήγορα. Το ταλέντο τους δε στο τραγούδι και ο επαγγελματισμός τους με έκανε κι εμένα να δουλεύω περισσότερο τη φωνή μου για να σταθώ αντάξιος δίπλα τους. Γι’ αυτό θέλω να δουλεύω με νέους, μου δίνουν κίνητρο.
*Ευχαριστούμε το KOMNA TRAKA στην Κυψέλη για την φιλοξενία.
Αγοράστε εισιτηρία για τις κορυφαίες εκδηλώσεις από το InTickets.







