Η Γροιλανδία και η Βενεζουέλα, δύο φαινομενικά ασύνδετες γεωγραφίες, αποκαλύπτουν στην πραγματικότητα την ίδια στρατηγική λογική: την επιδίωξη του Donald Trump να επεκτείνει την αμερικανική ισχύ σε περιοχές που συνδυάζουν στρατιωτική σημασία και ενεργειακό πλούτο.
Η Γροιλανδία υπήρξε το πρώτο «σοκ» της διεθνούς κοινότητας το 2019, όταν ο Trump μίλησε ανοιχτά για την αγορά της από τη Δανία. Η πρόταση αντιμετωπίστηκε τότε ως παράδοξη, μάλλον γελοία, όμως αποκάλυπτε μια βαθύτερη στρατηγική: η Αρκτική δεν είναι πλέον μια παγωμένη περιφέρεια ή ένα απομονωμένο νησί. αλλά ένας νέος γεωπολιτικός χώρος όπου εξελίσσεται σε νέο πεδίο ανταγωνισμού. Η αμερικανική βάση Thule, οι σπάνιες γαίες και οι νέες θαλάσσιες οδοί που ανοίγονται λόγω της τήξης των πάγων, συνδυάζονται με τα σημαντικά αποθέματα πετρελαίου και φυσικού αερίου. Η λεκάνη Jameson Land εκτιμάται ότι περιέχει πάνω από 13 δισεκατομμύρια βαρέλια πετρελαίου, ενώ άλλες περιοχές παραμένουν ανεξερεύνητες.
Αυτά λοιπόν καθιστούν τη Γροιλανδία ένα «διαμάντι» που θα μπορούσε να ενισχύσει την αμερικανική ισχύ απέναντι σε Ρωσία και Κίνα. Η πρόταση του Trump, όσο κι αν απορρίφθηκε, έθεσε το ερώτημα: ποιος θα ελέγξει την Αρκτική στον 21ο αιώνα;
Παράλληλα, Η πρόσφατη κίνηση του Αμερικάνου Προέδρου στη Βενεζουέλα δείχνει ότι η ίδια λογική επεκτείνεται στη Λατινική Αμερική. Μετά τη σύλληψη του Νικολάς Μαδούρο από αμερικανικές δυνάμεις στις αρχές Ιανουαρίου 2026, ο Trump δήλωσε ότι οι ΗΠΑ θα «τρέξουν» τη χώρα και μάλιστα αυτοανακηρύχθηκε «acting president of Venezuela». Η Βενεζουέλα, με τα τεράστια αποθέματα πετρελαίου (με περίπου 303 δισεκατομμύρια βαρέλια, που αντιστοιχούν στο 17% των παγκόσμιων αποθεμάτων, σύμφωνα με στοιχεία του OPEC. Η παραγωγή, ωστόσο, έχει καταρρεύσει: μόλις 1,14 εκατ. βαρέλια ημερησίως το 2025, σε σύγκριση με το ιστορικό υψηλό των 3,45 εκατ. το 1997), αποτελεί τον ενεργειακό καθρέφτη της Γροιλανδίας: εκεί όπου η Αρκτική προσφέρει σπάνιες γαίες και στρατιωτική επιτήρηση, η Βενεζουέλα προσφέρει υδρογονάνθρακες και γεωπολιτικό έλεγχο στη Δυτική Ημισφαίρια. Η επιδίωξη είναι η ίδια: η κατοχύρωση της αμερικανικής κυριαρχίας σε κρίσιμους πόρους και στρατηγικά σημεία.
Η σύνδεση των δύο περιπτώσεων αποκαλύπτει μια συνεκτική στρατηγική αφήγηση. Ο Trump δεν βλέπει τα κράτη ως κυρίαρχες οντότητες αλλά ως «ακίνητα» ή «περιουσιακά στοιχεία» που μπορούν να ενταχθούν στο αμερικανικό χαρτοφυλάκιο ισχύος. Η Γροιλανδία ήταν η «μεγάλη ακίνητη περιουσία» του Βορρά, ενώ η Βενεζουέλα είναι το «ενεργειακό οικόπεδο» του Νότου. Και στις δύο περιπτώσεις, η αντίδραση της διεθνούς κοινότητας υπήρξε έντονη: η Δανία μίλησε για «παράλογη πρόταση», ενώ στη Βενεζουέλα η επέμβαση καταγγέλθηκε ως παραβίαση της κυριαρχίας και του διεθνούς δικαίου.
Η λογική «ιδιοκτησίας» κατά το διεθνές δίκαιο, η πρόταση αγοράς της Γροιλανδίας παραβιάζει την έννοια της αυτοδιάθεσης, ενώ η στρατιωτική επέμβαση στη Βενεζουέλα συνιστά κατάφωρη παραβίαση του Χάρτη του ΟΗΕ. Η στρατηγική αυτή αμφισβητεί τα όρια της διεθνούς τάξης και επαναφέρει πρακτικές που θυμίζουν τον Ψυχρό Πόλεμο. Η ιστορία δείχνει ότι τέτοιες πρακτικές δεν είναι πρωτόγνωρες: η εισβολή στο Ιράκ το 2003, η επέμβαση στον Παναμά το 1989, ακόμη και η στρατιωτική δράση στο Κόσοβο το 1999. Σε όλες αυτές τις περιπτώσεις, οι ενεργειακοί ή γεωπολιτικοί πόροι αποτέλεσαν τον πραγματικό στόχο.
Ωστόσο, η ουσία δεν βρίσκεται μόνο στις αντιδράσεις. Βρίσκεται στο γεγονός ότι η αμερικανική στρατηγική υπό τον Trump δεν διστάζει να αμφισβητήσει τα όρια της διεθνούς τάξης. Η Γροιλανδία και η Βενεζουέλα είναι δύο όψεις της ίδιας επιδίωξης: να επανακαθοριστεί η γεωπολιτική με όρους ιδιοκτησίας και ελέγχου πόρων. Η Αρκτική και η Λατινική Αμερική γίνονται έτσι οι νέες «ζώνες πειραματισμού» για μια πολιτική που δεν φοβάται να προκαλέσει, να σοκάρει και να ανατρέψει.
Το στοχαστικό συμπέρασμα είναι ότι η στρατηγική του Trump δεν είναι τυχαία ούτε αποσπασματική. Αντίθετα, συνδέει διαφορετικές γεωγραφίες σε μια ενιαία αφήγηση: η Αμερική ως διαχειριστής κρίσιμων περιοχών του πλανήτη.
Η Γροιλανδία και η Βενεζουέλα, όσο διαφορετικές κι αν φαίνονται, αποτελούν κομμάτια του ίδιου παζλ. Και το ερώτημα που μένει ανοιχτό είναι αν η διεθνής κοινότητα θα αποδεχθεί αυτήν την «ιδιοκτησιακή» λογική ή αν θα αντισταθεί σε μια νέα μορφή γεωπολιτικού ρεαλισμού που μετατρέπει κράτη σε περιουσιακά στοιχεία χωρών και ηγέτες στους νόμιμους κατόχους τους.






