«Αν η Ιστορία είναι οδηγός, γνωρίζουμε ότι το 1940 και στις αρχές του 1941 η Σοβιετική Ενωση κατέβαλε κάθε δυνατή προσπάθεια για να αποτρέψει τον πόλεμο ή τουλάχιστον να καθυστερήσει την έναρξή του. Για τον σκοπό αυτόν, η ΕΣΣΔ προσπάθησε να μην προκαλέσει τον πιθανό επιτιθέμενο μέχρι το τέλος, απέχοντας ή αναβάλλοντας τις πιο επείγουσες και προφανείς προετοιμασίες που έπρεπε να κάνει για να αμυνθεί από μια επικείμενη επίθεση. Οταν τελικά έδρασε, ήταν πολύ αργά.

Ως αποτέλεσμα, η χώρα δεν ήταν έτοιμη να αντιμετωπίσει την εισβολή της ναζιστικής Γερμανίας, η οποία επιτέθηκε στην πατρίδα μας στις 22 Ιουνίου 1941 χωρίς να κηρύξει τον πόλεμο. Η χώρα σταμάτησε τον εχθρό και τον νίκησε, αλλά αυτό είχε τεράστιο κόστος. Η προσπάθεια κατευνασμού του επιτιθεμένου εν όψει του Μεγάλου Πατριωτικού Πολέμου αποδείχθηκε ότι ήταν ένα λάθος που είχε υψηλό κόστος για τον λαό μας. Τους πρώτους μήνες μετά το ξέσπασμα των εχθροπραξιών χάσαμε τεράστιες περιοχές στρατηγικής σημασίας, καθώς και εκατομμύρια ζωές. Δεν θα κάνουμε αυτό το λάθος δεύτερη φορά. Δεν έχουμε δικαίωμα να το κάνουμε».

Αυτό το απόσπασμα από το διάγγελμα του προέδρου Πούτιν στις 24.2.2022, την ώρα που άρχιζε η ρωσική στρατιωτική εισβολή στην Ουκρανία, δείχνει τον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβάνεται την Ιστορία. Η δυτική θεώρηση της Ιστορίας αναδεικνύει τις κατευναστικές ψευδαισθήσεις του Τσάμπερλεν απέναντι στην προφανή χιτλερική απειλή. Ο Β. Πούτιν καταλογίζει την ιστορική ευθύνη για την ίδια κατευναστική μυωπία στον Στάλιν. Μπορεί ο ίδιος να πιστεύει ότι ενεργεί τώρα σαν να είναι ο Τσόρτσιλ της Ρωσίας. Οι ρόλοι όμως, όταν επαναλαμβάνεται το έργο της Ιστορίας, δύσκολα αντιστρέφονται. Τότε ο εκφραστής της θεωρίας του αναθεωρητισμού, της αμφισβήτησης των υφιστάμενων συνόρων και της διεκδίκησης του ζωτικού χώρου, ήταν ο επιτιθέμενος. Αυτός που εισέβαλε στην Τσεχοσλοβακία επικαλούμενος την ανάγκη προστασίας των γερμανόφωνων της Σουδητίας. Τώρα ο πρόεδρος Πούτιν επιτίθεται στην Ουκρανία.

Το αφήγημα Πούτιν είναι σαφές και απροκάλυπτο: Οι ιστορικοί σοβιετικοί ηγέτες ακρωτηρίασαν τη Ρωσία για να συγκροτήσουν τη Σοβιετική Ενωση και το μείγμα της μαρξιστικοεθνικιστικής ιδεολογίας της. Η Δύση, μετά τη διάλυση της Σοβιετικής Ενωσης, ταπείνωσε τη Ρωσία, γιατί θεώρησε ότι το τέλος του Ψυχρού Πολέμου μπορεί να είναι οριστικό και απολύτως ετεροβαρές. Δεν σεβάστηκε συνεπώς τον ιδιαίτερο ρόλο και τις ανησυχίες ασφαλείας της Ρωσίας και δεν έθεσε σαφές και τελικό όριο στον δικό της χώρο επιρροής, κυρίως μέσω του ΝΑΤΟ. Επιπλέον χειρίστηκε με εσφαλμένο τρόπο όλες τις εκτός ευρωπαϊκής ηπείρου προκλήσεις, από το Ιράκ έως τη Συρία και τη Λιβύη. Αυτά είπε ο πρόεδρος Πούτιν σε δύο εκτενή διαγγέλματα.

Ομως, το 2008 υπήρξε η Γεωργία με τη ρωσική στήριξη στην Αμπχαζία και στην Οσετία. Το δε 2014, μέσα σε λίγους μήνες, σωρεύτηκαν τα γεγονότα στο Μαϊντάν, η πτώση και η καταφυγή στη Ρωσία του προέδρου Γιανουκόβιτς, η πολιτική αλλαγή στην Ουκρανία, η απόσπαση της Κριμαίας, η ανακήρυξη των δύο «ανεξάρτητων οντοτήτων» στο Ντονμπάς.

Δεν υπάρχει κεραυνός εν αιθρία. Ακόμη και η τωρινή εισβολή, που είναι τελικά «μεγάλη» και όχι «μικρή», σύμφωνα με την αρχική διάκριση του προέδρου Μπάιντεν, είχε γίνει πλήρως αντιληπτή από τις αμερικανικές υπηρεσίες πολλές εβδομάδες πριν ξεκινήσει επί του εδάφους.

Φαίνεται όμως ότι η «υπνοβασία» είναι ένα μόνιμο χαρακτηριστικό της ευρωπαϊκής εξωτερικής πολιτικής. Προφανώς στόχος είναι πάντα η ειρήνη και η διπλωματία ποτέ δεν παύει να λειτουργεί, ούτε τις πιο σκοτεινές ώρες του πολέμου. Προφανώς ο ρόλος της Ρωσίας ως προμηθευτή φυσικού αερίου είναι εξαιρετικά κρίσιμος για την ΕΕ, ιδίως στη φάση της ενεργειακής μετάβασης.

Ομως ο πρόεδρος Πούτιν έχει ως δεδηλωμένο στόχο να καθυποτάξει, για λόγους «αυτοάμυνας», την Ουκρανία, να την «αποστρατιωτικοποιήσει» και να την «αποναζιστικοποιήσει». Δεν διστάζει μάλιστα να θεωρεί ότι η αυτοάμυνα αφορά απειλή εν δυνάμει πυρηνική στην οποία αντιτάσσεται ανοικτά αντίστροφη ρωσική πυρηνική απειλή. Το ζήτημα δεν είναι πλέον τα όρια του ΝΑΤΟ και μια νέα αρχιτεκτονική ασφαλείας στην Ευρώπη, έστω με επαναπροσδιορισμό των σφαιρών επιρροής. Το ζήτημα είναι, σε πρώτη φάση, η συγκρότηση της μεγάλης Ρωσίας και η ανασύσταση μιας «αυτοκρατορίας», με την Ουκρανία ακρωτηριασμένη κατά ένα μέρος της και υπό κατοχή, δηλαδή στρατιωτικά υποτεταγμένη και πολιτικά ελεγχόμενη, κατά το υπόλοιπο μέρος της. Σε δεύτερη φάση, τα ζωτικά συμφέροντα ασφαλείας της Ρωσίας, σε συνδυασμό με τον συνολικό πλέον ιστορικό και γεωγραφικό αναθεωρητισμό που εκφράζει ο πρόεδρος Πούτιν, μπορεί βεβαίως να προβάλουν και άλλα ζητήματα.

Στην παρούσα φάση δεν τίθεται, ούτε υπαινικτικά, ζήτημα αποχώρησης από το ΝΑΤΟ χωρών που είναι ήδη μέλη του και μέλη της ΕΕ, παρά τη γεωγραφική τους εγγύτητα προς τη Ρωσία. Μεθαύριο όμως θα τεθεί ζήτημα περιορισμού των οπλικών τους συστημάτων.

Διαμορφώνεται συνεπώς μια κατάσταση εμφανώς ασύμμετρη. Κατάσταση σημαίνει όχι απλώς ροή γεγονότων, σημαίνει ότι διαμορφώνεται ένας συσχετισμός δυνάμεων που τοποθετείται σε έναν μη συγκυριακό ορίζοντα.

Το ένα μέρος ενεργεί στρατιωτικά, καταλαμβάνει εδάφη, καταργεί την κρατική υπόσταση γειτονικού κράτους του οποίου δεν αναγνωρίζει ουσιαστικά την εθνική ταυτότητα και το δικαίωμα στην κρατικότητα, διαμορφώνει νέες νομικές οντότητες έστω μη αναγνωρισμένες, ακυρώνει στην πράξη – με τα προνόμια του μόνιμου μέλους του Συμβουλίου Ασφαλείας – όλο το σύστημα του ΟΗΕ και του ΟΑΣΕ, είναι προφανώς απολύτως αδιάφορο για οργανισμούς όπως το Συμβούλιο της Ευρώπης ή το Διεθνές Ποινικό Δικαστήριο.

Το άλλο μέρος καταγγέλλει πολιτικά, επιβάλλει σκληρές οικονομικές κυρώσεις, προσπαθεί να περιορίσει τις αρνητικές ενεργειακές και οικονομικές συνέπειες για τον εαυτό του (η ΕΕ), να διασφαλίσει την ενότητά του, να αποφύγει την πέμπτη φάλαγγα στο εσωτερικό του και να διαφυλάξει το βασικό ζητούμενο που είναι η φιλελεύθερη δημοκρατία έναντι της «γοητείας» του δημοκρατικού αυταρχισμού.

Ομως οι οικονομικές επιπτώσεις και οι επιπτώσεις της ρητορείας και της ιδεολογίας του εθνικολαϊκισμού μετριούνται με διαφορετικό τρόπο στη Ρωσία, στις ΗΠΑ και στις ομάδες κρατών-μελών που σχηματίζονται στο εσωτερικό της ΕΕ. Συνεπώς, ακόμη και στο πεδίο των οικονομικών και πολιτικών αντιδράσεων υπάρχει βαθιά ασυμμετρία.

Υπάρχει πλέον μια άλλη κατάσταση που θα παράγει αβεβαιότητα και ανασφάλεια για μεγάλη περίοδο και η οποία θέτει ξανά επί τάπητος όλα τα μεγάλα θέματα: πυρηνικών και συμβατικών δυνάμεων στην Ευρώπη, ισορροπίας και ανάσχεσης, σφαιρών επιρροής, ενεργειακής εξάρτησης ή αυτονομίας, διεθνούς χρηματοπιστωτικού συστήματος, διεθνούς εμπορίου. Κυρίως μας υπενθυμίζει η κατάσταση αυτή ότι η οικουμενικότητα της δημοκρατίας, των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και του κράτους δικαίου ήταν δυστυχώς ένας δυτικός ισχυρισμός και όχι ένα πραγματικό κεκτημένο.

Μέσα στο νέο αυτό πλαίσιο, περιφερειακά ζητήματα, όπως το Κυπριακό και οι ελληνοτουρκικές σχέσεις, για τα οποία κρίσιμη παράμετρος είναι το Διεθνές Δίκαιο και ο σεβασμός του, ενδέχεται να αποκτήσουν εκ των πραγμάτων παρακολουθηματικό χαρακτήρα. Να επικαθορίζονται από προτεραιότητες, ανάγκες και διακυμάνσεις του συσχετισμού των δυνάμεων σε ευρύτερο ορίζοντα. Ομως η Τουρκία δεν είναι Ρωσία και η Ελλάδα δεν είναι Ουκρανία. Οι δύο χώρες εντάχθηκαν το 1952 από κοινού στο ΝΑΤΟ με ένα σκεπτικό που ίσως γίνεται ξανά κρίσιμο και αφορούσε την ΕΣΣΔ της εποχής, σε βάθος ιστορικού χρόνου τη Ρωσία και τη Μεσόγειο. Το είχε πρωτοδιατυπώσει το 1820 ο νεαρός τότε Αλέξανδρος Μαυροκορδάτος που ήθελε να πείσει τη Βρετανία και τη Γαλλία για τη στρατηγική σημασία ενός ανεξάρτητου ελληνικού κράτους.

Υπό την παρούσα συγκυρία θα είχε, νομίζω, ενδιαφέρον μια επικοινωνία Μητσοτάκη – Ερντογάν, με ελληνική πρωτοβουλία και θέμα όχι τα διμερή, αλλά τις εξελίξεις στην Ουκρανία, την ενότητα της ΝΑ πτέρυγας του ΝΑΤΟ και την αποφυγή μεταφοράς εντάσεων στην Αν. Μεσόγειο.

 

*Ο κ. Ευάγγελος Βενιζέλος είναι πρώην αντιπρόεδρος της κυβέρνησης και υπουργός Εξωτερικών, πρώην υπουργός Εθνικής Αμυνας.