Ανάλυση: Η Ευρώπη ας μη δείξει υποκρισία στο θέμα των προσφύγων από το Αφγανιστάν

Οι εξελίξεις στο Αφγανιστάν έχουν δημιουργήσει ανησυχία για ενδεχόμενο κύμα προσφύγων. Όμως, καλό είναι να αντιμετωπιστεί το θέμα στις πραγματικές διαστάσεις του και όχι με κριτήρια εσωτερικής πολιτικής κατανάλωσης.

Πηγή φωτογραφίας: Marcus Yam / Los Angeles Times

Πριν από μερικές εβδομάδες έξι χώρες της ΕΕ, η Γερμανία, η Αυστρία, το Βέλγιο, η Ελλάδα, η Ολλανδία και η Δανία διατύπωσαν με κοινή δήλωση των αρμοδίων υπουργών τους τη θέση ότι το να σταματήσουν τώρα οι επαναπατρισμοί Αφγανών των οποίων έχουν απορριφθεί οι αιτήσεις χορήγησης ασύλου «θα στείλει το λάθος μήνυμα» και μπορεί να κάνει περισσότερους πολίτες του Αφγανιστάν να θελήσουν να εγκαταλείψουν τη χώρα τους.

Η δήλωση έγινε πριν την πτώση της Καμπούλ που έκανε σαφές ότι η επόμενη πολιτική κατάσταση στο Αφγανιστάν θα είναι συγκροτημένη γύρω από τους Ταλιμπάν και πριν οι ΗΠΑ και οι ευρωπαϊκές χώρες αναγκαστούν να θέσουν σε εφαρμογή σχέδια απομάκρυνσης όχι μόνο του προσωπικού των διπλωματικών και άλλων αποστολών τους, αλλά και ενός αριθμού Αφγανών πολιτών που είχαν συνεργαστεί μαζί τους.

Όσο για τους επαναπατρισμούς, αυτοί γίνονταν στο πλαίσιο μιας συμφωνίας ανάμεσα στην ΕΕ και την τότε κυβέρνηση του Αφγανιστάν που αναγνώριζε ουσιαστικά ότι εν μέρει τουλάχιστον το Αφγανιστάν είναι ασφαλής χώρα και άρα μπορούσαν να γίνουν απελάσεις προς αυτό.

Μόνο που τώρα τα πράγματα είναι διαφορετικά. Πλέον στην εξουσία στην Καμπούλ είναι οι Ταλιμπάν, που τουλάχιστον μέχρι τώρα ήταν η βασική απειλή που επικαλούνταν όσοι έρχονταν από το Αφγανιστάν και ζητούσαν ανθρωπιστική προστασία.

Επιπλέον, οι Ταλιμπάν εξακολουθούν να θεωρούνται από τις περισσότερες ευρωπαϊκές χώρες μια τρομοκρατική οργάνωση που απειλεί θεμελιώδη δικαιώματα και ελευθερίες και που στο παρελθόν έχει κατηγορηθεί για βάναυση συμπεριφορά απέναντι στους αντιπάλους της και για ιδιαίτερα αυταρχική και καταπιεστική αντιμετώπιση των γυναικών.

Υπάρχει έτσι η εκτίμηση ότι λογικά θα υπάρξει εκ νέου ένα σημαντικό κύμα αιτούντων ασύλου που θα θελήσει να εγκαταλείψει τη χώρα, παρά τις διαβεβαιώσεις των Ταλιμπάν ότι δεν επιστρέφουν με εκδικητική διάθεση.

Ας μην ξεχνάμε ότι εκτός των άλλων η χώρα παραμένει φτωχή και παρότι χορηγήθηκαν μεγάλα ποσά για την ανασυγκρότησή της αρκετοί μπορεί να θελήσουν να αναζητήσουν την τύχη τους εκτός συνόρων.

Αυτό φέρνει τις ευρωπαϊκές χώρες σε μια ιδιαίτερα αντιφατική θέση. Παρότι για αρκετά χρόνια υπήρχε μια αποδοχή της εισόδου προσφύγων, ιδίως από περιοχές που σπαράσσονταν από εμφύλιες συγκρούσεις, αυτό έχει αλλάξει τα τελευταία χρόνια.

Σε αυτό έχει συντελέσει σημαντικά και η άνοδος κομμάτων της ακροδεξιάς που σε μεγάλο βαθμό στηρίζουν την πολιτική τους παρέμβαση στη ρητορική ενάντια στους μετανάστες και τους πρόσφυγες.

Η στροφή στη λογική της «Ευρώπης-Φρούριο»

Κατά έναν τρόπο, το 2015 ήταν η τελευταία χρονιά που η Ευρώπη έδειξε ότι αισθάνεται ότι έχει μια ηθική υποχρέωση να υποδεχτεί σημαντικό αριθμό προσφύγων, τότε που υπήρξε ένα μεγάλο κύμα προσφύγων από τη Συρία. Όμως, τότε ήταν που πολιτικοί όπως η Άνγκελα Μέρκελ θα βρεθούν στο στόχαστρο για την πολιτική τους απόφαση να «ανοίξουν τα σύνορα» για τους πρόσφυγες από τη Συρία.

Τότε είναι που θα υπάρξει και μια σημαντική στροφή στην πολιτική της ΕΕ για το μεταναστευτικό.

Αντιμέτωπη εκτός των άλλων και με την πίεση από την ακροδεξιά σε διάφορες χώρες αλλά και τα τετελεσμένα των χωρών της Κεντρικής Ευρώπης και των Βαλκανίων που είχαν κλείσει ουσιαστικά τον «βαλκανικό διάδρομο», η ΕΕ τότε θα προχωρήσει στην «Κοινή Δήλωση» με την Τουρκία, σύμφωνα με την οποία η τελευταία θα αναλάμβανε να κρατά πρόσφυγες στο έδαφός της με την Ευρώπη να προσφέρει οικονομική βοήθεια, ενώ πλέον η κατεύθυνση θα ήταν να μην αναγνωρίζεται εύκολα άσυλο σε όσους έφταναν στα σύνορα της Ευρώπης, κατάσταση που εκτός των άλλων δημιούργησε και όλα τα προβλήματα που είχαμε με την υπερσυγκέντρωση εγκλωβισμένων προσφύγων και μεταναστών στα ελληνικά νησιά.

Ουσιαστικά, είχε κυριαρχήσει η λογική της «Ευρώπης Φρούριο» που δεν θέλει να δεχτεί επιπλέον πρόσφυγες και μετανάστες και αυτό είχε οδηγήσει και σε μια προσπάθεια να επιταχυνθούν οι επαναπατρισμοί ή ακόμη και οι άμεσες «επαναπροωθήσεις».

Αυτό εξηγεί και την προσπάθεια να αυξηθούν οι προορισμοί που μπορούσαν να χαρακτηριστούν ως «ασφαλείς χώρες», συμπεριλαμβανομένου, όπως αναφέραμε, ακόμη και του ίδιου του Αφγανιστάν.

Η κατάσταση που δημιουργείται μετά την κατάληψη της Καμπούλ από τους Ταλιμπάν

Τώρα, όμως, τα πράγματα είναι διαφορετικά. Αυτό αφορά και το πραγματικό ενδεχόμενο να υπάρξει όντως ένα κύμα ανθρώπων που να θέλουν να εγκαταλείψουν το Αφγανιστάν, αλλά και την ίδια τη ρητορική της Ευρώπης.

Γιατί όταν για χρόνια έχεις παρουσιάσει τους Ταλιμπάν ως περίπου το «απόλυτο κακό» πώς μετά θα υποστηρίξεις ότι δεν θεωρείς ότι έχουν δικαίωμα ασύλου όσοι προσπαθούν να διαφύγουν από την εξουσία τους;

Πώς μπορείς να θεωρήσεις «απειλή» τις γυναίκες που θα έρθουν από το Αφγανιστάν, όταν για δεκαετίες οι Ταλιμπάν θεωρήθηκαν ως το κατεξοχήν παράδειγμα του πώς ο «ισλαμικός φονταμενταλισμός» δεν σέβεται τα δικαιώματά των γυναικών;

Πώς μπορείς να αρνηθείς το άσυλο σε αυτούς που στο όνομα της δικής τους ασφάλειας έγινε η επέμβαση και οι οποίοι σήμερα βρίσκονται υπό την εξουσία αυτών που η Δύση θεωρούσε τον βασικό τους εχθρό;

Όμως, την ίδια στιγμή εξακολουθούν να υπάρχουν οι απαραίτητοι εσωτερικοί πολιτικοί υπολογισμοί. Η Ευρώπη μπαίνει σε έναν εκλογικό κύκλο, με εκλογές φέτος στη Γερμανία και του χρόνου στη Γαλλία, δύο χώρες όπου η ακροδεξιά έχει ισχυρή παρουσία, την ώρα που η κεντροδεξιά και η κεντροαριστερά έχουν προβλήματα.

Το προσφυγικό θα μπορούσε να αποτελέσει βασικό επίδικο σε αυτές τις εκλογικές μάχες και αυτός είναι και ένας από τους λόγους και για τις δηλώσεις του Μακρόν που στον τόνο θύμισαν Μαρίν Λεπέν, αλλά και στη δυσαρέσκεια της Γερμανίας για τον τρόπο που οι ΗΠΑ χειρίστηκαν την αποχώρησή τους από το Αφγανιστάν.

Ταυτόχρονα, όλα αυτά δημιουργούν και ειδικότερα προβλήματα. Για παράδειγμα, είναι δεδομένο ότι μια βασική διαδρομή για τους πρόσφυγες από το Αφγανιστάν είναι μέσα από την Τουρκία και την Ελλάδα.

Η ίδια η Τουρκία έχει δείξει στο παρελθόν ότι επιθυμεί να «εργαλειοποιεί» το προσφυγικό ζήτημα, κυρίως με το να διευκολύνει μαζικές μετακινήσεις προς τα σύνορα με την Ελλάδα, κάτι που όσο δεν υπάρχει μια κοινή ευρωπαϊκή πολιτική θέση, ενέχει τον κίνδυνο η χώρα μας να βρεθεί αντιμέτωπη με σημαντικό αριθμό προσφύγων εγκλωβισμένων στο έδαφός της που θα επιθυμούν να μετακινηθούν σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες

Η ανάγκη κοινής ευρωπαϊκής πολιτικής

Απέναντι σε όλα αυτά γίνεται σαφές γιατί αυτή τη στιγμή χρειάζεται να υπάρξει μια ξεκάθαρη κοινή ευρωπαϊκή πολιτική που να στηρίζεται σε βασικές αρχές και κανόνες δικαίου και όχι σε πολιτικούς υπολογισμούς.

Δύο μπορούν να είναι οι βασικές πλευρές της:

Η πρώτη δεν μπορεί παρά να είναι η αναγνώριση ότι θα υπάρξουν πρόσφυγες από το Αφγανιστάν και ότι είναι προτιμότερη η δημιουργία όρων ασφαλούς μετακίνησης τους προς τις ευρωπαϊκές χώρες που επιθυμούν, χωρίς να επαναληφθεί η αντιμετώπιση χωρών όπως η Ελλάδα ως «φραγμών».

Και αυτό προφανώς σημαίνει ότι θα πρέπει να αντιμετωπιστούν ως πρόσφυγες που δικαιούνται ανθρωπιστική προστασία και όχι ως «παράνομοι μετανάστες. Αυτή είναι μια θέση αρχής, που συγκρούεται αποφασιστικά με την ακροδεξιά.

Η άλλη είναι ότι η Ευρώπη (όπως και η Αμερική) δεν πρέπει να ξεχάσουν τις όποιες δεσμεύσεις είχαν αναλάβει ως προς την οικονομική και ανθρωπιστική βοήθεια στο Αφγανιστάν.

Εάν τα πράγματα σταθεροποιηθούν, σχηματιστεί κυβέρνηση και αυτή δείξει ότι ζητά την αναγνώριση της διεθνούς κοινότητας, τότε τα όποια προγράμματα είχαν υπάρξει πρέπει να συνεχιστούν. Γιατί το να «τιμωρηθεί» το Αφγανιστάν με στέρηση των όποιων πόρων θα ελάμβανε, δεν θα είναι πλήγμα για τους Ταλιμπάν αλλά για τους ίδιους τους πολίτες, που θα έχουν και έναν επιπλέον λόγο να θέλουν να εγκαταλείψουν τη χώρα.

Ακολουθήστε στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, από
Κόσμος
ΒΗΜΑτοδότης
Σίβυλλα
Helios Kiosk