Σε τούτες τις ξεχωριστές συνθήκες τριπλής κρίσης, υγειονομικής, οικονομικής και εθνικής, εξαιτίας της τουρκικής επιθετικότητας και διεκδίκησης στο Αιγαίο και στη Νοτιοανατολική Μεσόγειο, περισσεύουν τα διλήμματα και οι προκλήσεις για την πολιτική ηγεσία της χώρας.

Ιδιαιτέρως για το δέον γενέσθαι, για όσα οι περιστάσεις επιβάλλουν ώστε η χώρα να βγει κατά το δυνατόν αλώβητη από αυτή την τριπλή δοκιμασία και ταυτόχρονα να προετοιμαστεί καταλλήλως για την επιβαλλόμενη ανόρθωση και ανοικοδόμησή της μετά.

Από πολλές πλευρές έχει προβληθεί πως αντίδοτο σε αυτή την τριπλή δοκιμασία μπορεί να αποτελέσει η μεταρρύθμιση σε όλες τις ζώνες της οικονομικής, κοινωνικής και πολιτικής ζωής.

Οι θιασώτες της μεταρρύθμισης επιμένουν ότι έχει καταδειχθεί ιστορικά πως σε περιόδους κατακλυσμιαίων γεγονότων και μεγάλων απειλών οι μεγάλες αλλαγές σώζουν, αυτές εξοπλίζουν τις χώρες και κινητοποιούν τις κοινωνίες. Στην προκειμένη περίπτωση είναι και οι διαθέσιμοι κοινοτικοί πόροι του Ταμείου Ανάκαμψης που συνηγορούν υπέρ των μεταρρυθμίσεων και των μεγάλων αλλαγών, καθώς η απρόσκοπτη και ταχεία απορρόφηση των 32 δισ. ευρώ είναι συνδεδεμένη με αυτές.

Η κυβέρνηση επίσης είναι δεσμευμένη υπέρ των μεταρρυθμίσεων από το 2019. Στο όνομα των μεγάλων αλλαγών ο Κυριάκος Μητσοτάκης κέρδισε την εμπιστοσύνη των πολιτών. Δηλαδή νωρίτερα, προτού ξεσπάσει η τρέχουσα τριπλή θύελλα.

Αλλά και στην παρούσα φάση, τόσο η κυβέρνηση όσο και ο Πρωθυπουργός προσωπικά έχουν δεσμευθεί ότι η μεταρρύθμιση προέχει και πως παραμένει βασική, για να μην πούμε μόνη επιλογή τους.

Ωστόσο, παρότι η πολιτική βούληση είναι διακηρυγμένη, η μεταρρύθμιση χωλαίνει, τα βήματα παραμένουν αργά και οι αναπτυσσόμενες πρωτοβουλίες σκοντάφτουν σε πλήθος εμποδίων.

Ο ανεξάρτητος παρατηρητής αισθάνεται ή καλύτερα αντιλαμβάνεται ότι σε κάθε απόπειρα μεγάλης αλλαγής υψώνονται αναχώματα και ορθώνονται αντιστάσεις, πολιτικές, συνδικαλιστικές, κοινωνικές, θιγομένων, κατεστημένων ή μη ομάδων και συμφερόντων. Και βεβαίως νιώθει ότι και εντός της κυβέρνησης υπάρχουν τέτοιοι θύλακες αντίστασης σε αλλαγές.

Μπορεί να μη φαίνονται διά γυμνού οφθαλμού καθώς ο διάβολος κρύβεται στις λεπτομέρειες, αλλά αναδεικνύονται ανά πάσα στιγμή από τις δυσκολίες, διαδικαστικές, γραφειοκρατικές, νομοθετικές και άλλες που κάθε φορά ανακύπτουν. Πάμπολλα είναι τα παραδείγματα, τα οποία βεβαιώνουν του λόγου το αληθές.

Ολόκληροι τομείς του κράτους, από τη Δημόσια Διοίκηση, τη Δικαιοσύνη και την Παιδεία, μέχρι την Οικονομία, την κοινωνική ασφάλιση, τις επενδύσεις και αυτή ακόμη την Εθνική Αμυνα, βασανίζονται από επάλληλους κύκλους αναστολών και εμποδίων που δεν αφήνουν να γίνει βήμα, γιατί απλούστατα θίγονται οφίτσια, ιεραρχίες, ομάδες και δυνάμεις που υπερασπίζονται υποτίθεται τα «άγια των αγίων», που δεν είναι άλλα από τα πολλά μικρά και ανείπωτα, διατηρημένα στον χρόνο, προνόμια. Είναι αυτά ωστόσο που εν τέλει καθιστούν τη συντήρηση μόνιμη και την αλλαγή ανεπιθύμητη.

Δεν είναι σημερινό το σύμπτωμα. Αντίθετα, εκδηλώνεται διαχρονικά. Στις σχεδόν πέντε δεκαετίες της Μεταπολίτευσης οι δυνάμεις της αντιμεταρρύθμισης ήταν πάντοτε ενεργές και δραστήριες και ήταν αυτές που ακύρωναν ή περιόριζαν την όποια μεταρρυθμιστική διάθεση των κυβερνήσεων. Και είναι αυτές υπεύθυνες για την πανθομολογούμενη ελληνική καθυστέρηση και για τη χρεοκοπία βεβαίως που προηγήθηκε.

Ακριβώς δε επειδή υπάρχει η προηγούμενη δυσμενέστατη εμπειρία, η σημερινή προσπάθεια, στις παρούσες συνθήκες τριπλής κρίσης, δεν επιτρέπεται να φαλκιδευθεί και πάλι.

Η κυβέρνηση, που ετοιμάζεται να φέρει προσεχώς πλήθος σχετικών νομοθετημάτων προς ψήφιση στο Κοινοβούλιο, επιβάλλεται να κινηθεί με τη δέουσα αποφασιστικότητα, με καλή προετοιμασία και βεβαίως χωρίς εκπτώσεις απέναντι στο πλήθος των αντιδράσεων που πιθανόν να εγερθούν.

Η χώρα, η Ελλάδα μας, έχει εμφανώς πλέον ανάγκη από μεγάλες, θεμελιακού τύπου αλλαγές, που θα επιτρέψουν την ανασύνταξη, την ανασυγκρότησή της και μαζί τη δημιουργία ενός ελκυστικού εθνικού οράματος στα μέτρα εκείνου της εθνικής παλιγγενεσίας, που σε λίγους μήνες θα γιορτάζουμε τα 200 χρόνια από την έναρξή της.

ΤΟ ΒΗΜΑ