Στρατηγική διαπραγμάτευσης

Με μια μαραθώνια τουρνέ στις ευρωπαϊκές πρωτεύουσες ο Τσίπρας και ο Βαρουφάκης προσπάθησαν να αλλάξουν το κλίμα και να επιβάλουν ένα νέο πλαίσιο συνολικής διαπραγμάτευσης

Στρατηγική διαπραγμάτευσης | tovima.gr

Το μνημόνιο που υπέγραψε η Τουρκία με την κυβέρνηση της Τρίπολης στη Λιβύη δεν ανέδειξε μόνο προβλήματα νομιμότητας στη συμπεριφορά της· ταυτόχρονα αποδυνάμωσε σε σημαντικό βαθμό τη διάσταση της «εξωτερικής νομιμοποίησης» της πολιτικής της, με το σύνολο σχεδόν της διεθνούς κοινότητας, την ΕE και συγκεκριμένα ευρωπαϊκά κράτη (Γαλλία, Γερμανία), τις ΗΠA (κυρίως το State Department), τη Ρωσία καθώς και κράτη της περιοχής (Ελλάδα, Κύπρος, Αίγυπτος, Ισραήλ) είτε να καταδικάζουν την παράνομη αυτή κίνηση, ζητώντας από την Τουρκία να σεβαστεί την κυριαρχία των γειτονικών της κρατών, είτε να δείχνουν την Τουρκία ως τον ταραξία της Ανατολικής Μεσογείου.

Η Τουρκία είναι εγκλωβισμένη σε αυτή τη συμπεριφορά και η συνέχισή της αποτελεί μονόδρομο για το καθεστώς Ερντογάν. Οι οριοθετήσεις της Κυπριακής Δημοκρατίας με την Αίγυπτο (2003), τον Λίβανο (2007) και το Ισραήλ (2010) ανέδειξαν τη «μικρή Κύπρο» σε ενεργειακό παίκτη και στη συνέχεια συνοδεύτηκαν από τριμερή ή / και τετραμερή σχήματα περιφερειακής στρατηγικής συνεργασίας. Η Τουρκία εξέλαβε τη νέα αυτή πραγματικότητα ως σαφή αποκλεισμό της από τις μελλοντικές ενεργειακές διευθετήσεις. Ετσι η υιοθέτηση στρατηγικής «εξαναγκαστικής διπλωματίας», που μέσω της απειλής περιορισμένης χρήσης βίας στόχευε στην ανατροπή εξαιρετικά δυσμενών τετελεσμένων μέσω της δημιουργίας νέων τετελεσμένων από την πλευρά της, αποτέλεσε μονόδρομο για τη σημερινή «ερντογανική» Τουρκία.

Μετά τη συμφωνία της Τουρκίας με το ψευδοκράτος για οριοθέτηση των θαλάσσιων ζωνών (2011) ακολούθησε η ανάπτυξη περιορισμένης χρήσης βίας μέσω αποστολής ερευνητικών σκαφών και πραγματοποίησης γεωτρήσεων συνοδεία πολεμικών σκαφών, μεταξύ άλλων, και σε σημεία «επικαλυπτόμενης» τουρκικής και κυπριακής υφαλοκρηπίδας. Λίγο αργότερα (2012), η Τουρκία προσέγγισε την Αίγυπτο και το Ισραήλ προσφέροντας το δέλεαρ μεγαλύτερων κερδών εάν οι δύο χώρες προχωρούσαν σε νέες οριοθετήσεις μαζί της. Δεν βρήκε την αναμενόμενη ανταπόκριση. Μετά κινήθηκε δυτικότερα στην Ανατολική Μεσόγειο, ξεπερνώντας όμως αυτή τη φορά τον εαυτό της. Από το λογικοφανές επιχείρημα περί μικρότερης επήρειας του Καστελλορίζου και της Στρογγύλης κατέληξε, μέσω του μνημονίου με τη Λιβύη, στην «εξαφάνιση» του Καστελλορίζου και στο «καμία επήρεια» ακόμη και των μεγάλων σε έκταση ελληνικών νησιών (Ρόδος, Κρήτη) και τελικά στην παρεμπόδιση της Ελλάδας από την άσκηση των κυριαρχικών της δικαιωμάτων για οριοθέτηση με την Αίγυπτο και την Κύπρο.

Η άσκηση «εξαναγκαστικής διπλωματίας» θα συνεχιστεί, παρά το όποιο κόστος εισπράττει ο Ερντογάν και παρά τις σχεδόν μηδενικές πιθανότητες επιτυχίας της. Η Ελλάδα θα πρέπει να προτιμήσει να μη «μοιάσει» στην Τουρκία, παραμένοντας σταθερή στην ανάπτυξη μιας συνδυαστικής στρατηγικής «αποτροπής και διαλόγου». Πέραν της αποστολής ενός αξιόπιστου μηνύματος για το υψηλό κόστος που θα συνεπάγεται οιαδήποτε επιθετική ενέργεια αλλά και την περαιτέρω θεσμική αναβάθμιση του συστήματος διαχείρισης κρίσεων, η Ελλάδα καλείται να αναπτύξει με τον αποτελεσματικότερο τρόπο τα κατάλληλα διπλωματικά ερείσματα. Το κρίσιμο ερώτημα εδώ αφορά την εξαιρετικά δύσκολη επιλογή μεταξύ της επίλυσης των διαφορών και της διαιώνισής τους.

Ο Κωνσταντίνος Καραμανλής, ο Κωνσταντίνος Μητσοτάκης και ο Κώστας Σημίτης υπήρξαν θερμοί θιασώτες της πρώτης επιλογής. Ο τελευταίος υλοποίησε μια στρατηγική πριν από 20 χρόνια στο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο στο Ελσίνκι που πέτυχε την απελευθέρωση της Κύπρου από την ομηρεία της Τουρκίας και τελικώς την ένταξή της στην ΕΕ καθώς και τη δρομολόγηση της επίλυσης των ελληνοτουρκικών διαφορών εντός συγκεκριμένου χρονικού πλαισίου και μέσω του Διεθνούς Δικαστηρίου της Χάγης (υποχρεώνοντας για πρώτη φορά την Τουρκία να αποδεχθεί τη δικαιοδοσία του). Η στρατηγική αυτή εγκαταλείφθηκε από την επόμενη ελληνική κυβέρνηση, οδηγώντας στην απελευθέρωση της Τουρκίας από τα προαπαιτούμενα για τη συνέχιση της ευρωπαϊκής της πορείας, στην επαναδιμεροποίηση των ελληνοτουρκικών, στην απώλεια θεσμικών ευρωπαϊκών αντιβάρων, στον θάνατο της ευρωπαϊκής προοπτικής της Τουρκίας, στη συνακόλουθη αναζήτηση ηγεμονικού περιφερειακού ρόλου και τελικώς στο κατρακύλισμά της σε πιο αυταρχικές και εθνικιστικές επιλογές στο εσωτερικό και στο εξωτερικό.

Σήμερα, η δρομολόγηση στρατηγικής διαπραγμάτευσης με την Τουρκία με στόχο τη διευθέτηση των θαλάσσιων ζωνών, στη βάση του διεθνούς δικαίου και της αποδοχής της δικαιοδοσίας του Διεθνούς Δικαστηρίου της Χάγης από την Τουρκία, συνιστά για την Ελλάδα τη βέλτιστη δυνατή επιλογή. Η απάντηση στη φοβία της Ελλάδας να συρθεί σε έναν εφ’ όλης της ύλης διάλογο υπό δυσμενείς για εκείνη συνθήκες λόγω ενός θερμού επεισοδίου που θα δημιουργήσει η Τουρκία στην πρόσφατα οριοθετημένη με την κυβέρνηση της Τρίπολης περιοχή είναι η, με αυτοπεποίθηση, δρομολόγηση της ουσιαστικής επανεκκίνησης των διερευνητικών επαφών προκειμένου να «σύρει» η Ελλάδα την Τουρκία στο προνομιακό για εκείνη πλαίσιο μιας διαπραγματευτικής διαδικασίας βασισμένης στο διεθνές δίκαιο. Αυτή η στρατηγική δεν αναδεικνύει μόνο τη σημασία που αποδίδει η χώρα στη Σύμβαση του Δικαίου της Θάλασσας· παράλληλα δίνει περιεχόμενο στην αξιοπιστία της ως πυλώνα σταθερότητας και στις δηλώσεις τής νέας ελληνικής κυβέρνησης για «επανεκκίνηση» των ελληνοτουρκικών σχέσεων. Την υιοθέτηση και δρομολόγηση αυτής της στρατηγικής εξυπηρετεί επίσης η πρόσφατη απόφαση της Κυπριακής Δημοκρατίας για μονομερή προσφυγή στο Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης.

 

Ο κ. Παναγιώτης Τσάκωνας είναι καθηγητής Διεθνών Σχέσεων στο Πανεπιστήμιο Αθηνών
και επικεφαλής του Προγράμματος Ασφάλειας
και Τουρκίας στο ΕΛΙΑΜΕΠ.

Γνώμες
ΒΗΜΑτοδότης
Σίβυλλα
Helios Kiosk