• Αναζήτηση
  • Για ένα νέο μοντέλο διοίκησης των ΑΕΙ

    Μέχρι και τις αρχές της δεκαετίας του ’80 το πανεπιστήμιο ήταν μια κοινότητα μερικών εκατοντάδων καθηγητών και μερικών χιλιάδων φοιτητών. Ο θεσμός του πρύτανη, του κοσμήτορα και της Συγκλήτου, όπως και η εκλογή τους, ήταν μια εσωτερική υπόθεση του ολιγάριθμου σώματος των καθηγητών. Διοικούσαν ένα πανεπιστήμιο που είχε περιορισμένη αυτονομία από το κράτος και είχαν λόγο κυρίως σε αμιγώς ακαδημαϊκά θέματα. Ακόμη και οι προϋπολογισμοί ήταν ελεγχόμενοι από το κράτος. Ο γενικός γραμματέας κάθε πανεπιστημίου, που ήταν η κεφαλή των λίγων διοικητικών υπαλλήλων, ήταν ένα πρόσωπο ιδιαίτερα σεβαστό από τον Πρύτανη και τη Σύγκλητο. Με την έκρηξη του μαζικού πανεπιστημίου, στη δεκαετία του ’80 και κυρίως εκείνη του ’90, το πανεπιστήμιο αποκτά εκατοντάδες χιλιάδες φοιτητές και δεκάδες χιλιάδες καθηγητές.

    Η μαζική εισροή κοινοτικών κονδυλίων στην έρευνα, ο πολλαπλασιασμός των τμημάτων και των κτιριακών υποδομών, η αύξηση των διοικητικών υπαλλήλων καθιστούν το κάθε ίδρυμα έναν πολύπλοκο οργανισμό με ιδιαίτερα αυξημένες διοικητικές ανάγκες. Με τον 1268/82 η εκλογή πρυτάνεων, κοσμητόρων και προέδρων αποκτά χαρακτηριστικά μαζικής νομιμοποίησής τους από το πολυάριθμο σώμα των μελών ΔΕΠ, το σύνολο των διοικητικών υπαλλήλων και από ένα σώμα συνδικαλιστών φοιτητών που εκπροσωπούν κομματικές παρατάξεις και ελέγχουν το 40% του εκλογικού αποτελέσματος. Τα κόμματα δίνουν πλέον το «χρίσμα» στους εκάστοτε υποψήφιους και οι εκλογές των πανεπιστημιακών ταγών κομματικοποιούνται αγρίως.

    Τα φαινόμενα συναλλαγής με τα κόμματα, τις κλειστές ομάδες ιδιοτελών συμφερόντων, τους συνδικαλιστές των υπαλλήλων και τους φοιτητοπατέρες που κραδαίνουν τις ψήφους που ελέγχουν, οδηγούν σε ένα καθεστώς εκλογής μιας οιoνεί πολιτικής εξουσίας. Ετσι, εγκαθιδρύεται μια ισχυρή πελατειακή σχέση μεταξύ διοικούντων και διοικουμένων, που καθορίζει τα όρια της κάθε διοικητικής πράξης. Οι πρυτάνεις διοικούν ένα σώμα που τους εξέλεξε στη βάση προεκλογικών συντεχνιακών υποσχέσεων και οι διοικούμενοι προσδοκούν την υλοποίησή τους. Μηδενίζεται, έτσι, η αναγκαία απόσταση για μια αποτελεσματική διοίκηση. Η αδιαφάνεια στη διάθεση κονδυλίων με ρουσφετολογικά κριτήρια, η συμμετοχή πρυτάνεων, κοσμητόρων και προέδρων στην εκλογή των ημέτερων σε θέσεις ΔΕΠ, οι εκβιασμοί των συνδικαλιστών, υπαλλήλων και φοιτητών, οδηγούν σε μια κατάσταση συνδιοίκησης των ομάδων, που μοιράζονται τον πλούτο του φορολογουμένου. Οι πρυτάνεις που προσβλέπουν στην επανεκλογή τους, οι αντιπρυτάνεις που προσβλέπουν στη διαδοχή του πρύτανη, οι κοσμήτορες που θέλουν να γίνουν αντιπρυτάνεις, οι πρόεδροι που φιλοδοξούν να γίνουν κοσμήτορες, οργανώνουν κατά τη διάρκεια της θητείας τους τις πελατειακές σχέσεις για να εξασφαλίσουν την (επαν)εκλογή τους.

    Παράλληλα, γίνεται εμφανής η φυσιολογική αδυναμία πρυτανικών αρχών με αμιγώς ακαδημαϊκά προσόντα να ασκήσουν αποτελεσματικό μάνατζμεντ, δηλαδή να διοικήσουν χάριν των φοιτητών και της κοινωνίας έναν όλο και πιο πολύπλοκο οργανισμό. Η πελατειακή διοίκηση αποκτά μόνιμα χαρακτηριστικά και αναπαράγεται τελετουργικά. Ο κατακερματισμός των διδασκόντων (ΔΕΠ, ΕΔΙΠ κ.λπ.) και των υπαλλήλων (μόνιμοι, εργολαβικοί, συμβασιούχοι κ.λπ.) επιτείνει τα πελατειακά χαρακτηριστικά. Επιπρόσθετα, ο θεσμός της Γενικής Συνέλευσης Τμήματος και Τομέα γραφειοκρατικοποιεί τη διοίκηση των μονάδων αυτών και μετατρέπεται σε μηχανισμό νομιμοποίησης των κλειστών ομάδων και του μεταξύ τους συσχετισμού δυνάμεων. Οι κλειστές ομάδες συμφερόντων αρνούνται πεισματικά κάθε μεταρρύθμιση που θα απελευθερώσει τα πανεπιστήμια από τον σφικτό εναγκαλισμό τους.

    Το μοντέλο αυτό διοίκησης του ελληνικού πανεπιστημίου έχει φθάσει εδώ και χρόνια στα όριά του και αναπαράγει την εσωστρέφεια. Ο περιορισμός της φοιτητοπατερικής ψήφου από τη Γιαννάκου το 2007 και η εξάλειψή της από τη Διαμαντοπούλου το 2011 επιφέρουν τις πρώτες ρωγμές στο κομματικό-πελατειακό σύστημα. Γίνεται συνείδηση όλο και περισσότερο η ανάγκη θεσμών εξισορρόπησης των εξουσιών εντός των πανεπιστημίων με την εισαγωγή του θεσμού του Συμβουλίου, αλλά και του θεσμού του γενικού γραμματέα με αυξημένα διοικητικά προσόντα. Το νέο μοντέλο διοίκησης που έχει επειγόντως ανάγκη το ελληνικό πανεπιστήμιο πρέπει να λαμβάνει υπ’ όψιν του την ανάγκη υπέρβασης των παγιωμένων στρεβλών καταστάσεων. Πρέπει να συνδυάσει το αυτοδιοίκητο που επιτάσσει το Σύνταγμα, με τη διοικητική επάρκεια και αποτελεσματικότητα, με τη λογοδοσία στην κοινωνία που είναι ο αποκλειστικός χρηματοδότης του πανεπιστημίου, με την αρχή της καθαρής εξισορρόπησης των εξουσιών χωρίς στοιχεία δυαρχίας και παράλληλα να σπάσει την αναπαραγωγή των εσωτερικών ιδιοτελών συμφερόντων. Δύσκολο εγχείρημα!

    Η θεσμοθέτηση Συμβουλίων Ιδρύματος με βαρύνοντα τον λόγο των εξωτερικών μελών από εξέχουσες προσωπικότητες ακαδημαϊκές ή μη με εμπειρία στη διοίκηση μεγάλων οργανισμών, που θα έχουν εποπτικό ρόλο στα θέματα του προϋπολογισμού, των προγραμματικών συμφωνιών με την πολιτεία, στη χάραξη στρατηγικής, είναι αναγκαία συνθήκη. Το Συμβούλιο Ιδρύματος διορίζει τον πρύτανη και τους κοσμήτορες, οι οποίοι είναι ανακλητοί από αυτό. Ο πρύτανης και η Σύγκλητος αναλαμβάνουν τα αμιγώς ακαδημαϊκά ζητήματα, ενώ ο γενικός γραμματέας (που επίσης επιλέγεται από και λογοδοτεί στο ΣΙ) αναλαμβάνει τον σκληρό πυρήνα των διοικητικών θεμάτων μαζί με τη διοικητική ιεραρχία που προβλέπουν οι νόμοι της πολιτείας για το Δημόσιο. Ο πρύτανης, οι κοσμήτορες και οι πρόεδροι αποκτούν το λεγόμενο διευθυντικό δικαίωμα, έχουν δηλαδή την ευθύνη αποφάσεων, αλλά κρίνονται από το Συμβούλιο με βάση την αποτελεσματικότητα των επιλογών τους στην ακαδημαϊκή πρόοδο των μονάδων που διοικούν. Πρόκειται για το μοντέλο διοίκησης πανεπιστημίων που εφαρμόζεται πλέον στις περισσότερες χώρες της Ευρώπης.

    Η διάρρηξη του φαύλου κύκλου διοικούντων – διοικουμένων που στηρίζεται στη μεταξύ τους πελατειακή συναλλαγή και έχει μετατρέψει το αυτοδιοίκητο σε αυθαίρετο, είναι όρος ζωτικής σημασίας για την ανάταξη του πανεπιστημίου προς όφελος της κοινωνίας. Εξάλλου, εν όψει των κυβερνητικών προθέσεων για παραχώρηση περισσότερης αυτονομίας στα πανεπιστήμια εκ μέρους της πολιτείας, είναι απαραίτητο το Συμβούλιο να παίξει τον ρόλο του εσωτερικού θεσμικού αντίβαρου και όχι τον ρόλο της πολιτείας. Καθώς, όμως, η εξισορρόπηση των εξουσιών θεσπίζεται εντός του ιδρύματος, απαραίτητη είναι και η θέσπιση εξωτερικών αντίβαρων, όπως η αξιολόγηση και η συνακόλουθη χρηματοδότηση των ιδρυμάτων από ανεξάρτητους φορείς.

    Ο κ. Ορέστης Καλογήρου είναι καθηγητής Φυσικής ΑΠΘ, διευθυντής Εργαστηρίου Μαγνητισμού & Μαγνητικών Υλικών.

    Γνώμες
    One Channel
    Ο νέος ενημερωτικός τηλεοπτικός σταθμός της Ελλάδας
    Σίβυλλα
    Helios Kiosk