• Αναζήτηση
  • RIP: το δημοκρατικό μοιρολόι

    Η τελευταία περίπου δεκαετία στιγματίστηκε από την ακραία πόλωση που έλαβε ο δημόσιος λόγος όχι μόνο εξαιτίας της οικονομικής κρίσης, αλλά και της εξατομικευμένης δυνατότητας παρέμβασης στη δημόσια σφαίρα μέσω του Διαδικτύου και ιδίως των μέσων κοινωνικής δικτύωσης.

    RIP: το δημοκρατικό μοιρολόι | tovima.gr
    Η τελευταία περίπου δεκαετία στιγματίστηκε από την ακραία πόλωση που έλαβε ο δημόσιος λόγος όχι μόνο εξαιτίας της οικονομικής κρίσης, αλλά και της εξατομικευμένης δυνατότητας παρέμβασης στη δημόσια σφαίρα μέσω του Διαδικτύου και ιδίως των μέσων κοινωνικής δικτύωσης (Facebook, Τwitter). Με κορύφωση το δημοψήφισμα του 2015, η τεχνολογικοποιημένη εκδοχή της άμεσης δημόσιας συζήτησης, στην οποία συμμετείχαν άλλοι περισσότερο και άλλοι λιγότερο, κατέτεινε κυρίως στη μείωση της αντίπαλης άποψης, στην προσβολή της ηθικής ή πνευματικής κατάστασης του αντιπάλου, στην καλλιέργεια της ρητορικής του μίσους, όχι μόνο για τους συνήθεις υπόπτους (μετανάστες, μειονότητες) αλλά και για το σύνολο του κοινωνικού φάσματος και ιδίως για τις κοινωνικοπολιτικές ελίτ.
    Δεν υπήρξε όμως μόνο αυτή η τάση στον δημόσιο λόγο που κυριάρχησε τα τελευταία χρόνια, αν και ποσοτικά και ποιοτικά εύλογα κεντρίζει τη μεγαλύτερη προσοχή. Μια επίσης μαζική τάση, πιο σπάνια, πολύ διαφορετική αλλά εξίσου ενδιαφέρουσα είναι η εκδήλωση των R(est) I(n) P(eace) για τον θάνατο γνωστών προσώπων. Η μαζική έκφραση διαδικτυακών συλλυπητηρίων για τον αναμενόμενο ή ξαφνικό θάνατο συγγραφέων, καλλιτεχνών, επιστημόνων, αθλητών γίνεται μια τελετουργική συνήθεια που δεν φαίνεται να είναι καθόλου ασήμαντη. Αυτός ο χαιρετισμός, αυτή η έκφραση λύπης ή και ευγνωμοσύνης στο πρόσωπό κάποιου που φεύγει από τη ζωή, παίρνει τη μορφή ενός συλλογικού αλλά και εξατομικευμένου επικηδείου. Είναι σαν όλοι να βρισκόμαστε στην κηδεία του συγκεκριμένου ατόμου και να αναγιγνώσκουμε – όπως συμβαίνει σε ορισμένες περιπτώσεις στις πραγματικές κηδείες από τα πιο οικεία πρόσωπα – τις τελευταίες λέξεις αποχαιρετισμού και ταυτόχρονα έναν απολογισμό ζωής, αυτή τη φορά όχι τόσο του τιμώμενου προσώπου, όσο των εμπειριών, ακουσμάτων, σκέψεων, ιδεών που οφείλουμε – ο καθένας χωριστά και όλοι μαζί – σε αυτόν.
    Θα μπορούσε να πει κανείς ότι αυτός ο διαδικτυακός επικήδειος κινείται ακριβώς στην αντίθετη κατεύθυνση από τα όσα διαδραματίστηκαν στη δημόσια σφαίρα την τελευταία περίοδο. Ο θάνατος – εκτός ελαχίστων εξαιρέσεων – γίνεται μια αφορμή αναστοχασμού και γενναιόδωρης επιδοκιμασίας ακόμη και αν ο αποθανών δεν είναι απολύτως σύμφωνος με τις ιδεολογικές, αισθητικές ή άλλες αντιλήψεις του γράφοντος. Ειδικά σε περίπτωση που ο εκλιπών είναι ποιητής, μουσικός, διανοούμενος, τότε κάποιες από τις «δικές του λέξεις» θα χρησιμοποιηθούν στον διαδικτυακό αποχαιρετισμό, όχι μόνο τιμής ένεκεν αλλά σαν λέξεις οικειοποιημένες και βιωμένες από τον καθένα χωριστά.
    Θα είχε μεγάλο ενδιαφέρον μια πιο λεπτομερής καταγραφή των «επώνυμων» θανάτων για τους οποίους εκδηλώνεται περισσότερο αυτό το κύμα δημόσιας συγκίνησης. Οπως και κατά πόσο η εκδήλωση αυτή ακολουθεί συγκεκριμένα μοτίβα και εγκλωβίζεται (ή όχι) σε συγκεκριμένα συναισθηματικά στερεότυπα. Ομως ανεξάρτητα από αυτές τις παραμέτρους, ο έλλογος συναισθηματισμός που εκφράζεται στα χιλιάδες RIP που ακολουθούν τον θάνατο ενός γνωστού αγαπημένου προσώπου συνιστά ένα ξεχωριστό παράδειγμα δημόσιου λόγου που απομακρύνεται από την περιχαράκωση, την αποδοκιμασία, τον στιγματισμό, τη μνησικακία που τόσο καλλιεργήθηκε τα τελευταία χρόνια ως δημόσια επωδός. Οταν βέβαια το αποχαιρετιστήριο σχόλιο γίνει όχι από μεμονωμένους χρήστες του Διαδικτύου αλλά από πολιτικούς, κυβερνητικούς ή και δημοσιογραφικούς φορείς, η σημασία του φορτίζεται ιδεολογικά, είτε γιατί για ορισμένους παραχαράσσεται η μνήμη του νεκρού, είτε γιατί επιχειρείται μια άγαρμπη πολιτική εκμετάλλευσή του (τέτοια παραδείγματα είχαμε στα κυβερνητικά μηνύματα για τον πρόσφατο θάνατο του Σταύρου Τσακυράκη). Ομως αυτή η προσπάθεια επαναφοράς του ιδεολογικού προσήμου φαίνεται να είναι ανίσχυρη μπροστά στη γενικευμένη τάση εθνικοποίησης ή και διεθνοποίησης του νεκρού.
    Σε κάθε περίπτωση αυτές οι «παρεμβάσεις» μάλλον είναι οι πιο ασήμαντες, αφού απλά ακολουθούν το γενικό κύμα και δεν πρέπει να μας αποτρέψουν να δούμε το σημαντικό που επισυμβαίνει, το οποίο είναι ο εκσυγχρονισμός του μοιρολογιού. Ενας εκσυγχρονισμός που είναι τεχνολογικά επικαθορισμένος, αλλά σε μεγάλο βαθμό απηχεί μια γενικότερη ανάγκη για αναζήτηση σημαντικών κοινών αναφορών στο συντελεσμένο τώρα και όχι αναγκαστικά σε ένα πολύ μακρινό και άπιαστο παρελθόν. Ο θάνατος, τουλάχιστον στην ελληνική πραγματικότητα αλλά πιθανότατα και ευρύτερα, γίνεται όχι πια τόσο η αφορμή να ξεχαστούν και να συγχωρεθούν τα σφάλματα ή τα αμαρτήματα του αποθανόντος όπως θα ήθελε μια θρησκευτική λογική, αλλά αντίθετα να εξιδανικευτούν τα σημαντικά σημεία της ζωής και του έργου του. Με έναν παράδοξο τρόπο θα λέγαμε ότι ο θάνατος, περισσότερο από ό,τι η ζωή, εκδημοκρατίζει τον δημόσιο λόγο, τον εμπλουτίζει, τον κάνει περισσότερο κατανοητικό και δοτικό. Περισσότερο ευάλωτο και ανθρώπινο.
    * Ο κ. Βασίλης Βαμβακάς είναι επίκουρος καθηγητής Κοινωνιολογίας της Επικοινωνίας στο Τμήμα Δημοσιογραφίας και ΜΜΕ του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης.

    ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ

    Γνώμες