Σύμφωνα με το άρθρο 110 υπάρχουν δύο διαφορετικές διαδικασίες για την αναθεώρηση του Συντάγματος. Και οι δύο προϋποθέτουν τη συμμετοχή δύο διαδοχικών συνθέσεων της Βουλής (άρα και την ολοκλήρωση της διαδικασίας μετά από εκλογές). Οι διαδικασίες είναι οι εξής:
1. Η απόφαση λαμβάνεται από την παρούσα Βουλή με πλειοψηφία 3/5 και η Βουλή που προκύπτει μετά τις εκλογές κάνει τις αναθεωρήσεις των άρθρων με απλή πλειοψηφία (άρθρο 110, παρ. 2-3).
2. Η απόφαση λαμβάνεται από την παρούσα Βουλή με απλή πλειοψηφία, οπότε η επόμενη «κατά την πρώτη σύνοδό της μπορεί να αποφασίσει σχετικά με τις αναθεωρητέες διατάξεις με την πλειοψηφία των τριών πέμπτων του όλου αριθμού των μελών της» (άρθρο 110, παρ. 4).
Στο πρόσφατο παρελθόν, ο κ. Μητσοτάκης («Καθημερινή», 3.1.2016) και πρόσφατα ο κ. Θεοδωράκης πρότειναν να ακολουθηθεί η πρώτη διαδικασία, με ενισχυμένη πλειοψηφία στην πρώτη Βουλή και απλή στη δεύτερη. Εχω αντιτάξει (https://www.tovima.gr/opinions/article/?aid=769309#.Vp4nIMbcawo.email) ότι μια τέτοια διαδικασία (παρ’ ότι όχι απλώς επιτρέπεται, αλλά και προτάσσεται από το Σύνταγμα) είναι απαράδεκτη, γιατί επιτρέπει στην απλή πλειοψηφία της επόμενης Βουλής να επιλέξει εν λευκώ τα άρθρα της αρεσκείας της και άρα δεν δημιουργεί έναν καταστατικό χάρτη σεβαστό από τους πολίτες. Κατά συνέπεια δεν πρέπει να ακολουθείται. Τούτου δεδομένου, οποιοδήποτε κόμμα είναι κρίσιμο για τη διασφάλιση της ενισχυμένης πλειοψηφίας στην πρώτη Βουλή, θα προασπίσει καλύτερα και τα δικά του συμφέροντα και τα συμφέροντα ολόκληρου του ελληνικού λαού αν εμποδίσει τη δημιουργία ενισχυμένης πλειοψηφίας στην πρώτη Βουλή, γιατί αυτή αποτελεί λευκή επιταγή στην απλή πλειοψηφία στον δεύτερο γύρο να συμπεριλάβει μόνο τα άρθρα της αρεσκείας της. Για γίνω ακόμα πιο σαφής: ακόμα κι αν η παρούσα κυβέρνηση είχε πλειοψηφία 181 εδρών, και πάλι δεν θα ήταν προς το συμφέρον της να δώσει όλες της τις ψήφους στον πρώτο γύρο.

Ετσι θα προφυλασσόταν από κάποιο εκλογικό απρόοπτο. Ομως το πιο σημαντικό είναι ότι αυτή η επιλογή θα επέβαλλε τη δημιουργία συναίνεσης στον δεύτερο γύρο της διαδικασίας.

Αφού λοιπόν, όπως είδαμε, η διαδικασία του άρθρου 110, παρ. 4 είναι η προσφορότερη και για κομματικά συμφέροντα και για εθνικούς λόγους, ας περάσουμε στη δεύτερη ερώτηση: Είναι καλύτερο (και για ποιον) να αρχίσουν οι διαδικασίες από την παρούσα Βουλή και να ολοκληρωθούν στην επόμενη ή να αρχίσουν από την επόμενη και να ολοκληρωθούν στη μεθεπόμενη; Για να απαντήσουμε σε αυτό το ερώτημα, πρέπει να σχηματίσουμε μια εικόνα για τις επόμενες δύο συνθέσεις της Βουλής. Μοναδικό δεδομένο για μια τέτοια ανάλυση είναι το εκλογικό σύστημα των επόμενων και μεθεπόμενων εκλογών. Είναι απόλυτα βέβαιο ότι οι επόμενες εκλογές θα γίνουν με το τρέχον εκλογικό σύστημα, και εξαιρετικά πιθανό (εκτός αν υπάρξει πλειοψηφία 2/3 στην επόμενη Βουλή) ότι οι μεθεπόμενες εκλογές θα γίνουν με απλή αναλογική.
Στο προηγούμενο άρθρο («Το Βήμα», 15.4.2018) ανέλυσα τις πιθανότητες να υπάρξει αυτοδύναμη κυβέρνηση και πλειοψηφία 3/5 στην επόμενη Βουλή. Οι εκλογές με απλή αναλογική θα οδηγήσουν σε έναν κατακερματισμό πολιτικών δυνάμεων και στη μεγάλη δυσκολία όχι ενισχυμένης αλλά ούτε και απλής πλειοψηφίας στη μεθεπόμενη.
Με βάση την παραπάνω ανάλυση, η αποφασιστική Βουλή θα είναι πάντα η δεύτερη, και το ερώτημα είναι αν οι διαδικασίες που θα ακολουθηθούν θα αναδείξουν την επόμενη Βουλή αποφασιστική ή όχι. Αν η διαδικασία αρχίσει από την παρούσα Βουλή, η αποφασιστική θα είναι η επόμενη, αν όχι, το πρόβλημα θα μετατεθεί στις ελληνικές καλένδες, γιατί ποιος θα ήθελε να αναμείξει τη μεθεπόμενη Βουλή σε συνταγματικές διαδικασίες;
Την απάντηση στο ερώτημα αν η διαδικασία θα αρχίσει από την τρέχουσα Βουλή μπορεί να τη δώσει μόνο η κυβέρνηση. Θα αρχίσει η κυβέρνηση τη διαδικασία αναθεώρησης, δίνοντας (κατά πάσα βεβαιότητα) τη δυνατότητα στην αξιωματική αντιπολίτευση να παίξει σημαντικό ρόλο στη διαδικασία αλλαγής των θεσμών; Οπως την περιέγραψα, η θεσμική διαδικασία δείχνει ότι οι εσω-αντιπολιτευτικές συγκρούσεις είναι περιττές. Είναι προφανές ότι δεν πρέπει να δοθεί εν λευκώ δυνατότητα στην επόμενη πλειοψηφία να κάνει το Σύνταγμα που θα επιλέξει, άρα, για λόγους εθνικούς, δεν πρέπει να υπάρξει ενισχυμένη πλειοψηφία επί του θέματος στην παρούσα Βουλή.
Αφού λοιπόν δεν θα υπάρξει (και ούτε πρέπει να υπάρξει) υποστήριξη κυβερνητικών πρωτοβουλιών από την αντιπολίτευση, πρέπει αυτή η στάση να βασιστεί στα θεσμικά μαθηματικά που έδειξα (αναθεώρηση όπου η επόμενη Βουλή είναι η σημαντική, και η διαδικασία δεν αναβάλλεται για τη μεθεπόμενη) ή σε μια στρατηγική πόλωσης όπου ο ΣΥΡΙΖΑ θεωρείται το έσχατο κακό; Κατά τη γνώμη μου η πόλωση ευνοεί πρώτα τον ΣΥΡΙΖΑ, και δευτερευόντως τη Νέα Δημοκρατία (γιατί αυξάνει τη συσπείρωσή της). Σίγουρα δεν υπηρετεί τα συμφέροντα του ελληνικού λαού. Γιατί όταν φτιάχνουμε Σύνταγμα, δεν σκεφτόμαστε τις επόμενες εκλογές, αλλά την επόμενη γενιά. Οταν έρθει η ώρα της αναθεώρησης (αν αυτή γίνει στο ορατό μέλλον και δεν εκτροχιαστεί από πολωτικές στρατηγικές), η μόνη πρόταση που μπορεί να γίνει αποδεκτή είναι τα 5+1 σημεία του Ν. Αλιβιζάτου και όχι προγραμματικές διατάξεις κομμάτων. Η πρόταση έχει δύο σημαντικά χαρακτηριστικά. Πρώτον, εκφράζει τον κοινό παρονομαστή όλων των πολιτικών δυνάμεων του συνταγματικού τόξου, άρα είναι πολιτικά δύσκολο να καταψηφιστεί. Δεύτερον, και πιο σημαντικό, δημιουργεί το πλαίσιο για αλλαγές στο μέλλον, γιατί περιέχει και αλλαγή του άρθρου 110, για το οποίο έχω πει (https://www.tovima.gr/opinions/article/?aid=638048) ότι από εκεί πρέπει να ξεκινήσουν όλα. Οταν φτάσουμε σε ψηφοφορίες, αν η απαλοιφή του κρατικού και μόνο πανεπιστημίου από το άρθρο 16 συγκεντρώνει 180 βουλευτές ευχής έργο θα ήταν η κατάργηση του αναχρονισμού.
* Στο άρθρο της προηγούμενης Κυριακής έκανα δύο λάθη: πρώτον, η απαιτούμενη πλειοψηφία για προεδρική εκλογή είναι 180 και όχι 181 ψήφοι, και, δεύτερον, οι μαθηματικοί τύποι για τον υπολογισμό αυτοδυναμίας και προεδρικής εκλογής είναι: χ/(1-ψ) = 101/250, και (χ+ζ)/(1-ψ) = 130/250, που διευκολύνουν λίγο την επίτευξη των στόχων. Ευχαριστώ τους συναδέλφους Δημήτρη Σωτηρόπουλο και Γκίκα Χαρδούβελη που μου υπέδειξαν τα λάθη.
Ο κ. Γιώργος Τσεμπελής είναι καθηγητής της Πολιτικής Επιστήμης, κάτοχος της έδρας Anatol Rapoport στο Πανεπιστήμιο του Μίσιγκαν (ΗΠΑ).

ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ