Κάντε TO BHMA προτιμώμενη πηγή
Ουδόλως ζηλεύει κανείς τους άνδρες στις ταινίες της Σοφία Κόπολα, όχι τουλάχιστον αν είναι άνδρας ο ίδιος. Παρότι η ίδια δεν πρόκειται να το παραδεχτεί ποτέ, η αλήθεια είναι ότι αν το καλοσκεφτούμε θα δούμε ότι στις ταινίες τής 46χρονης σκηνοθέτριας τα αρσενικά κυκλοφορούν στα όρια που χωρίζουν τη φθορά από την… ανυπαρξία.

Το «Somewhere», για το οποίο κέρδισε τον Χρυσό Λέοντα στο φεστιβάλ Βενετίας, είναι μια δυσάρεστη (και στατική) μελέτη της φθοράς που έχει υποστεί ένας πρώην αστέρας του Χόλιγουντ (Στίβεν Ντορφ). Στη «Μαρία Αντουανέτα» έχεις την αίσθηση ότι το ανδρικό φύλλο απουσίαζε την περίοδο της Γαλλικής Επανάστασης. Μήπως ακόμα κι ο Μπιλ Μάρεϊ δεν ήταν κάτι σαν ζόμπι, ένας ζωντανός νεκρός που κυκλοφορούσε σαν υπνωτισμένος στους δρόμους και στα ξενοδοχεία του Τόκιο στην καλύτερη ταινία της Κόπολα, το «Χαμένοι στη μετάφραση»;

Τα πράγματα γίνονται ακόμη πιο βίαια, ακόμη πιο αρρωστημένα, ακόμα πιο σκοτεινά στην τελευταία ταινία της «Η αποπλάνηση» («The beguiled») που από την περασμένη Πέμπτη προβάλλεται στις αίθουσες, δύο περίπου μήνες μετά την πρεμιέρα της στο τελευταίο φεστιβάλ των Καννών, από το οποίο η Κόπολα έφυγε με το βραβείο σκηνοθεσίας. Η ταινία εστιάζει στη σχέση που θα αναπτυχθεί ανάμεσα σε μια επταμελή ομάδα γυναικών σε παρθεναγωγείο του αμερικανικού Νότου και στον βαριά τραυματισμένο δεκανέα των Βορείων (Κόλιν Φάρελ) τον οποίο παίρνουν υπό την «προστασία» τους κατά τη διάρκεια του αμερικανικού εμφυλίου πολέμου.

Υπεύθυνη του παρθεναγωγείου είναι η μις Μάρθα (η Νικόλ Κίντμαν σε μια πραγματικά διαβολική στιγμή της), που παρότι κάνει η ίδια τη σωτήρια επέμβαση στο πόδι του δεκανέα, αργότερα τον παρασύρει σε ένα παράξενο παιχνίδι γάτας – ποντικού το οποίο η Κόπολα προσπαθεί να χειριστεί όσο το δυνατόν πιο υπόγεια στοχεύοντας σε έναν αρρωστημένο ερωτισμό.


Οι γυναίκες μεταξύ τους
Το «The beguiled» υπήρξε κατ’ αρχάς μυθιστόρημα. Εκδόθηκε το 1966 και ήταν το πρώτο από τα τρία μυθιστορήματα που έγραψε ο Τόμας Κάλινεν (1919 – 1995), του οποίου πολλά θεατρικά έργα εξακολουθούν να ανεβαίνουν στην Αμερική. Το 1970, τέσσερα χρόνια μετά την πρώτη έκδοσή του, μεταφέρθηκε για πρώτη φορά στον κινηματογράφο από τον Ντον Σίγκελ με τον Κλιντ Ιστγουντ στον ρόλο του δεκανέα και την Τζεραλντίν Πέιτζ στον αντίστοιχο ρόλο της ηρωίδας της Νικόλ Κίντμαν. Η Κόπολα δεν είχε διαβάσει το μυθιστόρημα, ούτε είχε δει την ταινία του Σίγκελ μέχρι που η σκηνογράφος Αν Ρος της τη σύστησε. Την είδε και ένιωσε την ιστορία της να τη στοιχειώνει, «η λοξότητά της αλλά και οι απροσδόκητες ανατροπές της με συνεπήραν» όπως είπε η ίδια. Ενώ η Κόπολα δεν είχε φανταστεί ποτέ τον εαυτό της να γυρίζει αναδιασκευή παλαιότερης ταινίας, η περιέργεια την έτρωγε και έτσι αγόρασε το βιβλίο.
Οταν ολοκλήρωσε το βιβλίο, η σκηνοθέτρια είπε μέσα της: «Τι θα μπορούσε να βγει αν η ίδια ιστορία λεγόταν από την πλευρά της γυναίκας;». Ανέκαθεν η Σοφία Κόπολα έδειχνε να ενδιαφέρεται για την επίδραση των γεγονότων σε ομάδες γυναικών. Η πρώτη ταινία που σκηνοθέτησε, «Αυτόχειρες παρθένες» (από το μυθιστόρημα του Τζέφρεϊ Ευγενίδης), αφηγείται την ιστορία πέντε κορασίδων αδελφών οι οποίες οδηγούνται ανεξήγητα στην αυτοκτονία σε μια αμερικανική κωμόπολη της δεκαετίας του 1970. Ποτέ δεν μαθαίνουμε πού οφείλεται η κλονισμένη ψυχολογία αυτών των κοριτσιών, όσο για τους σιωπηλούς φταίχτες (;), τους γονείς, (Τζέιμς Γουντς, Καθλίν Τέρνερ), όχι απλώς δεν δείχνουν καταπιεστικοί, αλλά η υπερβολική ανεκτικότητά τους μας αναγκάζει να τους δεχθούμε περισσότερο ως θύματα της κατάστασης.
Πριν από τέσσερα χρόνια, στην ταινία της «Οι ύποπτοι φορούσαν γόβες» («The bling Ring») η Κόπολα ασχολήθηκε με την περίπτωση μιας παρέας εφήβων που είχαν γίνει μεγάλο θέμα στα ΜΜΕ όταν συνελήφθησαν για μια σειρά διαρρήξεων σε σπίτια πλουσίων και επωνύμων του Λος Αντζελες (βάση του σεναρίου της ταινίας, μάλιστα, αποτελεί ένα άρθρο του μηνιαίου περιοδικού «Vanity Fair»). Εκεί, η Κόπολα καυτηριάζει φαινόμενα της εποχής μας, όπως η μανία για κατανάλωση, ο εθισμός στη φήμη και καθετί που έχει σχέση με τη μόδα: παπούτσια, φουστάνια, κοσμήματα, όλα όσα δηλαδή προκαλούν παροξυσμό στα κορίτσια της παρέας, τα οποία ζώντας στον κόσμο τους, κάνουν σαν μικρά παιδιά σε λούνα παρκ.

Κάτω από την επιφάνεια

«Είναι αλήθεια, ανέκαθεν ενδιαφερόμουν στο να παρατηρώ τις δυναμικές μιας ομάδας, ειδικά αν αυτή η ομάδα αποτελείται από γυναίκες»
είπε η Κόπολα. «Εχω την αίσθηση ότι οι δυναμικές ανάμεσα στις γυναίκες βρίσκονται κάτω από την επιφάνεια, υπόγειες, την ώρα που των ανδρών είναι πιο φανερές. Αυτό που με ενδιέφερε στην “Αποπλάνηση” ήταν η διαφορετική αντιμετώπιση της κάθε γυναίκας απέναντι στον άνδρα, εφόσον είναι γυναίκες διαφορετικών ηλικιών».

Οι ηλικίες είναι τεσσάρων κατηγοριών. Η Μάρθα της Κίντμαν (ανάμεσα στα 45-50), η Εντβίνα της Κίρστεν Ντανστ (γύρω στα 30), η Αλίσια της Ελ Φάνινγκ (κοντά στα 20) και τα τέσσερα μικρά κορίτσια. «Ολες οι γυναίκες διαμορφώνουν μια διαφορετική συμπεριφορά απέναντι στον στρατιώτη και η ατμόσφαιρα βαραίνει διότι, όπως γνωρίζουμε, οι δυναμικές εξουσίας ανάμεσα στους άνδρες και τις γυναίκες είναι παγκόσμιες. Υπάρχει πάντα ένα μυστήριο ανάμεσα στις σχέσεις των δύο φύλων και αυτό το μυστήριο θέλησα να εξερευνήσω κάνοντας τη διασκευή του σεναρίου από την πλευρά της γυναίκας. Κάθε κεφάλαιο είναι μια διαφορετική αφήγηση από μια διαφορετική γυναίκα».

Ενα στοιχείο που επίσης την ενδιέφερε όμως είναι και αυτό του θρίλερ, ακριβώς επειδή ποτέ στο παρελθόν δεν το είχε κάνει. «Στο πίσω μέρος του μυαλού μου βρισκόταν το “Misery” (όπου η Κάθι Μπέιτς αιχμαλωτίζει τον Τζέιμς Κάαν) και η ιδέα ήταν προκλητική γιατί με έκανε να νιώθω εκτός ζώνης ασφαλείας. Επρεπε να σπρώξω τα πράγματα περισσότερο, ενώ συνήθως είμαι πιο συγκρατημένη».

Αποκαρδιωτικό βάπτισμα του πυρός

Αποκαρδιωτική είναι η πρώτη λέξη που σου έρχεται στο μυαλό όταν θυμάσαι την πρώτη απόπειρα της Σοφία Κόπολα να εισχωρήσει στον κόσμο του κινηματογράφου. Αμήχανα ντεμπούτα ηθοποιών στον κινηματογράφο έχουμε δει πολλά, όμως αυτό που συνέβη με την Κόπολα όταν εμφανίστηκε στον «Νονό 3» του πατέρα της, Φράνσις Φορντ, ήταν πραγματικά ανεπανάληπτο.

Οχι μόνον δεν γράφτηκε ούτε μια καλή λέξη για την ηθοποιό Σοφία αλλά η σκληρή επίθεση που της ασκήθηκε υπήρξε άνευ προηγουμένου και το κοινό δεν φάνηκε να έχει αντίθετη γνώμη. Διόλου παράξενο που ποτέ δεν ξανάδαμε τη Σοφία Κόπολα μπροστά από τον φακό. «Αντιλήφθηκα, και ευτυχώς πολύ σύντομα, ότι η ηθοποιία πολύ απλά δεν βρίσκεται στο αίμα μου» ισχυρίστηκε αργότερα η Κόπολα. «Δεν ήταν, ούτε και πρόκειται ποτέ να γίνει μέρος της προσωπικότητάς μου, και γι’ αυτό αποτελεί πια μακρινό παρελθόν, σαν κάτι από την εφηβική μου ηλικία που θα προτιμούσα να μη θυμάμαι…».

Η Κόπολα βρήκε διέξοδο στις σπουδές Καλών Τεχνών και παρότι ποτέ δεν αποφοίτησε, αυτή η εμπειρία ήταν αρκετά σημαντική διότι έτσι αντιλήφθηκε ότι είχε την ικανότητα να δημιουργήσει. Σε αυτό το σημείο της στάθηκε περισσότερο από κάθε άλλον ο πατέρας της, ο οποίος ακόμη θυμάται με πίκρα την επίθεση που ασκήθηκε στην κόρη του (και στον ίδιο) όταν τη χρησιμοποίησε στη διανομή των ηθοποιών του «Νονού 3». «Ο πατέρας μου με ενεθάρρυνε λέγοντάς μου να κυνηγήσω κάθε τι που μου δίνει ευχαρίστηση, κάθε τι που μου ελκύει το ενδιαφέρον. Μόνον έτσι θα μπορούσα κάποια ημέρα να παρουσιάσω κάτι ολοκληρωτικά δικό μου».

ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ