Η παραδειγματικότητα του 1821

Η ανεκδοτολογία για σημερινά μειράκια και νεάνιδες που δεν ξέρουν και δεν πολυενδιαφέρονται για το πού πηγαίναν τα σαράντα παλικάρια από τη Λιβαδειά είναι λίγο-πολύ γνωστή.

Η παραδειγματικότητα του 1821 | tovima.gr
Η ανεκδοτολογία για σημερινά μειράκια και νεάνιδες που δεν ξέρουν και δεν πολυενδιαφέρονται για το πού πηγαίναν τα σαράντα παλικάρια από τη Λιβαδειά είναι λίγο-πολύ γνωστή. Από την άλλη μεριά, δεν ξέρουμε πόσοι από εμάς τους παλιότερους μέθυσαν με το αθάνατο κρασί του ’21 που μια φορά κι έναν καιρό προσφερόταν ανέρωτο και ανελλιπώς στις σχολικές μας γιορτές· ούτε ξέρουμε πόσοι διατελούν σήμερα σε πατριωτικό hangover εξαιτίας του εορταστικού εκείνου τελετουργικού που εξελισσόταν στο σαλόνι του σχολείου με την εικαστική στεφάνη εκείνων των αδρών και αυστηρών πολεμάρχων ολόγυρα στους τοίχους. Αλλά το σχολείο δεν είναι ακριβώς Κέντρο Ιστορικών Ερευνών και οι παλιές φωτογραφίες είναι πάντα τιμαλφή της μνήμης όσο απονήρευτες και αθώες κι αν είναι οι εποχές που ανακαλούν.
Ωστόσο, μέσα ή έξω από το σχολείο, η ρητορική που συνοδεύει τις εθνικές επετείους, ακόμη και όταν στις μέρες μας διατίθεται σε πιο εκσυγχρονισμένη, ειρηνιστική ή πολιτικώς ορθή συσκευασία, εμφορείται, σε μεγαλύτερο ή μικρότερο βαθμό, άμεσα ή έμμεσα, από την ιδέα της παραδειγματικότητας. Πρόκειται για το πρόβλημα που αντιμετωπίζουν οι πολιτικοί όταν με το πέρας της παρέλασης καλούνται να επισημάνουν το νόημα της ημέρας και έχουν την υποχρέωση να πουν, ανάλογα, ασφαλώς, με τον βαθμό πρωτοτυπίας που επιτρέπει η νοημοσύνη του καθενός, ότι πρέπει «και εμείς σήμερα να παραδειγματιστούμε κ.λπ. κ.λπ.». Αν ο παραδειγματισμός ασκείται χωρίς τις δυσκαμψίες ενός παλιομοδίτικου φρονηματισμού και διδακτισμού είναι ευπρόσδεκτος. Και είναι ακόμη πιο ευπρόσδεκτος όταν κατορθώνει να ευθυγραμμίσει εύστοχα και νηφάλια, και τηρουμένων των αναλογιών, το ιστορικό «τότε» με τη σύγχρονη εμπειρία. Πόσο παραδειγματικό μπορεί να είναι από την άποψη αυτή το 1821; Για την ακρίβεια, τι είδους παράδειγμα συνιστούν όχι τόσο τα χιλιοτραγουδισμένα επικά επεισόδια του Αγώνα όσο οι ιδεολογικές, κοινωνικές και πολιτικές προϋποθέσεις της Ελληνικής Επανάστασης;
Τα καριοφίλια πήραν τον λόγο αφού για περισσότερο από μισόν αιώνα δραστήρια στοιχεία του ελληνισμού μέσα και κυρίως έξω από την Ελλάδα εκμεταλλευόμενα τη γεωπολιτική συγκυρία είχαν αναπτύξει οικονομικές δραστηριότητες με συνέπεια την εμφάνιση εμπορικών εταιρειών και τη βαθμιαία διαμόρφωση μιας τάξης με αστική συνείδηση και ευρωπαϊκό προσανατολισμό. Αύξουσα οικονομική επιφάνεια και εξωστρέφεια απετέλεσαν τη σωστή συνθήκη για να συνειδητοποιηθεί η ανάγκη της παιδείας σε μια εποχή όπου η Ευρώπη του Διαφωτισμού και της Γαλλικής Επανάστασης έστελνε δυνατά και επίμονα σήματα κοινωνικής δικαιοσύνης και πολιτικής ελευθερίας. Σαλπίζοντας το δικό τους εγερτήριο, οι ακροβολισμένοι λόγιοι του ελληνικού Διαφωτισμού είδαν στην ελληνική κλασική Αρχαιότητα ένα προφανές σημείο αναφοράς – το πιο αναγνωρίσιμο για την Ευρώπη και το πιο εμπνευστικό για το Εθνος. Και παρά τις επιφυλάξεις ορισμένων στο ζήτημα αυτό, δύσκολα μπορεί να αμφισβητήσει κανείς ότι η συστηματική παραπομπή στο κλασικό παρελθόν στη συγκεκριμένη χρονική συγκυρία εξασφάλιζε μεγαλύτερη συνεκτικότητα στο εγχείρημα της εθνικής και πολιτισμικής ανασυγκρότησης.
Οι κύριες δυνάμεις που συνέκλιναν για να στήσουν το προεπαναστατικό σκηνικό δεν αποτελούν συντελεσμένο παρελθόν προς αρχειοθέτηση στο ιστορικό αρχείο. Η εύκαιρη και οργανωμένη επιχειρηματικότητα μιας διαμορφούμενης αστικής τάξης που πρωτοπορεί ενωτιζόμενη μηνύματα από την Ευρώπη, οι ισχυρές κοσμικές και νεωτεριστικές αντιλήψεις της που τη θωρακίζουν απέναντι στον ησυχαστικό κομφορμισμό εκκλησιαστικών και λαϊκών παραγόντων που δεν ήθελαν ή δεν μπορούσαν να παρακολουθήσουν τις εξελίξεις, η εδραία πεποίθησή της για τη σημασία της παιδείας, η αναζήτηση μίτων και ζωτικών μύθων σε ένα αγλαό παρελθόν – αυτά αποτελούν έκτυπα χαρακτηριστικά ενός ιστορικού «φαινοτύπου» με ορατές συνέχειες, παραλλαγές και απολήξεις στο παρόν μας. Το 1821 δεν είναι μόνο μεθυστικό κρασί για πατριωτικές ψυχές, και όποιος διαβάζει προσεκτικά τη θετική, αλλά και την αρνητική, παραδειγματικότητά του βρίσκει λόγους να νιώσει ότι βαδίζει σε εκείνον τον χρονικό λαβύρινθο του Τόμας Ελιοτ, όπου παρελθόν, παρόν και μέλλον αλληλοπεριέχονται.
Μόνο ως υστερόγραφο στα παραπάνω θίγω εδώ το ζήτημα της ιστοριογραφικής διαμάχης που εκδηλώθηκε με αφορμή το 1821. Δεν πρόκειται για αντίρροπες ή αποκλίνουσες αναγνώσεις των γεγονότων αλλά πολύ περισσότερο για τις αντιδράσεις που πυροδοτεί μια μετανεωτερική αντίληψη, σύμφωνα με την οποία το «έθνος» και η «εθνική ταυτότητα» δεν αποτελούν αυτονόητα, διαχρονικά και «ουσιοκρατικά» δεδομένα αλλά «κατασκευές» ή και φαντασιακές «επινοήσεις» που είναι άμεσα συναρτημένες από συγκεκριμένες ιστορικές συγκυρίες. Το να αποδείξεις ότι δεν υπάρχουν ενδείξεις και τεκμήρια ελληνικής εθνικής συνείδησης πριν από τον 19ο αιώνα είναι ηράκλειος άθλος, κατορθωτός μόνο αν επιτρέψεις τα προτάγματα της Θεωρίας να οδηγήσουν σε ολική έκλειψη τα γεγονότα. Από την άλλη πλευρά, ωστόσο, είναι δύσκολο να αρνηθείς ότι η εθνική συνείδηση-ταυτότητα είναι «αντισεισμική» κατασκευή που αντέχει αλώβητη στις αλλεπάλληλες δονήσεις της Ιστορίας και δεν χρειάζεται σωστικές παρεμβάσεις και μερεμέτια. Η αλήθεια, που σαφώς δεν βρίσκεται στη μέση, είναι ότι οι συλλογικές οντότητες, όσο κι αν ακρωτηριαστούν από τις ιστορικές περιπέτειές τους, διαθέτουν τόσο πιο στέρεη αίσθηση συνεκτικής ταυτότητας όσο πιο μακρύ είναι το άνυσμα της Ιστορίας στο οποίο πορεύθηκαν. Το Γένος που ξεσηκώθηκε το 1821 διέθετε τέτοιαν αίσθηση.
O κ. Θεόδωρος Δ. Παπαγγελής είναι ακαδημαϊκός, καθηγητής του Τμήματος Φιλολογίας στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης.

ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ

Ακολουθήστε στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, από
Γνώμες
ΒΗΜΑτοδότης
Σίβυλλα
Helios Kiosk