Για χρόνια, η Γωγώ Μαστροκώστα ήταν για το ελληνικό κοινό μια εικόνα. Ένα πρόσωπο των 90s. Εξώφυλλα, φωτογραφήσεις, τηλεοπτική λάμψη, η αισθητική μιας εποχής που λάτρευε την υπερβολή και συχνά μπέρδευε τη γυναίκα με τη φαντασίωση πάνω της. Ήταν εύκολο να τη βάλεις σε ένα κουτί να της δώσεις και μια ταμπέλα και να τη σφραγίσεις. Δύσκολο ήταν να φανταστείς ότι πίσω από αυτή τη δημόσια περσόνα υπήρχε ένας άνθρωπος που, χρόνια αργότερα, θα κατάφερνε να συγκινήσει ακόμα και ανθρώπους που θεωρητικά δεν είχαν κανέναν λόγο να ταυτιστούν μαζί της. Ανθρώπους που πιθανότατα είχαν κρατήσει απόσταση από ό,τι συμβόλιζε η εποχή εκείνη, αλλά που τώρα ένιωσαν ένα αληθινό σφίξιμο στο άκουσμα της απώλειάς της.
Κι αυτό συνέβη γιατί η Γωγώ Μαστροκώστα κατάφερε τελικά κάτι σπάνιο: να ξεπεράσει την ίδια της τη δημόσια εικόνα. Αρκετά πριν τον θάνατό της. Να αποδειχθεί πολύ μεγαλύτερη από το στερεότυπο της όμορφης και σέξι που της φόρεσαν και τη συνόδευε για χρόνια.
Η στιγμή που άλλαξε τα πάντα ήταν η διάγνωση με καρκίνο του μαστού, λίγες μόλις ημέρες μετά τη γέννηση της κόρης της το 2010. Σχεδόν αδιανόητα σκληρό σαν σενάριο: να κρατάς το παιδί που περίμενες τόσο πολύ και ταυτόχρονα να μαθαίνεις ότι ξεκινά μια μάχη για τη ζωή σου. Κι όμως, αυτό που έκανε τόσο βαθιά εντύπωση δεν ήταν μόνο η ίδια η περιπέτεια της υγείας της. Ήταν ο τρόπος που στάθηκε απέναντί της.
Μίλησε ανοιχτά για τον καρκίνο σε μια εποχή που αυτό δεν ήταν ούτε εύκολο ούτε αυτονόητο πολύ πριν τα social media κάνουν την προσωπική εξομολόγηση σχεδόν καθημερινό περιεχόμενο.
Με αξιοπρέπεια. Αυτή είναι ίσως η λέξη που εξηγεί γιατί συγκίνησε τόσο πολύ η απώλειά της. Αξιοπρέπεια χωρίς επιτήδευση. Χωρίς θόρυβο. Χωρίς την ανάγκη να μετατρέψει τον πόνο της σε δημόσιο δράμα. Μίλησε ανοιχτά για τον καρκίνο σε μια εποχή που αυτό δεν ήταν ούτε εύκολο ούτε αυτονόητο πολύ πριν τα social media κάνουν την προσωπική εξομολόγηση σχεδόν καθημερινό περιεχόμενο. Και ειδικά για μια γυναίκα που είχε συνδεθεί τόσο έντονα με την εικόνα και τη θηλυκότητά της, αυτή η έκθεση απαιτούσε τεράστιο θάρρος.
