• Αναζήτηση
  • Σαίξπηρ εναντίον Πούτιν

    Το 1850 ο αμερικανός στοχαστής Ραλφ Γουάλντο Εμερσον δήλωσε πως, ύστερα από αιώνες παρανοήσεων, η εποχή είχε επιτέλους φτάσει για να καταλάβουμε πραγματικά τον Σαίξπηρ.

    Το 1850 ο αμερικανός στοχαστής Ραλφ Γουάλντο Εμερσον δήλωσε πως, ύστερα από αιώνες παρανοήσεων, η εποχή είχε επιτέλους φτάσει για να καταλάβουμε πραγματικά τον Σαίξπηρ. «Τώρα η λογοτεχνία, η φιλοσοφία και η σκέψη έχουν σαιξπηροποιηθεί. Το μυαλό του είναι ο ορίζοντάς μας· πέρα από αυτόν δεν βλέπουμε…».
    Βρισκόμαστε πολύ μακριά από την εποχή του Εμερσον. Κι όμως, ο Σαίξπηρ υπάρχει ακόμη παντού – ειδικά εφέτος, το 2016, έτος κατά το οποίο τιμούμε παγκοσμίως τα 400 χρόνια από τον θάνατό του.
    Τι να πρωτοσημειώσει κανείς: εκδόσεις, παραστάσεις, διασκευές, συζητήσεις, εκδηλώσεις, ένας στρόβιλος δραστηριότητας, θεατρικής και μη, που θέλει όλες τις τάσεις – εκλεκτές, ανόητες, πρωτοποριακές – να συναγωνίζονται για μια θέση στον ήλιο.
    Στην κατηγορία των «φαβορί», ο Ντάνιελ Κρεγκ θα ερμηνεύσει τον Ιάγο στον «Οθέλλο» που θα ανέβει το φθινόπωρο στο οφ-Μπρόντγουεϊ, σε σκηνοθεσία του περιζήτητου Σαμ Γκολντ. Ετερος σουπερστάρ, ο νορβηγός συγγραφέας αστυνομικής λογοτεχνίας Τζο Νέσμπο, ανέλαβε να μετατρέψει σε μυθιστόρημα τον «Μακμπέθ». Στο βιβλίο, που θα κυκλοφορήσει το 2017, ο Μακμπέθ είναι αρχηγός μιας ειδικής κατασταλτικής και αντιτρομοκρατικής μονάδας σε μια παραθαλάσσια πόλη της Ευρώπης, όπου κυριαρχεί η διαφθορά. Οι τρεις μάγισσες κατασκευάζουν ναρκωτικά αντί για μαγικούς ζωμούς και υπόσχονται στον φιλόδοξο ήρωα να αναρριχηθεί στις τάξεις της αστυνομίας, αρκεί να δολοφονήσει τον Ντάνκαν. «Αυτά τα κλασικά κείμενα ερμηνεύονται κάλλιστα ως αστυνομικά έργα» είπε ο συγγραφέας σχολιάζοντας την ανταπόκρισή του στο κάλεσμα του εκδοτικού οίκου Hogarth.
    Ζόμπι και πρόβατα


    Η Royal Shakespeare Company συνεργάζεται με τη Samsung και δημιουργούν ειδική εφαρμογή ονόματι «RE: Shakespeare» με στόχο να φιλτράρουν τα κείμενα του Βάρδου μέσα από το πρίσμα της χιπ-χοπ. To «Ρωμαίος και Ιουλιέτα» παρουσιάζεται στη Νέα Υόρκη ως σπλάτερ εκδοχή με πολλούς φόνους και ζόμπι που μιλούν ποιητικά. Ο βασιλιάς Λιρ εμφανίζεται μόνος επί σκηνής, περιτριγυρισμένος από εννέα (αληθινά) πρόβατα, σε μια αποθήκη του Λονδίνου. Η Οπερα της Σάντα Φε παρουσιάζει το «unShakeable» (συνδυασμός «Ρωμαίου και Ιουλιέτας» με «Αμλετ»), η δράση του οποίου εκτυλίσσεται 25 χρόνια από σήμερα, ύστερα από επιδημία φονικού ιού. Η σκηνοθέτις Αλις Στάνλεϊ, που αρνείται τον χαρακτηρισμό «άνδρας» ή «γυναίκα», ανεβάζει και αυτή «Αμλετ» στη Βαλτιμόρη διεκδικώντας το δικαίωμα του θιάσου να αποφασίζει συλλογικά για το φύλο του κάθε ήρωα. Ετσι ο πρίγκιψ της Δανιμαρκίας είναι γυναίκα που ερμηνεύεται από γυναίκα ηθοποιό, ενώ ο Λαέρτης είναι άνδρας που ερμηνεύεται από γυναίκα ηθοποιό. Απλά πράγματα.Τα gender politics δεν πτοούν τον Σαίξπηρ: τα είχε προβλέψει από τότε… Ποιος όμως έχει να πει κάτι ουσιαστικό και ενδιαφέρον για τον Βάρδο σήμερα;
    Παραστάσεις ανεβαίνουν εκατοντάδες ανά την υφήλιο. Κινούνται στη σφαίρα της ποπ ευκολίας (π.χ. τα προαναφερθέντα ζόμπι), της οικολογικής αφέλειας (π.χ. ο βουκόλος Λιρ), της εξαργύρωσης των χολιγουντιανών ονομάτων, της φαινομενικής απελευθέρωσης των φύλων κ.ο.κ.
    Οι συνεχιστές της αγγλικής παράδοσης


    Υπάρχουν βέβαια και σοβαρές περιπτώσεις: ο Τρέβορ Ναν, πρώην διευθυντής (από το 1968 ως το 1986) της σεβαστής Royal Shakespeare Company, παρουσίασε στη Νέα Υόρκη (σήμερα, Κυριακή, η τελευταία παράσταση) τον «Περικλή», ένα από τα λιγότερο δημοφιλή έργα του Βάρδου, που επαφίεται κυρίως στην έντονη δράση (το σαιξπηρικό αντίστοιχο του… adventure movie). Ο Ναν έκοψε σκηνές, μετέτρεψε μακροσκελείς λόγους σε τραγούδια ή σε κοφτούς διαλόγους και γενικώς, παρ’ όλο που πείραξε αρκετά το κείμενο, κέρδισε τελικά το στοίχημα των εντυπώσεων σε αυτήν την πρώτη συνεργασία του με αμερικανούς ηθοποιούς. Κατά τα άλλα, η παράσταση διαθέτει όλη την αίγλη των μεγάλων θεαμάτων, επιδιώκει το στυλ ενός μεσαιωνικού παραμυθιού, με ζωντανή μουσική, πολύτιμα κοστούμια και πολυτελή σκηνικά.
    Στην ίδια κλασική κατεύθυνση κινείται και ένας ακόμη καταξιωμένος δημιουργός, τον οποίο οι «Sunday Times» έχουν κατατάξει στους «μεγαλύτερους σαιξπηριστές της εποχής μας»: ο 58χρονος Γκρέγκορι Ντόραν. Ο βρετανός σκηνοθέτης παρουσιάζει αυτές τις μέρες (ως τις 17 Απριλίου) στην Brooklyn Academy of Music μια σύνθεση από τέσσερα ιστορικά έργα (τα δύο μέρη του «Ερρίκου Δ’» μαζί με τον «Ριχάρδο Β’» και τον «Ερρίκο Ε’») υπό τον γενικό τίτλο «King and Country: Shakespeare’s Great Cycle of Kings». Πρόκειται για τη δημοφιλή ιστορική τετραλογία του Σαίξπηρ, έναν κύκλο που αφηγείται την ταραχώδη πολιτική κατάσταση στην Αγγλία, υπό την ηγεσία τριών διαδοχικών μοναρχών. Παρακολουθώντας το ένα μετά το άλλο τα έργα, δεν εισπράττει κανείς μόνο μια πιο καθαρή αίσθηση της εξέλιξης των γεγονότων αλλά και τη θαυμαστή ποικιλία που αποτύπωσε ο Σαίξπηρ όπως κανένας άλλος δραματουργός: «ρωμαλέα κωμωδία, βαθύ συναίσθημα, διαπεραστική ψυχολογία, σύλληψη της δραματικής έντασης και κορύφωσης και πάνω απ’ όλα της συναρπαστικής αλχημείας της ζωής και της σκέψης που μεταμορφώνεται σε ποίηση» γράφει ο Τσαρλς Ισεργουντ των «New York Times». Mε συμβατικό ενδυματολογικό χαρακτήρα και ελάχιστα σκηνικά, «οι δώδεκα αυτές ώρες θεάτρου – που αναπόφευκτα παρουσιάζουν και μερικά κουραστικά σημεία – αποδεικνύονται απλούστατα καταπληκτικές, μαρτυρώντας ότι η Royal Shakespeare Company βρήκε πάλι τη φόρμα της μετά την τελευταία επίσκεψή της στη Νέα Υόρκη, το 2011, όταν παρουσίασε πέντε εντελώς αδιάφορες παραγωγές».
    Σαν ροκ συναυλία


    Από τις περιπτώσεις που συγκεντρώνουν το μεγαλύτερο ενδιαφέρον, θα ξεχώριζα σίγουρα τη Filter Theater Company, μια ομάδα από την Αγγλία (με επικεφαλής τους Ολιβερ Ντιμσντέιλ, Τιμ Φίλιπς και Φέρντι Ρόμπερτς), που στοχεύει στην αναβίωση των κλασικών θεατρικών κειμένων με αμεσότητα, χιούμορ και ενθουσιασμό. Με έμφαση στη μουσική και στην περφόρμανς, η ομάδα αυτή – που ιδρύθηκε το 2003 και επιχορηγείται από τη Royal Shakespeare Company – απευθύνεται κυρίως σε εφηβικό και νεανικό κοινό, χωρίς αυτό να σημαίνει πως δεν εισπράττει εγκωμιαστικά σχόλια από «δύσκολους» άγγλους κριτικούς όπως ο Αντριου Χέιντεν: «Η κωμική αγαρμποσύνη του θεάτρου τους συναντά τη δεινότητα των ερμηνευτών-μουσικών αλλά και την καυστική σάτιρα του stand-up comedy».
    Το «Ονειρο καλοκαιρινής νύχτας» που παρουσίασαν οι Filter Theater προ λίγων ετών εντυπωσίασε για τον τρόπο που συνέδεσε την ανατρεπτική σαιξπηρική κωμωδία με τη σύγχρονη κοινωνική πραγματικότητα της Αγγλίας: «Σπάνια μας δίνεται η ευκαιρία να παρατηρήσουμε ένα τόσο διαπεραστικό και ανατριχιαστικό πορτρέτο της σύγχρονης Βρετανίας επί σκηνής», γράφει ο Χέιντεν, «μιας Βρετανίας αιχμάλωτης της οικονομικής κρίσης, μιας Βρετανίας όπου η δύναμη ασκείται αόρατα σε μέρη όπου δεν έχουμε ποτέ πρόσβαση και οι αποφάσεις λαμβάνονται ερήμην μας. Εκεί όπου μοναδική λύση μοιάζει το να χαθούμε στη νοσταλγία, σε παιδιάστικες μάχες φαγητών, ή σε μάταιες ρομαντικές σχέσεις· και αν παραγίνει το κακό, να υποκριθούμε πως όλα είναι ένα όνειρο».
    Κριτική στην πολιτική Πούτιν


    Το ίδιο έργο επέλεξαν για να ασκήσουν τη δική τους κριτική στην πολιτική του Πούτιν ο ρώσος σκηνοθέτης Ντµίτρι Κρίµοφ και η οµάδα του Dmitry Krymov Lab of Moscow. Το δικό τους «Ονειρο» είναι µάλλον ένας εφιάλτης που βλέπει η σύγχρονη Ρωσία. Ο Κρίµοφ διασκευάζει το σαιξπηρικό κείμενο και ανεβάζει ουσιαστικά τα τελευταία είκοσι λεπτά του: το κομµάτι δηλαδή όπου ο ερασιτεχνικός θίασος ερµηνεύει το σκετς «Πύραµος και Θίσβη» ενώπιον του νιόπαντρου βασιλικού ζεύγους. Μόνο που τα είκοσι λεπτά επιµηκύνονται εδώ σε µιάµιση ώρα εξαιρετικού θεάτρου. Το µπουλούκι των «ηθοποιών» εισβάλλει χαρωπά στην πλατεία του θεάτρου µεταφέροντας αρχικά έναν επικίνδυνα τεράστιο κορµό και στη συνέχεια ένα εξωφρενικά µεγάλο σιντριβάνι, πιτσιλώντας τους θεατές. Αφού τακτοποιηθούν επί σκηνής, καταφθάνει το «κοινό» τους: µε τα trendy, ακριβά ενδύµατά τους, «δεν υπάρχει αµφιβολία ότι αυτή είναι η νέα αριστοκρατία της Ρωσίας», επισημαίνουν κριτικοί που είδαν την παράσταση στο Λονδίνο. Οι… αριστοκράτες κάνουν φασαρία, έχουν ύφος αυτάρεσκο, τα κινητά τους χτυπάνε ενοχλητικά. Οταν ένα από τα μέλη του θιάσου σκοντάφτει και η µύτη του γεµίζει αίµατα, κανένας από το «κοινό» δεν συγκινείται. Ο ηθοποιός σκουπίζεται µόνος του και αρχίζει την εισαγωγή, αναφερόµενος σε όλα τα διάσηµα ζευγάρια εραστών ανά τους αιώνες. Από τον Αδάµ και την Εύα ως τον Τσαϊκόφσκι και τον… οδηγό του! Το κοινό αισθάνεται ιδιαίτερα άβολα: ως γνωστόν, το σχόλιο αυτό θεωρείται, από το 2012, µάλλον παράνοµο στη Ρωσία, µετά το νοµοθετικό εµπάργκο του καθεστώτος Πούτιν κατά της «γκέι προπαγάνδας». Ο σκοταδισµός που έχει απλωθεί µοιάζει να οδηγεί τη χώρα στο προκοµµουνιστικό παρελθόν της, µε νέες τάξεις ολιγαρχών και χωρικών.
    Η παράσταση δεν λέει ποτέ ευθέως αυτό που εννοεί, όπως γινόταν στο παρελθόν στο θέατρο του ανατολικού µπλοκ. Οι αναφορές στα αρχεία της KGB ξεπηδούν ξανά και ξανά. Το επώδυνο σχόλιο για την έλλειψη ελευθερίας των καλλιτεχνών στο σύγχρονο καθεστώς περνάει αριστοτεχνικά μέσα από την ξεκαρδιστική κωμωδία. Οι άνθρωποι του θεάτρου, γράφει ο Χέιντεν, «καλούνται να ψυχαγωγήσουν τους κυβερνώντες και τους φίλους τους εις βάρος της αξιοπρέπειάς τους: όσο ταλέντο και αν διαθέτουν, όσο γέλιο και αν προκαλούν, η δύναµη της χαράς έρχεται πάντα δεύτερη µπροστά στη δύναµη του χρήµατος και της εξουσίας».

    ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ

    Πολιτισμός