Ορχάν Παμούκ, ο Τολστόι των φτωχών

«Από τότε που βραβεύθηκα με το Νομπέλ Λογοτεχνίας οι δημοσιογράφοι με αντιμετωπίζουν ως αντιπρόσωπο της χώρας μου, έχω καταντήσει διπλωμάτης. Όταν αυτό όμως παραγίνεται, ο διπλωμάτης σκοτώνει τον παιγνιώδη μυθιστοριογράφο που είμαι». Με αυτά τα λόγια ο Ορχάν Παμούκ ξεκαθάρισε τη θέση του στη συνέντευξη Τύπου που παραχώρησε σε έλληνες δημοσιογράφους το μεσημέρι της Πέμπτης 10 Δεκεμβρίου στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών. Το ίδιο βράδυ, στην Αίθουσα Τριάντη του Μεγάρου, μίλησε στο ελληνικό κοινό για το νέο του μυθιστόρημα που κυκλοφορεί στα ελληνικά με τίτλο Κάτι παράξενο στο νου μου (Ωκεανίδα, 2015).

Λιγότερο από ένα εικοσιτετράωρο έμεινε στην Αθήνα, προσκεκλημένος του MegaronPlus, των εκδόσεων Ωκεανίδα και των καταστημάτων Public, καθ’ οδόν προς τη Νέα Υόρκη και το Πανεπιστήμιο Columbia όπου διδάσκει Λογοτεχνία, πρόλαβε όμως να μας μιλήσει για τον συμπαθή πρωταγωνιστή του βιβλίου του, τον Μεβλούτ Καράτας, έναν πλανόδιο πωλητή γιαουρτιού και μποζά στην Ιστανμπούλ των τελευταίων 40 χρόνων, έναν λαϊκό άνθρωπο της εργατικής τάξης.

Πολύς λόγος έγινε για την πρωταγωνίστρια των αφηγήσεών του, την Ιστανμπούλ που γιγαντώνεται και την οποία «καμιά κυβέρνηση, όσο αυταρχική και αν είναι, δεν έχει τη δύναμη να την κάνει μονοφωνική. Είναι μια πολυπολιτισμική πόλη, που εξελίσσεται, αναπτύσσεται οικονομικά, είναι δυναμική, ζωντανή και πολυφωνική σαν τη Νέα Υόρκη».

Δέχθηκε να κάνει και κάποια πολιτικά σχόλια και αναφέρθηκε στη σχέση της Τουρκίας με την Ευρωπαϊκή Ενωση «η οποία οφείλει να είναι παρατηρητής των εξελίξεων στην Τουρκία, να ασκεί κριτική, να ενδιαφέρεται για το δικαίωμα της ελευθερίας λόγου στην Τουρκία», τόνισε όμως ότι «η Τουρκία δεν πρέπει να θεωρεί την Ευρωπαϊκή Ένωση παίκτη στην εσωτερική πολιτική».

Ο Τολστόι των φτωχών

«Σκοπός μου ήταν να γράψω ένα κοινωνικό μυθιστόρημα με πρωταγωνιστικό χαρακτήρα προερχόμενο από την εργατική τάξη, ένα μυθιστόρημα σαν τα κοινωνικά μυθιστορήματα του 19ου αιώνα, όχι όμως με τον τρόπο του Ντίκενς ή του Ζολά. Δεν ήθελα να γράψω ένα μελοδραματικό μυθιστόρημα για κακομοίρηδες φτωχούς της εργατικής τάξης. Μελετώντας διαπίστωσα ότι το μυθιστόρημα στην Ιστορία του δεν

φέρθηκε καλά στους χαρακτήρες της λαϊκής τάξης. Λαϊκοί χαρακτήρες υπάρχουν παντού, από τον Ζολά ως τον Στάινμπεκ. Ο Τολστόι αναφέρεται στη ζωή των χωρικών στην “Άννα Καρένινα” και υπάρχει ένα ολόκληρο είδος, το “μυθιστόρημα του χωριού”, στο οποίο διέπρεψε ο Γιασάρ Κεμάλ. Οι λαϊκής καταγωγής χαρακτήρες αντιμετωπίζονται όμως με έναν τρόπο μελοδραματικό, για να προκαλέσουν τη συγκίνησή μας.

Δεν ήθελα αυτό, ήθελα η προσωπικότητα του Μεβλούτ Καράτας να παρουσιάζεται σε όλες τις διαστάσεις της, τα ανθρώπινα χαρακτηριστικά του, η ύπαρξή του να δίνονται στην ολότητά τους. Δεν ήθελα να υπάρχει στην αφήγηση ως διαμεσολαβητής ένας διανοούμενος χαρακτήρας της μεσαίας τάξης που να ιδεολογικοποιεί και να νοηματοδοτεί και να μελοδραματοποιεί τα γεγονότα. Ήθελα να γράψω για τον Μεβλούτ της εργατικής τάξης όπως γράφει ο Τολστόι για τους αριστοκράτες».

«Έγραψα λοιπόν ένα κοινωνικό μυθιστόρημα α λα Ντίκενς με την έννοια ότι αφηγούμαι όλη τη ζωή του Μεβλούτ Καράτας από τα παιδικά του χρόνια, κι έγραψα ένα πικαρικό μυθιστόρημα με την έννοια ότι αναφέρω διάφορα επεισόδια αυτής της ζωής: την εμπειρία του στρατού, τη στάση του Μεβλούτ απέναντι στο σεξ και στον γάμο, την εμπειρία του ως παρκαδόρου κτλ.

Στο πικαρικό μυθιστόρημα όμως τα ποικίλα επεισόδια της ζωής του πρωταγωνιστή δεν συνθέτουν ένα σύνολο. Εγώ ήθελα να πάω παραπέρα, να γράψω ένα κοινωνικό και ένα πικαρικό μυθιστόρημα πειραματικό, μεταμοντέρνο, πείτε το όπως θέλετε».

Συνεντεύξεις με τους μποζατζήδες

Έξι χρόνια διήρκεσε η έρευνα και η συγγραφή του μυθιστορήματος. Η δυσκολία του Παμούκ, που προέρχεται από την εύπορη αστική τάξη της Πόλης, ήταν να ταυτιστεί με τον πλανόδιο πωλητή γιαουρτιού και μποζά, ενός ελαφρά αλκοολούχου παραδοσιακού γλυκού κιτρινωπού πηχτού ποτού από βρασμένο κεχρί. «Τους θυμάμαι από τα παιδικά μου χρόνια, γυρνούσαν στον δρόμο διαλαλώντας το εμπόρευμά τους. Τότε δεν είχαμε τηλεόραση, το ραδιόφωνο ήταν η μοναδική μας ψυχαγωγία. Όταν ακούγαμε λοιπόν τον μποζατζή να φωνάζει στον δρόμο, τον καλούσαμε στο σπίτι για να αγοράσουμε μποζά και κυρίως για να ακούσουμε την ιστορία του». Ήταν ένας τρόπος ψυχαγωγίας. «Ο μποζάς έχει παράξενη γεύση, στην αρχή δεν αρέσει στον κόσμο, τον αγόραζαν όμως γιατί η αγορά του αποτελεί ένα γοητευτικό και ενδιαφέρον τελετουργικό», πρόσθεσε.

Προκειμένου να γνωρίσει αυτούς τους ανθρώπους, τη ζωή και τον τρόπο σκέψης τους, ταξίδεψε ως την περιοχή της Κόνια (Ικόνιο) της Ανατολίας, από όπου προέρχονταν οι περισσότεροι πλανόδιοι πωλητές γιαουρτιού και μποζά, μίλησε με κόσμο και, με τη βοήθεια φοιτητών, πήρε πάμπολλες συνεντεύξεις από μποζατζήδες για την καθημερινότητα και την ιδιωτική τους ζωή (οι οποίες ενδέχεται

να κυκλοφορήσουν κάποια στιγμή σε βιβλίο). «Είχα ξεκινήσει να γράψω μια νουβέλα για έναν πλανόδιο πωλητή που έχασε τη δουλειά του, αλλά όσο ερευνούσα τόσο το κείμενο μεγάλωνε. Είναι αρρώστια αυτό το πράγμα, δεν μπορώ ποτέ να γράψω ένα μικρό βιβλίο», είπε αστειευόμενος.

«Ένα φεμινιστικό μυθιστόρημα»

«Το “Κάτι παράξενο στο νου μου” είναι το πρώτο μου φεμινιστικό μυθιστόρημα» είπε ο Παμούκ εξηγώντας την παρουσία πολλών και ισχυρών γυναικείων φωνών στο έργο. «Από τις συνεντεύξεις με τους μποζατζήδες προέκυψε ότι όφειλαν πολλά στις γυναίκες τους. Αυτές παρασκεύαζαν τον μποζά, αυτές έψηναν τα στραγάλια, έκαναν τούτο και τ’ άλλο». Οι γυναίκες κυριαρχούν και στον κόσμο του βιβλίου, πρόσθεσε, «αποτελούν, σύμφωνα με έρευνες, το 70% του αναγνωστικού κοινού».



Ινστανμπούλ και Κωνσταντινούπολη

Το βιβλίο είναι επίσης ένα χρονικό της ζωής στην Ιστανμπούλ τα τελευταία 40 χρόνια, «περίπου από το 1973, που σταματά το αυτοβιογραφικό “Ιστανμπούλ”, ως σήμερα. Είναι μια περίοδος με την οποία δεν έχω ασχοληθεί πολύ. Όταν γεννήθηκα, η πόλη είχε ένα εκατομμύριο κατοίκους, τώρα ξεπερνούν τα 15 εκατομμύρια. Έχει αλλάξει πολύ.

Δεν ήθελα όμως σε καμιά περίπτωση να γράψω ένα νοσταλγικό μυθιστόρημα για την πόλη όπως ήταν παλιά. Ήθελα να τη δω με τα μάτια ενός νεοφερμένου, ενός επήλυδος. Ετούτη η Ιστανμπούλ δεν είναι “μια νοσταλγική απεικόνιση της φτωχής Ιστανμπούλ ιδωμένης μέσα από τα μάτια ενός άνδρα της ανώτερης τάξης που ζει με έναν εκδυτικισμένο, εκκοσμικευμένο τρόπο ζωής” όπως είπαν για το αυτοβιογραφικό βιβλίο μου.

Τούτο δεν είναι ένα βιβλίο για την τουρκική χουζούν, δεν είναι ένα βιβλίο μελαγχολικό και ο Μεβλούτ είναι πολύ πιο αισιόδοξος και χαρούμενος από τον Ορχάν, γιατί για τον Μεβλούτ η πόλη είναι μια νέα ήπειρος, ένας νέος κόσμος, μια νέα κουλτούρα, που η φυσιογνωμία της αλλάζει διαρκώς και μαζί της αλλάζει και ο ίδιος, δείτε πόσες διαφορετικές δουλειές κάνει στο μυθιστόρημα».

«Είναι προνόμιο να ζει κανείς στην Ιστανμπούλ» είπε για την πόλη με την οποία έχει ταυτιστεί το έργο του. Γιατί στις αφηγήσεις για τη δική του Ιστανμπούλ δεν υπάρχουν ίχνη της Κωνσταντινούπολης, ίχνη της μακραίωνης παρουσίας των Ρωμιών στην πόλη; τον ρωτήσαμε.

«Τα ίχνη έχουν επιμελώς σβηστεί μετά την απέλαση των ελλήνων υπηκόων το 1964» εξήγησε. «Στις δεκαετίες του ’30 και του ’40 ο πατέρας μου έπαιζε ποδόσφαιρο στον δρόμο με Ρωμιόπουλα, ήξερε να μετράει στα ελληνικά. Εγώ με τη μητέρα μου πηγαίναμε, όταν ήμουν μικρός, και ψωνίζαμε σε μαγαζιά Ρωμιών. Μετά την απέλαση, μαζί με τους ανθρώπους

εξαφανίστηκαν και τα ίχνη τους από την πόλη. Οι εκατομμύρια νεοφερμένοι από την Ανατολία δεν τους γνώρισαν για να τους θυμούνται». Στις δύο σελίδες του μυθιστορήματός του που αναφέρονται ακριβώς στην παρουσία των Ρωμιών στην Πόλη, «ο τόνος της αφήγησης βασίστηκε σε αφηγήσεις γερόντων, που είχαν ζήσει με τους Ρωμιούς, και που εκφράζονται με τρόπο ευγενικό, τρυφερό και κομψό γι’ αυτούς στις μαρτυρίες τους».

Οι μεγαλουπόλεις είναι το μέλλον της ανθρωπότητας, η ζωή στην επαρχία και στο χωριό χάνεται, είπε και αναφέρθηκε στις πόλεις των δεκάδων εκατομμυρίων κατοίκων στην Κίνα και σε όλον τον κόσμο.

«Στις κοινωνικές, αρχιτεκτονικές, οικιστικές αλλαγές, στις αλλαγές στον τρόπο ενδυμασίας και εστίασης και εργασίας, στις μικρές λεπτομέρειες που δηλώνουν αυτές τις αλλαγές θέλω να εστιάσω. Σε τούτο το μυθιστόρημα δεν έχει σημασία η πλοκή, σημασία έχουν οι λεπτομέρειες και ο ισχυρός κεντρικός χαρακτήρας».

Εκκοσμίκευση και ελευθερία λόγου στην Τουρκία

Οι πολιτικές ερωτήσεις ήταν αναπόφευκτες, παρότι ο Παμούκ δηλώνει σε όλους τους τόνους ότι δεν θέλει να τον αντιμετωπίζουν ως διπλωμάτη της Τουρκίας. Ερωτώμενος για τη νεο-οθωμανική στροφή του προέδρου Ερντογάν σχολίασε: «Θα ασκούσα κριτική στην τουρκική κυβέρνηση περισσότερο για την καταπίεση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, για την καταπίεση της ελευθερίας του λόγου παρά για το ότι δεν ενισχύει το κοσμικό κράτος».

«Ευρωπαϊκή Ένωση σημαίνει Ελευθερία, Ισότητα, Αδελφοσύνη»

«Η ένταξη στην Ευρωπαϊκή Ένωση είναι μια προσδοκία. Δεν έχω σκοπό να ασκήσω κριτική στην ΕΕ για ασυνέπειες στην εφαρμογή των κανονισμών της. Εσείς μπορεί να είστε σκεπτικιστές, αλλά εγώ έχω μια πιο γλυκιά αντίληψη για την ΕΕ. Για μένα ΕΕ σημαίνει Ελευθερία, Ισότητα, Αδελφοσύνη.

Οι ηγέτες της ΕΕ δεν πρέπει να αντιμετωπίζουν την Τουρκία ως φίλτρο εισόδου ανεπιθύμητων μεταναστών στην Ευρώπη και με ανησυχεί πολύ το πώς μπορεί να λειτουργεί η οικονομική ενίσχυση της Τουρκίας από την ΕΕ για το μεταναστευτικό πρόβλημα.

Σημαίνει αυτό ότι δίνουμε μια υπόσχεση για το μέλλον και κλείνουμε τα μάτια στην παραβίαση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων στην Τουρκία;» Ο τούρκος νομπελίστας αναφέρθηκε στον έλεγχο των ΜΜΕ από την τουρκική κυβέρνηση και στην περίπτωση του δημοσιογράφου Αχμέτ Χακάν, αρθρογράφου της «Χουριέτ» που ασκεί σκληρή κριτική στην κυβέρνηση Ερντογάν, ο οποίος δέχθηκε επίθεση και ξυλοκοπήθηκε τον περασμένο Οκτώβριο έξω από το σπίτι του.

«Η ΕΕ πρέπει να αντιμετωπίσει την Τουρκία με όρους ισοτιμίας, ως μια χώρα την οποία οφείλει να παρατηρεί και να της ασκεί κριτική. Η Τουρκία, από την άλλη, δεν πρέπει να θεωρεί την ΕΕ παίκτη στην εσωτερική πολιτική» συμπλήρωσε.

«Δεν θέλω να γίνω Κάφκα»

Ερωτώμενος, τέλος, για τη μοναξιά του συγγραφέα, απάντησε: «Έχω ανάγκη τη μοναξιά για να γράψω, αλλά όταν δεν γράφω είμαι ένας άνθρωπος μεσογειακός, απεχθάνομαι τη μοναξιά, δεν θέλω να γίνω Κάφκα. Θέλω να είμαι συντροφιά με άλλους, με τη σύντροφό μου, την κόρη μου, με φίλους, με καλούς ανθρώπους όπως οι εκδότες μου», απάντησε στρεφόμενος προς τον εκδότη του, τον Νίκο Μεγαπάνο της Ωκεανίδας, και πρόσθεσε «Δεν μου αρέσει να αλλάζω εκδότες, σιχαίνομαι την προδοσία», σχολιάζοντας έμμεσα πιθανές προσεγγίσεις του από άλλους έλληνες εκδότες.

Διαβάστε εδώ παρουσίαση του «Κάτι παράξενο στο νου μου» στο «Βήμα της Κυριακής».

Ακολουθήστε στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, από
Πολιτισμός
ΒΗΜΑτοδότης
Σίβυλλα
Helios Kiosk