Η χρονιά του ελληνικού κινηματογράφου

Οποιονδήποτε διανομέα, παραγωγό, σκηνοθέτη, ηθοποιό, τεχνικό ή φορέα σχετικό με τον ελληνικό κινηματογράφο ρωτήσετε

Οποιονδήποτε διανομέα, παραγωγό, σκηνοθέτη, ηθοποιό, τεχνικό ή φορέα σχετικό με τον ελληνικό κινηματογράφο ρωτήσετε, θα σας πει ότι τα τελευταία τρία τουλάχιστον χρόνια το ελληνικό σινεμά διανύει πιθανότατα τη χειρότερη περίοδο της ιστορίας του. Εκ πρώτης ίσως να μην έχει άδικο. Το Ελληνικό Κέντρο Κινηματογράφου φυτοζωεί κινούμενο μεταξύ φθοράς και αφθαρσίας. Ο φόρος υποστήριξης της ελληνικής παραγωγής που συνόδευε το εισιτήριο των αιθουσών καταργήθηκε (αν και πολύ πιθανόν να επανέλθει). Πολλά σημεία του κινηματογραφικού νόμου που θα βοηθούσαν κάπως την οικονομική κατάσταση στον κινηματογράφο δεν ισχύουν αφού πολύ απλά δεν ίσχυσαν και ποτέ για να ισχύσουν σήμερα (π.χ. πλην κάποιων εξαιρέσεων, το 1,5% των ακαθάριστων εσόδων των τηλεοπτικών καναλιών που υποτίθεται ότι πηγαίνει στον κινηματογράφο). Οι κρατικές επιχορηγήσεις έχουν προ καιρού σταματήσει. Εξάλλου η κρίση έχει χτυπήσει τα πάντα· το σινεμά θα της ξέφευγε;
Ταυτόχρονα όμως η τραγική αυτή κατάσταση είναι και… κωμική γιατί, πλην ελαχίστων εξαιρέσεων, τύπου «Spectre» και «O γιος του Σαούλ», από την αρχή της τρέχουσας κινηματογραφικής σεζόν ως τις μέρες μας οι ταινίες που ανεξαρτήτως ποιότητας συζητιούνται περισσότερο έχουν σχέση με την κινηματογραφικά ανύπαρκτη(;) Ελλάδα. Και αυτό θα συνεχιστεί το 2016.
Οι μεγάλες προσδοκίες

Την Πέμπτη 3 Δεκεμβρίου 112 αίθουσες της χώρας μας άνοιξαν με το «Ουζερί Τσιτσάνης», την ταινία με την οποία ο Μανούσος Μανουσάκης, σκηνοθέτης που τα τελευταία 25 χρόνια γαλουχήθηκε στα τηλεοπτικά δρώμενα, αποφάσισε να επιστρέψει στο σινεμά. Στηρίζεται στο μπεστ σέλερ του Γιώργου Σκαμπαρδώνη και αναφέρεται στον διωγμό των Εβραίων της Θεσσαλονίκης την περίοδο της γερμανικής κατοχής στην Ελλάδα. Ο Μανουσάκης την αποκάλεσε «όνειρο ζωής» και η δημιουργία της υπήρξε επεισοδιακή αφού για να γυριστεί πέρασε από πολλά και δύσκολα στάδια. Αλλά γυρίστηκε και μάλιστα με την υποστήριξη του ΕΚΚ. Μεγάλη και πλούσια παραγωγή, αν και όλα δείχνουν ότι οδεύει στο να γίνει και μια μεγάλη αποτυχία. Τα μόλις 30 χιλιάδες εισιτήρια που στο πρώτο κιόλας τετραήμερό της έκοψε πανελλαδικώς είναι νούμερο απογοητευτικό. Μακάρι να υπάρξει ανατροπή.
Ακολουθεί η ταινία του Χριστόφορου Παπακαλιάτη «Ενας άλλος κόσμος» που διανέμεται την Πέμπτη 17 Δεκεμβρίου από τη Village, επίσης σε μεγάλο κύκλωμα αιθουσών πανελλαδικώς. Τρεις ιστορίες αγάπης διακλαδώνονται πάνω στην Ελλάδα του σήμερα σε μια ταινία που αφουγκράζεται με σωστό (και εύπεπτο) τρόπο την κρίση των ημερών μας.
Περιέργως, όπως ο Μανουσάκης έτσι και ο Παπακαλιάτης είναι πρόσωπο κατ’ εξοχήν της τηλεόρασης. Ομως είναι νεότερος, έχει τις κεραίες του τεντωμένες και δεν διστάζει να δανείζεται από εδώ και από εκεί για το καλό του έργου του. Στην πραγματικότητα το «Ενας άλλος κόσμος» δεν συγκρίνεται καν με το «Ουζερί».
Επίσης είχε ένα τρέιλερ που άρεσε, την ώρα που πολύς κόσμος είχε απορρίψει το «Ουζερί» από το δικό της τρέιλερ. Και, τέλος, το «Ενας άλλος κόσμος» άρεσε και ως ταινία σε όσους τον είδαν· κάτι που πέρασε στόμα με στόμα σε πολύ κόσμο. Δύσκολα προβλέπει κανείς αποτυχία σε αυτή την περίπτωση.
Μια τρίτη ελληνική ταινία μεγάλων προσδοκιών είναι βεβαίως ο «Νοτιάς» του Τάσου Μπουλμέτη. Προγραμματισμένη για τις 9 Ιανουαρίου, η ταινία αποτελεί τη μεγάλη επιστροφή του σκηνοθέτη της ιστορικής πλέον «ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ Κουζίνας» που γυρίστηκε πριν από 13 χρόνια. Και αυτή ταινία «εποχής», αναφέρεται στα χρόνια της Μεταπολίτευσης και την προσπάθεια ενός εφήβου (Γιάννης Νιάρος) να ακολουθήσει τον δρόμο που ο ίδιος θέλει.
Το καλλιτεχνικό κύκλωμα

Αν οι τρεις προαναφερθείσες ταινίες προσπαθούν να ισορροπήσουν ανάμεσα στην εμπορικότητα και την καλλιτεχνία, υπάρχουν και εκείνες που παρότι δεν στοχεύουν στα πολλά εισιτήρια, εξακολουθούν να γυρίζονται. Ο «Αστακός» του Γιώργου Λάνθιμου δεν έχει ουσιαστική θέση σε αυτό το κείμενο αφού είναι περισσότερο μια ταινία του εξωτερικού φτιαγμένη από έλληνα σκηνοθέτη (και με κάποια ελληνικά χρήματα). Πρέπει να επισημανθεί όμως ότι έκοψε 60.000 εισιτήρια και έγινε μεγάλη επιτυχία.
Εμπειροι σκηνοθέτες που δουλεύουν εδώ και δεκαετίες στο ελληνικό σινεμά δεν λένε να το βάλουν κάτω. Από την περασμένη Πέμπτη προβάλλεται στις αίθουσες η «Κόρη του Ρέμπραντ», τελευταία ταινία του 74χρονου Νίκου Παναγιωτόπουλου (η 17η της καριέρας του) την ώρα που ο 71χρονος Βασίλης Βαφέας βρίσκεται στη διαδικασία του μοντάζ της τελευταίας ταινίας του, ονόματι «Ρισάλτο»…

14 νέες ταινίες σε ένα φεστιβάλ
Το διακεκριμένο σε φεστιβάλ του εξωτερικού «Chevalier» ήταν μία από τις 14(!) μεγάλου μήκους ελληνικές ταινίες που παρουσιάστηκαν σε πρώτη(!) προβολή κατά τη διάρκεια του 56ου Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης τον περασμένο Νοέμβριο. Παίχτηκαν επίσης το «Ξύπνημα της άνοιξης» του Κωνσταντίνου Γιάνναρη, το «Silent» του Γιώργου Γκικαπέππα, το «Smac» του Ηλία Δημητρίου, το «Invisible» του Δημήτρη Αθανίτη, το «Κυπαρίσσι του βυθού» του Νίκου Κορνήλιου, το «Interruption» του Γιώργου Ζώη (που προβλήθηκε στο Φεστιβάλ Βενετίας), οι «Εντυπώσεις ενός πνιγμένου» του Κύρου Παπαβασιλείου, το «Tabula Rasa» των Ηρώς Δοντά και Ναταλίας Στράτου, ο «Καύσωνας» της Τζόις Νασαουάτι, η «Ειμαρμένη» του Ανδρέα Μαριανού, το «Στην κουζίνα» του Σπύρου Αμοιρόπουλου, το «Μέλος οικογένειας» του Μαρίνου Καρτίκκη και η «Zenaida» των Αλέξη Τσάφα και Γιάννη Φώτου.
Δεν ξέρω λοιπόν για εσάς, όταν όμως εγώ βλέπω 14 νέες ελληνικές ταινίες σε ένα ελληνικό κινηματογραφικό φεστιβάλ και άλλες 10 να έχουν βρει εμπορική διανομή στις αίθουσες (και δεν συμπεριλαμβάνω καν τα ντοκιμαντέρ, όπως το «Αρκαδία χαίρε» του Φίλιππου Κουτσαφτή ή η «Μάνα» της Βάλερυ Κοντάκος), το μόνο που δεν σκέφτομαι είναι ότι στο ελληνικό σινεμά υπάρχει κρίση. Μήπως λοιπόν η μόνη κρίση σχετικά με το ελληνικό σινεμά αφορά τις περικοπές των κρατικών επιδοτήσεων; Γιατί ελληνικές ταινίες μια χαρά γυρίζονται. Ή κάνω λάθος;

ΟΙ ΝΕΟΙ
Νεότεροι σκηνοθέτες παλεύουν με όποιον τρόπο μπορούν για να δημιουργήσουν. Είδαμε π.χ. το «Chevalier», τρίτη μεγάλου μήκους ταινία τής Αθηνάς-Ραχήλ Τσαγγάρη, στην οποία μάλιστα συμμετέχει και ο Σάκης Ρουβάς. Είδαμε επίσης το «Σύμπτωμα» του Αγγελου Φραντζή. Ασε που μέσα στη φερόμενη «κρίση» πολλοί πρωτο-εμφανιζόμενοι βρήκαν διανομή τους πρώτους μήνες της νέας σεζόν. Ο Δημήτρης Τζέτζας με το «The Republick», και ο Παναγιώτης Καλατζής με τις «Μαριονέτες» βγήκαν στις αίθουσες αμέσως μετά την πανελλήνια πρεμιέρα τους στις Νύχτες Πρεμιέρας.

ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ

Ακολουθήστε στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, από
Πολιτισμός
ΒΗΜΑτοδότης
Σίβυλλα
Helios Kiosk