Κέικ με τον Χίτλερ

Το κτίριο της Βιλχελμστράσε 77 στο Βερολίνο, έδρα της Καγκελαρίας από το 1875, υπήρξε θύμα «κακόγουστων» ανακαινίσεων

Despina Stratigakos
Hitler at Home
Εκδόσεις Yale University Press, 2015,
σελ. 384, τιμή 25 στερλίνες

Το κτίριο της Βιλχελμστράσε 77 στο Βερολίνο, έδρα της Καγκελαρίας από το 1875, υπήρξε θύμα «κακόγουστων» ανακαινίσεων οι οποίες «σταθερά παραμόρφωναν το οικοδόμημα με ένα υπερβολικά περίτεχνο μεγαλείο που επιδίωκε να καλύψει διά του γύψινου στόμφου του την έλλειψη έντιμων υλικών και ορθών αναλογιών». Κατά την περίοδο της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης είχε περιπέσει σε «κατάσταση πλήρους παραμέλησης», σε σημείο όχι μόνο «ολόκληρα τμήματα της ξυλόδετης οροφής να έχουν σαπίσει αλλά και τα πατώματα να είναι εντελώς αποσαθρωμένα», το ισόγειο να πλημμυρίζει σε περιπτώσεις βροχής και τα νερά που αναμειγνύονταν με διαρροές από τις τουαλέτες να αναδύουν μια ανυπόφορη οσμή. Το επίσημο γραφείο του καγκελαρίου, τέλος, δεν ήταν παρά «το κακόγουστο δωμάτιο ενός διευθυντή πωλήσεων μεσαίας εταιρείας εμπορίας καπνού και σιγαρέτων».

Δημοσιευμένο στο τεύχος Ιουλίου 1939 της ναζιστικής επιθεώρησης «Η τέχνη στο Γ’ Ράιχ», το παραπάνω κατηγορώ έφερε την υπογραφή του Αδόλφου Χίτλερ και τεκμηρίωνε αναδρομικά, μέσα σε δύο σελίδες, την απόφαση τόσο να αναπαλαιώσει την παραδοσιακή κατοικία του καγκελαρίου το 1934 όσο και να προχωρήσει στην κόστους 90 εκατ. μάρκων ανοικοδόμηση της Νέας Καγκελαρίας τέσσερα χρόνια αργότερα. Ωστόσο, όπως επισημαίνει η Δέσποινα Στρατηγάκου, ιστορικός και αναπληρώτρια καθηγήτρια του Τμήματος Αρχιτεκτονικής του Πανεπιστημίου του Μπάφαλο, στο βιβλίο της «Hitler at Home», το συγκεκριμένο κείμενο παραπέμπει περισσότερο στην επιδίωξη του Χίτλερ να συγκεράσει την πολιτική με την τέχνη παρά στην ίδια την πραγματικότητα: η δήθεν προβληματική στέγη του πρώην Ανακτόρου Σούλενμπουργκ είχε ήδη ανακατασκευαστεί πλήρως από το 1906, τα προσωπικά διαμερίσματα του καγκελαρίου είχαν εκσυγχρονιστεί το 1926 και καμία άλλη απόδειξη πλην του παραπειστικού λόγου του Αδόλφου δεν υπάρχει για την ερειπωμένη εικόνα του κτιρίου. Πίσω από τις γραμμές του χιτλερικού αφηγήματος υποκρυπτόταν ένας διττός στόχος: αφενός να καταγγελθεί αλληγορικά ο εθνικός, πολιτικός και πολιτισμικός εκφυλισμός της μεσοπολεμικής Γερμανίας, αφετέρου να αναδειχθεί η εικόνα ενός «οικιακού Χίτλερ». Ο τρόπος με τον οποίο η ναζιστική προπαγάνδα φιλοτέχνησε το πορτρέτο της ιδιωτικής του ζωής εξιδανικεύοντας τις ιδιωτικές του στιγμές στις ιδιωτικές του κατοικίες, προς άγραν ψήφων αρχικά και εξανθρωπισμού του άτεγκτου ηγέτη ή τέρψης της διεθνούς κοινής γνώμης αργότερα, αποτελεί το αντικείμενο της έρευνας της Στρατηγάκου.

Ο καγκελάριος του λαού
«Παράλληλα με την εικόνα του Φύρερ που κατακεραύνωνε τους αντιπάλους του μιλώντας από την εξέδρα Ζέπελιν του Αλμπερτ Σπέερ στις κομματικές γιορτές της Νυρεμβέργης ο Χίτλερ καλλιέργησε και εκείνη του «ανθρώπου του λαού»» θα τονίσει η Δέσποινα Στρατηγάκου στην αρχή της συζήτησής μας. «Αυτή η άλλη προσωπικότητα απαιτούσε το δικό της σκηνικό για τη δική της παράσταση, εξ ου και ο Χίτλερ επεδίωξε ένα πιο μετριόφρον και προσγειωμένο ύφος στα σπίτια του όπου αυτός ο «άνθρωπος του λαού» έκανε την εμφάνισή του. Οι ιδιωτικές κατοικίες του Χίτλερ έχουν πολλά να μας πουν. Σε μεγάλο βαθμό αγνοημένη από τους ιστορικούς ως πολιτικά ή αρχιτεκτονικά ασήμαντη, η δημιουργία των ιδιωτικών χώρων του αποκαλύπτει πώς ο ένοικός τους φανταζόταν τη διαβίωσή του στο εσωτερικό ενός σπιτιού, πώς τοποθετούσε αυτόν τον εαυτό σε σχέση με τη δημόσια εικόνα του και πόσο περίπλοκα και επιδέξια καλλιτέχνες και προπαγανδιστές του καθεστώτος συνύφαναν τις όψεις αυτές σε ένα δελεαστικό σύνολο».
Υπηρετώντας αυτή τη λογική οι προσωπικές ανέσεις συμβάδιζαν με τις πολιτικές ανάγκες. Το διαμέρισμα του Χίτλερ στο Μόναχο στην οδό Πρίγκιπα Αντιβασιλέα 16, για παράδειγμα, όπου ζούσε από τον Οκτώβριο του 1929, ανακαινίστηκε το 1935 από το Ατελιέ Τρόοστ με τίμημα 120.000 μάρκα («πάνω από δέκα φορές το μέσο εισόδημα ενός ιατρού στη Γερμανία» γράφει η Στρατηγάκου) στο πνεύμα ενός «λιτού κλασικισμού (…) που παρήγαγε μια διακριτή οπτική γλώσσα εξουσίας». Το εκλεπτυσμένο περιβάλλον του χώρου, πλήρες βιβλίων και έργων τέχνης, χρησιμοποιήθηκε ως φόντο πολιτικών και διπλωματικών δραστηριοτήτων: την επαύριο της Συμφωνίας του Μονάχου με την οποία Μεγάλη Βρετανία, Γαλλία και Ιταλία συνομολόγησαν τον ακρωτηριασμό της Τσεχοσλοβακίας προς όφελος της Γερμανίας ο άγγλος πρωθυπουργός Νέβιλ Τσάμπερλεν επισκέφθηκε τον Χίτλερ εκεί και φωτογραφήθηκε μαζί του.

Το αλπικό ησυχαστήριο
Απόλυτα ταυτισμένο ωστόσο με το ύφος και την ιδιοσυγκρασία που ο εθνικοσοσιαλιστικός μηχανισμός προπαγάνδας επεδίωκε να προβάλει για τον Φύρερ ήταν το αλπικό καταφύγιό του στο Μπερχτεσγκάντεν της Βαυαρίας, ένα πρώην σαλέ όπου παραθέριζε, αγορασμένο από τον ίδιο και ανακατασκευασμένο εξ ολοκλήρου το 1936. Προσεκτικά πολυτελές ώστε να διατηρήσει τη φήμη ενός λιτοδίαιτου ανθρώπου με πειθαρχημένο βίο (ο Χίτλερ εκείνη την εποχή είχε καταστεί εκατομμυριούχος χάρη στα δικαιώματα του «Mein Kampf»), το «Μπέργκχοφ» παρουσιάστηκε πολλές φορές σε εκδόσεις όπως η «Vogue», το «New York Times Magazine» και το «Homes and Gardens» ως ησυχαστήριο ενός ηγέτη που «διακρίνεται από ψυχικούς δεσμούς με τη γη, τόπο στον οποίο αντλούσε, υποτίθεται, μεγάλη δύναμη συλλογιζόμενος τα βουνά και έβρισκε τόσο καταφύγιο όσο και έμπνευση», όπως σχολιάζει η Δέσποινα Στρατηγάκου.
Παρόμοια λειτουργία «κανονικοποίησης» επιτέλεσαν και τα τρία λευκώματα του προσωπικού φωτογράφου του Χίτλερ, Χάινριχ Χόφμαν: μεταξύ 1932 και 1937 «Ο άγνωστος Χίτλερ», «Ο Χίτλερ στα βουνά του» και «Ο Χίτλερ μακριά από όλα» πούλησαν 800.000 αντίτυπα εξοικειώνοντας το κοινό με τις δραστηριότητες του δικτάτορα στο ύπαιθρο του Μπερχτεσγκάντεν – να ρεμβάζει ορεινούς όγκους, να παίζει με τα σκυλιά του, να συνομιλεί με παιδιά. Από τους χιλιάδες προσκυνητές που συνέρρεαν στην περιοχή φωνάζοντας «θέλουμε να δούμε τον Φύρερ μας» και κόβοντας κομματάκια ξύλου από τον φράχτη του ως ενθύμιο για να δεχθούν σε απάντηση ένα νεύμα από το μπαλκόνι του, κάποιοι υπερτυχεροί (συχνά χαριτωμένα μικρά κορίτσια) επιλέγονταν ενίοτε για μια περιήγηση στο σπίτι και ένα κομμάτι κέικ με τον Αδόλφο. Τέτοιες φωτογραφίες, θα μας πει η Στρατηγάκου, «εξέφρασαν τον πόθο του να καταστεί κανείς αναγνωρίσιμος, να γίνει ο τυχερός, ο μοναδικός που ο Φύρερ θα αποσπάσει από το πλήθος και θα καλέσει σπίτι του για να τον κεράσει ένα κομμάτι πίτα. Αυτές οι φαντασιώσεις και οι αρχιτεκτονικές τους αλληλοσυμπληρώνονταν εξισορροπώντας την επιθυμία των Γερμανών για έναν Φύρερ που θα ήταν και φίλος τους ταυτόχρονα».
Ωστόσο, πίσω από αυτή την ειδυλλιακή πρόσοψη, υπογραμμίζει η ίδια στο βιβλίο της, οι πρακτικές του ναζισμού εφαρμόζονταν αναλλοίωτες: «Ως το 1937 η πλειοψηφία των κατοίκων είχε εκδιωχθεί και οι κατοικίες τους κατεδαφίστηκαν για να βελτιώσουν τη θέα του Χίτλερ ή να εξυπηρετήσουν τις ανάγκες της νέας ελίτ κοινότητας», ενώ όσοι αντιδρούσαν προσάγονταν σε στρατόπεδα συγκέντρωσης. Σημαίνοντες ναζί όπως ο Χέρμαν Γκέρινγκ και ο Μάρτιν Μπόρμαν έχτισαν τις δικές τους βίλες, ξενοδοχεία μεταβλήθηκαν σε καταλύματα για τα απαραίτητα SS και δρακόντεια μέτρα ασφαλείας τέθηκαν σε ισχύ. Απαγόρευση εισόδου σε μια εκτεταμένη περιοχή, απαγόρευση κυκλοφορίας των πολιτών, παρατηρητήρια, συρματοπλέγματα, περίπολοι και μια 24ωρη φρουρά 150 SS ήταν το τίμημα της δημοσιότητας του Μπερχτεσγκάντεν.

Ο «χιτλερικός τουρισμός»
Στην πορεία του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου βέβαια πολλά από αυτά τα πρότυπα αναστράφηκαν. Για τον διεθνή Τύπο ο Χίτλερ δεν ήταν τώρα ο κυρίαρχος πολιτικός άνδρας της περιόδου του κατευνασμού, ήταν ο «ταπετσέρης» (σαρκαστική αναφορά στην αποτυχημένη νεανική καλλιτεχνική σταδιοδρομία του), οι κατοικίες του δεν προβάλλονταν ως θετικά πρότυπα αλλά ως «άντρο ηθικών τεράτων» και στο Μπέργκχοφ δεν κατέφθαναν μαζικά θαυμαστές αλλά πρόσφυγες από τους βομβαρδισμούς των Συμμάχων. Οι βόμβες των τελευταίων κατέστρεψαν το 1945 το κτίριο, το οποίο μεταπολεμικά γκρεμίστηκε – η προαναγγελία της κατεδάφισής του μάλιστα έφερε στο προσκήνιο μια έντονη τοπική διαμάχη, τύποις για διαφυγόντα κέρδη από έναν ακμάζοντα «χιτλερικό τουρισμό», κατά βάθος όμως ιδεολογική αντιπαράθεση πολέμιων και νοσταλγών του εθνικοσοσιαλισμού στις αρχές της δεκαετίας του ’50. Σήμερα η περιοχή έχει αναδασωθεί και για τους νοσταλγούς έχουν απομείνει μόνο δέντρα στους κορμούς των οποίων χαράζουν νεοναζιστικά σύμβολα.
Ταιριαστό επίλογο σε ένα εξαιρετικό βιβλίο που συνδυάζει οξυδερκή ανάλυση των χρήσεων της ιδιωτικής ζωής του Χίτλερ και μεστή αφηγηματικότητα αποτελούν οι μεταπολεμικές τύχες του διαμερίσματός του στο Μόναχο. «Αθικτο από τον πόλεμο, στεγάζει ένα αστυνομικό τμήμα, επιλογή που έγινε για να αποθαρρύνει την παρουσία νεοναζί και τουριστών» λέει η Δέσποινα Στρατηγάκου. «Ζήτησα την άδεια να το επισκεφθώ και ο επικεφαλής επιθεωρητής με ξενάγησε στο εσωτερικό του. Μετά συζητήσαμε για τις αντιτιθέμενες απόψεις μας: εκείνος ανησυχεί μήπως το κτίριο αποβεί μέσω της δημοσιότητας σημείο συσπείρωσης των εξτρεμιστών, εγώ πιστεύω ότι η καλύτερη άμυνα απέναντί τους είναι η διαφάνεια και η παιδεία». Και η ειρωνεία του χρόνου, ίσως: το υπνοδωμάτιο του Χίτλερ φιλοξενεί σήμερα τα αποδυτήρια του αστυνομικού τμήματος.

* Το βιβλίο «Hitler at Home» κυκλοφορεί στην Ευρώπη στις 27 Οκτωβρίου.

ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ

Ακολουθήστε στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, από
Βιβλία
ΒΗΜΑτοδότης
Σίβυλλα
Helios Kiosk