Μαζί με τη Δήμητρα Σακαλή εδώ και μερικές δεκαετίες υπογράφουν μερικά από τα πλέον επιτυχημένα σενάρια ελληνικής μυθοπλασίας όπως το «50-50» και τα «Μαύρα μεσάνυχτα». Εφέτος με το «Ταμάμ» κατάφεραν και πάλι να κάνουν αίσθηση. Μιλώντας στο «Βήμα της Κυριακής» ο σεναριογράφος και ηθοποιός Βασίλης Ρίσβας εξηγεί πώς μπορεί μια σειρά να αρέσει στο κοινό, πόση σημασία έχει το σενάριο και αποκαλύπτει τα μελλοντικά πλάνα του.

Δεν συμβαίνει συχνά μια σειρά να μην έχει δεχθεί αρνητικά σχόλια ή κριτικές. Τι συνέβη με το «Ταμάμ»;
«Σίγουρα δεν τα παρακολουθούμε όλα όσα γράφονται αλλά η γενική αίσθηση ήταν αυτή: ότι αγαπήθηκε από το κοινό που την παρακολουθεί φανατικά. Δεν ξέρω από νούμερα, ποιος ήταν ακριβώς ο μέσος όρος τηλεθέασης, και δεν με πολυενδιέφεραν ποτέ. Δεν κατάλαβα 20 χρόνια τώρα γιατί έχουν τόσο μεγάλη σημασία για κάποιους άλλους».

Είναι θέμα οικονομικής ισορροπίας. Κάνεις νούμερα, φέρνεις έσοδα.

«Κάποτε. Τώρα πια αυτό το παιχνίδι δεν έχω καταλάβει πώς παίζεται. Σίγουρα μια αίσθηση αρνητική ή θετική την αφήνουν οι αριθμοί για κάθε σειρά».

Βασιστήκατε σε ξένο σενάριο. Τι περιθώρια επέμβασης είχατε;
«Υπάρχουν όροι που υπογράφει η εγχώρια εταιρεία παραγωγής με την αντίστοιχη ξένη. Κανονικά δεν πρέπει να αλλάξεις τίποτα. Είναι μέσα στους όρους αυτό. Οταν πήραμε εγώ και η Δήμητρα Σακαλή στα χέρια μας αυτή τη σειρά, δεν είχαμε συνειδητοποιήσει ότι παιζόταν απογευματινή ζώνη και ήταν παιδικοεφηβική σειρά, αλλιώς δεν θα αναλαμβάναμε να την υλοποιήσουμε εδώ. Καταθέσαμε κάποιες ιδέες και προτάσεις για να λειτουργήσει σε εμάς, ότι έπρεπε δηλαδή να του αλλάξουμε τα φώτα. Η σειρά στη Γερμανία αφορούσε μόνο τους εφηβικούς έρωτες. Δεν υπήρχαν ρόλοι τύπου Αλή, το ερωτικό μπλέξιμο Αλή και Μπαχάρ δεν υπήρχε. Προχωρήσαμε σε μια διαδικασία να ισορροπήσουμε τις ιστορίες των ενηλίκων με αυτές των εφήβων. Νομίζω ότι το καταφέραμε σε μεγάλο βαθμό. Είχαμε και αντιρρήσεις από την πλευρά των Γερμανών, όπως π.χ. στο γεγονός ότι αλλάξαμε επαγγέλματα. Οι Γερμανοί τον πρωταγωνιστή τον Τούρκο τον είχαν αστυνομικό. Εδώ δεν υπήρχε περίπτωση να γίνει κάτι τέτοιο. Αλλάξαμε πάρα πολλά πράγματα προς το καλύτερο για τα ελληνικά δεδομένα. Οταν οι Γερμανοί πήραν το υλικό στα χέρια τους, έμειναν πάρα πολύ ευχαριστημένοι».
Εσείς μείνατε ευχαριστημένοι από το τελικό αποτέλεσμα;
«Ναι. Εφέτος είχαμε την τύχη να συνεργαστούμε πέρα από τους ηθοποιούς μας, που είναι εξαιρετικοί, με έναν σκηνοθέτη ερωτευμένο με τη δουλειά του, τον Πιέρο Ανδρακάκο. Εχει ενθουσιασμό μικρού παιδιού. Προσεγγίζει το κείμενο με λαχτάρα μικρού παιδιού που παίζοντας προσπαθεί να δημιουργήσει ένα πολύ ωραίο παραμύθι. Μας γύρισε και εμάς πίσω στα ξεκινήματά μας, όταν νιώθαμε ότι γράφαμε παραμύθια…».
Αλήθεια, πώς ξεκινήσατε να γράφετε; Ολα αυτά τα χρόνια γράφετε μαζί με τη Δήμητρα Σακαλή. Πώς λειτουργεί;
«Είναι κάτι που ούτε και εμείς καταλάβαμε πώς έγινε. Στην αρχή μάλιστα ήμασταν τετράδα. Φίλοι όλοι από τη δραματική σχολή, με την άφεση του νεαρού της ηλικίας να κριτικάρουμε τα πάντα. Κάποια στιγμή έπεσε το στοίχημα: Ωραία κριτικάρουμε και ακυρώνουμε, μπορούμε να κάνουμε κάτι καλύτερο; Μας άρεσε αυτό το «τριπάκι» όπου μπήκαμε. Γράφαμε παρέα κάποιες ιστορίες. Βρέθηκε στον δρόμο μας η Ελένη Γερασιμίδου η οποία πήρε την πρώτη δουλειά μας, «Το μικρό σπίτι στο Παγκράτι», και το πήγε στην ΕΡΤ. Μετά η παρέα από «Ντόρτια», όπως λεγόταν, έγινε δυάρες και έμεινα με τη Δήμητρα, η οποία είναι και σύζυγός μου».
Τελικά έχετε βρει τι είναι αυτό που κάνει μια σειρά επιτυχημένη;
«Οχι, δεν έχουμε καταλάβει».
Οταν αρχίζετε να γράφετε, δεν θεωρείτε ότι κάποια στοιχεία πρέπει οπωσδήποτε να μπουν στο κείμενό σας;
«Οχι, εμείς δεν έχουμε αρχίσει ποτέ να γράφουμε έτσι. Ξεκινάμε πάντα από μια ιδέα που θα προκύψει, ένα τυχαίο γεγονός ή μια φράση που θα μας κάνει εντύπωση. Ξεκινάμε πάντα από κάτι που θα ιντριγκάρει εμάς. Λειτουργούμε ενστικτωδώς και ελπίζοντας ότι αυτό θα λειτουργήσει και στο κοινό όπως λειτούργησε σε εμάς. Ετσι γράφουμε. Δεν υπάρχει συνταγή. Επίσης έχει να κάνει με το είδος με το οποίο θα καταπιαστείς. Τα στάνταρντ στην κωμωδία είναι ο ρυθμός και οι καταστάσεις. Συνταγή επιτυχίας δεν υπάρχει. Και αν την έχουμε ανακαλύψει κατά λάθος δεν μπορούμε να την ορίσουμε».
Το σενάριο σε τι βαθμό «ευθύνεται» για την επιτυχία ή την αποτυχία μιας σειράς;
«Εν αρχή ην ο λόγος. Αυτό το πιστεύω ακράδαντα και ως ηθοποιός, που σημαίνει ότι πρέπει να υπάρχει ένα καλό σενάριο. Από εκεί και πέρα ένα καλό σενάριο μπορεί να σου το καταστρέψει μια κακή παραγωγή, μια κακή σκηνοθεσία ή το κακό παίξιμο των ηθοποιών. Ενα κακό σενάριο μπορεί κάπως να σου το αμπαλάρει ένας σκηνοθέτης αλλά και πάλι δεν θα τραβήξει. Πρέπει να υπάρχει ένα καλό σενάριο. Αν είναι τυχερός ο σεναριογράφος και συνεργαστεί με καλούς συντελεστές, δεν έχει λόγο να αποτύχει».

Πώς θα περιγράφατε τη φάση που διανύει η ελληνική μυθοπλασία;
«Δεν είναι απαραίτητα κακή η κρίση. Υποχρεωθήκαμε να σκεφτόμαστε με «οικονομία». Εμάς δεν μας φρέναρε δημιουργικά στο σενάριο. Θα θέλαμε τα μπάτζετ των ξένων αλλά είναι όνειρο. Σε ό,τι αφορά τις ελληνικές σειρές, πάντα ήταν σε πολύ καλό επίπεδο, με κάποιες εξαιρέσεις –υπήρχαν και προχειροδουλειές. Οι παραγωγές τώρα είναι λιγότερες αλλά η ελληνική μυθοπλασία απέδειξε ότι μπορεί να τραβάει το κάρο. Δεν καταλαβαίνω γιατί λοιπόν όταν έσκασε η κρίση φάγαμε όλη αυτή την ακύρωση, όχι μόνο από τα κανάλια αλλά και από τους δημοσιογράφους. Ξαφνικά βρεθήκαμε όσοι ασχολούμαστε με την παραγωγή σίριαλ κατηγορούμενοι. Η ιδιωτική τηλεόραση άνθησε πατώντας πάνω στην ελληνική μυθοπλασία».
Ποια σειρά από αυτές που υπογράφετε είναι στην καρδιά σας;
«Δεν μπορώ να ξεχωρίσω εύκολα κάποια, όλες τις αγαπώ. Ιδιαίτερη θέση έχει το «50-50», η πρώτη δουλειά μας, και τα «Μαύρα μεσάνυχτα». Δεν αφήνω έξω τις υπόλοιπες δουλειές μας, αλλά αυτές για ειδικούς λόγους τις ξεχωρίζω».
Για την επόμενη σεζόν τι ετοιμάζετε;
«Συνεχίζουμε για δεύτερη σεζόν το «Ταμάμ», γράφουμε κάποια επεισόδια για τη «Δέκατη Εντολή» και υπογράφουμε τη νέα σειρά του Alpha με Μπέζο και Φιλιππίδη».

ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ