Ο Κώστας Ρηγόπουλος μονολογεί

«Τον ήρωά μου τον έχω όλη μέρα στον νου μου. Σκέφτομαι τι κάνει, πώς λειτουργεί, πώς εκφράζεται. Αναρωτιέμαι πού πηγαίνει όταν φεύγει από τη σκηνή και αυτή η διαδικασία είναι σημαντική. Οταν φεύγει ο ηθοποιός από τη σκηνή, πρέπει να πηγαίνει εκεί που πάει ο ρόλος».

«Τον ήρωά μου τον έχω όλη μέρα στον νου μου. Σκέφτομαι τι κάνει, πώς λειτουργεί, πώς εκφράζεται. Αναρωτιέμαι πού πηγαίνει όταν φεύγει από τη σκηνή και αυτή η διαδικασία είναι σημαντική. Οταν φεύγει ο ηθοποιός από τη σκηνή, πρέπει να πηγαίνει εκεί που πάει ο ρόλος».
Αυτή τη φράση του Κώστα Ρηγόπουλου, όπως μου την είχε πει τον Σεπτέμβριο του ’96 στη συνέντευξη που κάναμε για «Το Βήμα» («Καληνύχτα, Μαργαρίτα», Κάππα), ξαναθυμήθηκα ξεφυλλίζοντας την αυτοβιογραφία του.
«Το παραμύθι της ζωής μου» (εκδόσεις Γκοβόστη) είναι αυτό ακριβώς που λέει ο τίτλος και χαρακτηρίζεται από την ίδια ειλικρίνεια, απλότητα και σαφήνεια που εξέφραζε τις σκέψεις του. Σκέψεις που περιείχαν βίωμα και εμπειρία.
Τον είχα συναντήσει στο Παλαιό Φάληρο, τη γειτονιά του. Είχε μόλις ξεκινήσει (1992), όπως έλεγε, τη «σόλο» καριέρα του, την καριέρα του «ελεύθερου σκοπευτή». Χωρίς την παρτενέρ της ζωής του Κάκια Αναλυτή και χωρίς τα άγχη της παραγωγής «ξαναβγήκε» στο σανίδι και άρχισε να απολαμβάνει ρόλους, ερμηνείες και συνεργασίες.
Ξαναμιλήσαμε μερικά χρόνια μετά, τον Οκτώβριο του 1999, πριν από την πρεμιέρα του «Βασιλικού» του Μάτεση στο Εθνικό. «Δεν έχω ανάγκη να κάνω κομπλιμέντα για να βρίσκω ρόλους. Είμαι χρήσιμος ηθοποιός και όσο ζω όλο και κάποιος θα με καλεί στη δουλειά». Ενας χαρακτηρισμός που, όπως φαίνεται, του ταίριαζε πολύ.
«Το παραμύθι της ζωής μου» είναι μια σειρά απομαγνητοφωνημένων μονολόγων του. Οπως θυμάται η κόρη του Ζωή Ρηγοπούλου, τον Νοέμβριο του 1985, «μπαίνοντας καθημερινά στο πατρικό μου έβλεπα τον πατέρα μου με ένα μικρόφωνο στο χέρι να κάθεται με τις ώρες μπροστά στο κασετόφωνο». (…) «Τι κάνεις μπαμπά; Τραγουδάς;» τον ρώτησε. «Οχι, αφηγούμαι τη ζωή μου» της απάντησε.
Το 1950, τελειώνοντας το Γυμνάσιο, ο Κώστας Ρηγόπουλος άρχισε να νιώθει μέσα του το «σαράκι του θεάτρου». «Κάτι, κάτι μου μίλησε εσώτερα. Σαν να μου ‘λεγε: Εσύ πρέπει να γίνεις ηθοποιός». Και όπως συμβαίνει σε παρόμοιες περιπτώσεις, ένας φίλος του έτυχε να έχει για θείο τον Γιώργο Γληνό. Πήγε λοιπόν και τον βρήκε. «Λεφτά έχεις;» ήταν το πρώτο πράγμα που τον ρώτησε βάζοντάς τον αμέσως στον δύσκολο κόσμο του θεάτρου. «Ο Γληνός λοιπόν ήταν ο πρώτος μου δάσκαλος», αυτός που τον δίδαξε για τις εξετάσεις στη Δραματική του Εθνικού, την οποία και τέλειωσε το 1953 – τότε υπηρετούσε και τη στρατιωτική θητεία του.

«Τον χειμώνα του 1953-54 ο θίασος Λαμπέτη – Παππά – Χορν αποφάσισε να ανεβάσει το «Μια γυναίκα χωρίς σημασία» του Οσκαρ Γουάιλντ με σύμπραξη της Κυβέλης. (…) Με φώναξε ο Γιώργος ο Παππάς που με αγαπούσε πολύ και ήθελε να με βοηθήσει. Πήγα στο καμαρίνι του, θυμάμαι, και μου είπε για το έργο. «Τι θα παίξω;» τον ρώτησα αμέσως εγώ. «Τι θα παίξεις; Τίποτα. Εναν υπηρέτη σχεδόν βουβό που εμφανίζεται δύο-τρεις φορές μέσα στο έργο. Καλά, τι νόμιζες ότι θα παίξεις;»».
Αυτή ήταν η πρώτη εμφάνιση του Κώστα Ρηγόπουλου στο θέατρο. Τι ακολούθησε; Μια σειρά παραστάσεων, με μικρούς και ύστερα μεγαλύτερους ρόλους, ρόλους που κέρδισε ακόμη και από αντικατάσταση, μέσα από τις περιοδείες που έκανε μαζί με τους θιάσους. Απέκτησε εμπειρίες καθώς τα έργα στην περιοδεία εναλλάσσονταν με ταχύτατο ρυθμό και ο ίδιος σιγά-σιγά βρήκε τον προσωπικό βηματισμό του.
Στο «Φιόρο του Λεβάντε» γνώρισε την Κάκια Αναλυτή, «μια νέα ηθοποιό που τέλειωνε εκείνες τις ημέρες τη σχολή του Ροντήρη», όπως του είπαν. «Δεν ξέρω τι ήταν αυτό που με τράβηξε τόσο πολύ σ’ αυτό το κοριτσάκι ώστε μέσα στις πρόβες και στην εβδομάδα που κράτησε το έργο ερωτευθήκαμε. Ετσι αστραπιαία δεν μπορούσε να κάνει ο ένας χωρίς τον άλλον. Και από τότε πέρασαν χρόνια…».
Μία δεκαετία αργότερα, το 1962, Ρηγόπουλος και Αναλυτή γίνονται θιασάρχες στο θέατρο Διάνα με τη συνεργασία του Γιάννη Αργύρη και έναν χρόνο μετά μετακομίζουν στη δική τους θεατρική σκηνή, στα Πατήσια. Σε συνεργασία με τον Μάνο Κατράκη και με πολλά ονόματα τότε στον θίασό τους ξεκινούν την προσωπική τους θεατρική περιπέτεια. Ως το σωτήριο έτος 1967, όταν έπειτα από πολύ προβληματισμό επιλέγουν το «Cherie Noir» του Γάλλου Φρανσουά Καμπό και το μετατρέπουν στην απόλυτη επιτυχία του έργου «Αγάπη μου Ουάουα».

«Αγάπη μου Ουάουα. Δεν μου έλεγε τίποτα. Αφού όμως δεν βρίσκαμε κανέναν άλλον ή κι αν βρίσκαμε ήταν κοινότοποι και τετριμμένοι τίτλοι, τι να κάνω; Συμφώνησα κι εγώ»
γράφει για την ιδέα της Κάκιας να βαφτίσουν το θεατρικό όπως είχαν βαφτίσει και την ηρωίδα της. Μια ιδέα που είχε βρει σύμμαχο και τον σκηνοθέτη Μιχάλη Μπούχλη. «Καμιά δεκαριά ημέρες πριν, κάπου τυχαία, συναντάω την Καρέζη και μου λέει: «Κώστα, τρελάθηκες; Τι το ανεβάζεις αυτό το έργο; Το ‘χω παίξει, δεν λέει τίποτα. Το κατέβασα στην τέταρτη-πέμπτη πιάτσα. Δεν περνάει στον κόσμο. Δεν λέει τίποτα το έργο, σαχλαμάρα είναι, δεν αρέσει»».
Στις 12 Οκτωβρίου 1967 δόθηκε η πρεμιέρα: η επιτυχία της πρώτης παράστασης δεν είχε συνέχεια. Η αγωνία πολλαπλασιαζόταν ώσπου μια τηλεοπτική εμφάνιση σε εκπομπή της εποχής και η μεγάλη προσπάθεια και επιμονή των ίδιων των ηθοποιών πια έφεραν το γνωστό αποτέλεσμα. Μια παράσταση που παίχθηκε πάνω από πέντε χρόνια, σήμα κατατεθέν πλέον του θεατρικού ζεύγους.

ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ

Ακολουθήστε στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, από
Πολιτισμός
ΒΗΜΑτοδότης
Σίβυλλα
Helios Kiosk