Βινίτσιο Καποσέλα: Ενας ιταλός ρεμπέτης σε μαγερειό της Βαρβακείου

Θα προτιμούσε να τον αποκαλούν «ο Ιταλός Γιάννης Παπαϊωάννου». Ερωτευμένος με το ρεμπέτικο, τραγουδοποιός, εραστής της ζωής και του ρεμπέτικου, μποέμ τραγουδοποιός, από τους τελευταίους ίσως που η μουσική συμβολίζει ένα ταξίδι ήχων, γεύσεων, χρωμάτων και συναισθημάτων.

Θα προτιμούσε να τον αποκαλούν «ο Ιταλός Γιάννης Παπαϊωάννου». Ερωτευμένος με το ρεμπέτικο, τραγουδοποιός, εραστής της ζωής και του ρεμπέτικου, μποέμ τραγουδοποιός, από τους τελευταίους ίσως που η μουσική συμβολίζει ένα ταξίδι ήχων, γεύσεων, χρωμάτων και συναισθημάτων. Ο Βινίτσιο Καποσέλα μπορεί να γεννήθηκε το 1965 στο Ανόβερο, είναι όμως βέρος Ιταλός και κυρίως πολίτης του κόσμου. Συχνός επισκέπτης της Ελλάδας, έχει επισκεφθεί ουκ ολίγες φορές τη χώρα μας για συναυλίες αλλά και συνεργασίες με έλληνες συναδέλφους του, το 2012 κυκλοφόρησε το «Rebetiko Gymnastas» (έχει συμμετάσχει και στην ταινία «InDebito» αφιερωμένη στο ρεμπέτικο και την οικονομική κρίση) αποτίοντας φόρο τιμής στο ρεμπέτικο, αυτή τη φορά επιστρέφει ως συγγραφέας. Ενας συγγραφέας που μιλά για την Ελλάδα και τους Ελληνες. Το αφήγημα «Τεφτέρι» (εκδόσεις Καστανιώτη) είναι ένα οδοιπορικό του συγγραφέα στην Ελλάδα της κρίσης. Πήγε σε ταβέρνες, μίλησε με ρεμπέτες, κάθησε στο οικογενειακό τραπέζι του Ψαραντώνη, στην Κρήτη, ήπιε χύμα κρασί στο «Δίπορτο», στη Βαρβάκειο, και όταν κάποια Μεγάλη Παρασκευή έβρεχε στη Θεσσαλονίκη, έγραψε για τα δάκρυα του Χριστού. «Ο Κύριος κλαίει. Αυτό συμβαίνει κάθε χρόνο, κάθε Μεγάλη Παρασκευή». Το χαρτί στο «Τεφτέρι» του Βινίτσιο Καποσέλα κάποια στιγμή τελείωσε. Οπως συμβαίνει με όλα τα τεφτέρια. Και σταμάτησε να γράφει. Τα υπόλοιπα θα τα πει με τη μουσική και τους στίχους του.

Για να δούμε όμως κάποια από αυτά που έχει γράψει με έναν άμεσο, ιδιαίτερο και ίσως όχι απολύτως λογοτεχνικό τρόπο. Αλλωστε όταν κάποιος γράφει με την ψυχή του δεν χρειάζεται «τρόπους».

Κρίση
«Μια έννοια κατάλληλη για το ρεμπέτικο – μουσική γεννημένη από έναν χωρισμό – αλλά και για την Ελλάδα, από όπου η Ευρώπη απομακρύνεται, με την περιφρόνηση που βρίσκεται στη βάση κάθε άρνησης. Ακούμε να μιλούν πολύ για την Ελλάδα με όρους που παραπέμπουν στην τραγωδία η οποία επινοήθηκε ακριβώς εδώ. Από την τραγωδία η λέξη τραγούδι και στη ρίζα της η λέξη τράγος. Τραγωδία, ωδή του τράγου. Αποδιοπομπαίος τράγος των αμαρτημάτων της Ευρώπης, είναι η χώρα που αποτελεί την πολιτισμική της μητέρα. Ευρώπη, κόρη ενός βασιλιά της Φοινίκης, η οποία αποπλανήθηκε από τον Δία. Ευρώπη, «μεγάλα μάτια», γη της Δύσης, τοποθετημένη στο ηλιοβασίλεμα». (Αθήνα, Μάρτιος 2012)
Γιάννης
«»Σε αυτούς τους πολιτικούς χρειάζονται χειροβομβίδες, όχι γιαούρτια» είπε ο Μπάμπης με τα μαύρα γυαλιά και το μεγάλο πρόσωπο, πίσω από το περίπτερο της οδού Γούναρη στη Θεσσαλονίκη. Καθόμαστε μπροστά στο μαγαζί όπου ο Γιάννης πουλάει τα γλυπτά του. (…) Πίνουμε ελληνικό καφέ, μέτριο. Ακίνητοι. Απόψε θα πάμε να ακούσουμε έναν παλιό ρεμπέτη που έπαιξε με τον Τσιτσάνη, τον Νίκο Στρουθόπουλο. Ο Τσιτσάνης κάθεται στον Ολυμπο των κλασικών. Κλασικό είναι αυτό που σεβόμαστε μες στον χρόνο. (…) (Μιλάει ο Γιάννης) «Σε λίγους μήνες θα είμαστε απελπισμένοι. Ομως στην Ελλάδα, όπως και να ‘χει, θα έχουμε τον ήλιο. Οταν ανατέλλει, σκεφτόμαστε πως όλα θα τακτοποιηθούν. Πάμε στη θάλασσα, δεν ανησυχούμε για το αύριο. Ετσι ζούμε. Μέρα με τη μέρα. Αλλά αν τα πράγματα παραμείνουν ίδια, θα είναι χειρότερα. Είχαμε ανθρώπους απελπισμένους, τώρα έχουμε και κυβερνώντες απελπισμένους»». (Θεσσαλονίκη, Μάρτιος 2012)
Κρήτη


«Ο Ψαραντώνης είναι η ζωντανή παράδοση. Η οικογένειά του έχει μαζευτεί γύρω από τη φωτιά, γύρω από τον πέτρινο κύκλο όπου στηρίζονται οι σούβλες. Υπάρχουν δύο διαφορετικές λέξεις για να περιγράψουν τον τρόπο ψησίματος του κρέατος. Πάνω ή γύρω από τη φωτιά. Στην Κρήτη λένε «γύρω». Τοποθετούν με το χέρι τις σούβλες, τη μία μετά την άλλη, ανάλογα με την κατεύθυνση του ανέμου. Μερικά κομμάτια αρπάζουν περισσότερο, άλλα λιγότερο, και χρειάζεται να τα παρακολουθείς για ώρες. Ο Ψαρογιώργης, ο πρωτότοκος, προσέχει τη φωτιά και το κρέας. Μετακινεί τις σούβλες, τις γυρίζει. Το κρέας στάζει το λίπος του στη γη, το πετάει έξω. Η πέτσα γίνεται τραγανή, το ψαχνό σαν γλάσο. Ενα τελετουργικό μαχαίρι, με ξυλόγλυπτη λαβή και ξύλινη επίσης θήκη, μπήγεται στο κρέας για να δουν αν λιώνει, αν είναι έτοιμο να σερβιριστεί σε κομμάτια. Τρώγοντας έτσι το κρέας, σου θυμίζει πώς το έτρωγε ο Οδυσσέας. Ο Ομηρος δεν μου μιλάει για τα σχολικά βιβλία. Μου μιλάει για το ψητό κρέας. Για την έννοια της τιμής. Για την ομάδα, την αξία των ανδρών μες στην ομάδα τους. Για την ιεραρχία στο μοίρασμα του κρέατος».
Κρήτη ΙΙ


«Ο Ψαραντώνης άρπαξε τη λύρα του. Από την κεφαλή της αναδύονται τρία φιδίσια κεφάλια που χαμηλώνουν προς τον λαιμό. (…) Ο Ψαραντώνης ακούμπησε το μέτωπό του πάνω της, όπως o Μωυσής στη ράβδο του όταν ένιωσε εγκαταλελειμμένος από τον Θεό καθώς προσπαθούσε να οδηγήσει τον λαό του στο μονοπάτι της Εξόδου».
Ο κήπος των Εξαρχείων


«Δεν είναι το Σέντραλ Παρκ σε ομορφιά, αλλά σαν συμβολική εμπειρία, σαν αξία. Αυτό το μικρό τετράγωνο ξέφωτο ανάμεσα στις πολυκατοικίες προοριζόταν να γίνει πάρκινγκ αυτοκινήτων. Οι κάτοικοι της γειτονιάς έσπασαν το τσιμέντο με κομπρεσέρ, ώσπου να φανεί χώμα. Το κατέλαβαν, έφεραν φυτά, τα φύτεψαν, τα περιποιήθηκαν, και από ένα πάρκινγκ έφτιαξαν έναν κήπο. Οι αναρχικοί δημιούργησαν ένα μικρό κράτος. Δεν αφήνουν την αστυνομία να μπει. Εδώ ένα αγόρι σκοτώθηκε από έναν αστυνομικό αφού του πέταξε μια πέτρα. Τα παιδιά της περιοχής κυριεύτηκαν όχι από φόβο αλλά από οργή. Βγήκαν έξω και αναποδογύρισαν την αστυνομική κλούβα. Από εκεί ξεκίνησαν οι συμπλοκές που έκαψαν την Αθήνα».
Η «Ατακτη»


«Το τραγούδι θα μπορούσε να εννοεί την απείθαρχη ή «αυτήν που δεν βρίσκεται στη θέση της» ή εκείνη που κάνει πονηριές, ξεπερνώντας τους κανόνες. Που παίζει με όλους, που έχει μέσα της την πουτανιά. Το έγραψε ο Μάρκος Βαμβακάρης. Ο Μάρκος, υπέροχος, όμορφος και γενναιόδωρος καθώς ήταν, υπέφερε πολύ για τον έρωτα. (…) Σαν τους παλιούς μπλουζίστες έγραφε απλά τραγούδια, εμπνευσμένα από τη ζωή του. Εγραψε πολλά ερωτικά, μα το αγαπημένο μου είναι η «Ατακτη». Ο ρυθμός είναι βαρύς, όπως πάντα στον Μάρκο, το χέβι μέταλ του ρεμπέτικου».
Ταβέρνα «Δίπορτο»


«Πλάι στη Βαρβάκειο, κάτω από την αγορά των οπωρολαχανικών, υπάρχει μια ταβέρνα από το 1875. Μέσα υπάρχουν μεγάλα βαρέλια και τραπεζάκια. Είναι ένα είδος κατακόμβης κάτω από το επίπεδο του δρόμου, από όπου δεν φαίνεται. Δεν υπάρχει καμιά ταμπέλα έξω. Οπως λένε στο Καλίτρι (λέξη παρόμοια με το καλύτερα) της Καμπανίας, το καλό κρασί δεν χρειάζεται φύλλωμα στο κλαδί. Χωριό που φαίνεται κολαούζο δεν θέλει. Οποιος πρέπει να ξέρει ξέρει. (…) Πέρασε κάποιος και είπε: «Μα τι κάνετε; Πάτε να μετατρέψετε τη βρωμιά σε παράδοση; Αν σας κάνουν υγειονομικό έλεγχο θα σας κλείσουν!». Πάντα έτσι ήταν στην Ανατολή. Η Δύση θεωρεί βρωμιά τις μυρωδιές της αγοράς, των άχρηστων, ενώ οι Ανατολίτες δεν φοβούνται τις μυρωδιές, τις γεύσεις. (…) Η αγορά εδώ μου θυμίζει το Μπουένος Αϊρες. Αρκετά πράγματα στην Αθήνα θυμίζουν το Μπουένος Αϊρες, ίσως γι’ αυτό έχουν μουσικές τόσο συγγενικές στην ψυχή. Ισως γι’ αυτό ο Γιάννης Παπαϊωάννου μου θύμιζε πάντα τον Ρομπέρτο Γκογενέτσε παρά έναν ρεμπέτη, έναν διαβητικό, κάποιον στον οποίο οι γλυκανάλατοι στίχοι των ερωτικών τραγουδιών προκαλούσαν διαβήτη».

ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ

Ακολουθήστε στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, από
Πολιτισμός
ΒΗΜΑτοδότης
Σίβυλλα
Helios Kiosk