• Αναζήτηση
  • Αριάν Μνουσκίν: Πενήντα χρόνια Θέατρο του Ηλιου

    Τη θυμάται σαν μια ηλιόλουστη ημέρα εκείνη την 29η Μαΐου του 1964. Ισως γιατί ακριβώς εκείνη την ημέρα γεννήθηκε το Θέατρο του Ηλιου.

    Τη θυμάται σαν μια ηλιόλουστη ημέρα εκείνη την 29η Μαΐου του 1964. Ισως γιατί ακριβώς εκείνη την ημέρα γεννήθηκε το Θέατρο του Ηλιου. Η Αριάν Μνουσκίν ήταν τότε μόλις 25 χρόνων και μαζί με φίλους και συνεργάτες έψαχναν όλοι μαζί πώς θα βαφτίσουν τη θεατρική ομάδα που ανέτελλε. Ηθελαν να παραπέμπει στη ζέστη, στην ενέργεια, στη δύναμη, στο φως. Και διάλεξαν τον Ηλιο.
    Μισόν αιώνα μετά, εν έτει 2014, το Θέατρο του Ηλιου γιορτάζει με τον «Μάκβεθ» που μόλις ανέβηκε καθώς η Μνουσκίν ήθελε να γιορτάσει με Σαίξπηρ και μάλιστα σε δική της μετάφραση. Επειτα από έξι μήνες πρόβες με τον 45μελή θίασό της, τοποθετεί το έργο σε ένα περιβάλλον σύγχρονο και άχρονο ταυτοχρόνως.
    Δεν είναι άλλωστε η πρώτη φορά που ανεβάζουν Σαίξπηρ. Εχουν προηγηθεί το «Ονειρο καλοκαιρινής νύχτας» (1968) και «Οι Σαίξπηρ» με «Ριχάρδο ΙΙ» (1981), «Νύχτα των βασιλέων» (1982) και «Ερρίκο IV» (1984).  
    Στα τέλη της δεκαετίας του ’50 ένα νέο μελαχρινό κορίτσι καταφθάνει στην Οξφόρδη για να μάθει την αγγλική γλώσσα. Ηταν το πρώτο ταξίδι στην Αγγλία – θα ακολουθήσουν πολλά ακόμη. Η πλήξη των σπουδών θα την οδηγήσει στη θεατρική ομάδα του διάσημου πανεπιστημίου, όπου βοηθάει στα κοστούμια. Εκεί θα γνωρίσει τον μετέπειτα κινηματογραφιστή Κεν Λόουτς. «Και ένα βράδυ» διηγείται «έπειτα από μια παράσταση του «Κοριολανού», καθώς ανέβηκα στο λεωφορείο, μονολόγησα: Αυτό, αυτό ακριβώς είναι η ζωή μου. Το θέατρο, ένας κεραυνοβόλος έρωτας. Ετσι απλά».
    Ρωσικής καταγωγής από την πλευρά του πατέρα της, του Αλεξάντρ Μνουσκίν, που ήταν παραγωγός στον κινηματογράφο («Φανφάν λα τυλίπ», «Ο άνθρωπος από το Ρίο», «Γκολουάζ μπλε»), διέθετε και μια βρετανική και θεατρική πλευρά από τη μητέρα της. Ο παππούς της Νίκολας Χάνεν ήταν μέλος του θιάσου του Λόρενς Ολίβιε, ενώ η θεία της, η Ερμιόνι Χάνεν, είχε υποδυθεί την Οφηλία στον μυθικό «Αμλετ» του Ολίβιε.
    Η Αριάν Μνουσκίν, πάντως, ούτε όταν βρέθηκε στη θεατρική ομάδα της Οξφόρδης ούτε σήμερα συνδέει την πορεία της στο θέατρο με τις οικογενειακές καταβολές της. «Ασυνείδητα ίσως να έπαιξαν ρόλο όλα αυτά, αλλά ποτέ δεν το σκέφθηκα έτσι» παραδέχεται, καθώς η εφετινή επέτειος ξυπνά μνήμες και γεννά αφιερώματα. Και ας μην της αρέσουν πολύ οι συζητήσεις για το παρελθόν: «Και αναμνήσεις έχω, και μάλιστα πολλές. Αλλά δεν σκέφτομαι το παρελθόν και όσα έχουμε κάνει. Σκέφτομαι κυρίως αυτά που είναι μπροστά μας, αυτά που πρέπει να κάνουμε, αυτά που θέλω να προλάβω…».
    Τα πενηντάχρονα του Θεάτρου του Ηλιου συμπίπτουν με τα δικά της 75α γενέθλια και η ηλικία της την κάνει να αναλογίζεται: «Ο Τρότσκι νομίζω ήταν που έλεγε ότι από όλα τα απρόσμενα της ζωής το πιο απρόσμενο είναι τα γηρατειά…».
    Εξι χρόνια μετά την ίδρυσή του από τη Μνουσκίν και τους Φιλίπ Λεοτάρ, Ζαν-Κλοντ Πενσενά, Ρομπέρτο Μοσκόζο, Φρανσουάζ Τουρναφόν και Μαρτίν Φρανκ, το Θέατρο του Ηλιου απέκτησε το δικό του σπίτι, τη μόνιμη στέγη του.
    «Ως τότε τριγυρνούσαμε εδώ κι εκεί, έχοντας ήδη σχεδόν αποκηρύξει τις κλασικές αίθουσες. Μετά τον Τζιόρτζιο Στρέλερ, την πρώτη μεγάλη θεατρική μου αγάπη, αναρωτιόμουν τι άλλο θα μπορούσε να ανακαλύψει κανείς στον χώρο του κλασικού θεάτρου». Κι όμως, τον Αύγουστο του 1970 συμβαίνει το «θαύμα». Κάποιος ενημερώνει τον θίασο ότι ο στρατός θα φύγει από τις εγκαταστάσεις του δάσους της Βενσέν. Η Cartoucherie (Καρτουσερί) βρίσκεται σε άθλια κατάσταση, με σπασμένα τζάμια και κατεστραμμένους τοίχους, δίχως θέρμανση και ηλεκτρικό. Αλλά ο χώρος είναι μαγικός. Αποφασίζουν να εγκατασταθούν και να δουλέψουν σκληρά: στις 26 Δεκεμβρίου 1970 το Θέατρο του Ηλιου εγκαινιάζει το σπίτι του, έκτοτε απολύτως ταυτισμένο με την ομάδα. Ο ενθουσιασμός, ο δικός τους και του κοινού, εξαφανίζει προβλήματα και δυσκολίες και μεταμορφώνει τον χώρο σε κάτι ξεχωριστό, σαν βγαλμένο από τα παραμυθένια δάση του Σαίξπηρ με τις νεράιδες.
    Από τις αρχές του ’70 και μετά εκεί δόθηκαν όλες οι πρεμιέρες – κι ας ταξίδεψαν μετά οι παραστάσεις στο εξωτερικό.
    Από το ’64 ως το ’70 είχαν ανεβάσει τα έργα «Οι Μικροαστοί» του Γκόρκι (1964-1965), «Καπετάνιος Φρακάσα» του Τεοφίλ Γκοτιέ (1965-1966), «Η κουζίνα» του Αρνολντ Ουέσκερ (1967), «Ονειρο καλοκαιρινής νύχτας» του Σαίξπηρ (1968) και την πρώτη ομαδική τους δουλειά με τον τίτλο «Κλόουν» (1969-1970). Το μυθικό πλέον «1789» άνοιξε την Cartoucherie (1970-1971) για να ακολουθήσουν τα: «1793» (1972-1973), «Χρυσός Αιώνας» (1975), η ταινία της Μνουσκίν για τον Μολιέρο («Μολιέρος», 1975) και η παράσταση «Μεφίστο» του Κλάους Μαν (1979-1980). Η δεκαετία του ’80 μπήκε με τους «Σαίξπηρ». Ακολούθησαν μεγάλα θεάματα, μεταξύ των οποίων ο κύκλος των «Ατρειδών» (1990-1993), ο «Ταρτούφος» του Μολιέρου (1995-1996), το «Τελευταίο καραβανσεράι» (2003) και «Οι ναυαγοί της τρελής ελπίδας» (2010-2011) που είδαμε στο Φεστιβάλ Αθηνών. Από τα μέσα της δεκαετίας του ’80 η παρουσία της Ελέν Σιξού στη συγγραφή των έργων – πάντα σε συνεργασία με την ομάδα – έδωσε μια άλλη διάσταση στις παραστάσεις, κυρίως με τα ιστορικά θέματα. Και είναι αυτή στην οποία η Μνουσκίν παρήγγειλε την επόμενη παραγωγή: μια σύγχρονη συνέχεια του «Μάκβεθ» για το 2015.

    «Λύση δεν είναι η τέχνη αλλά η ισότητα»
    Με τον ίδιο μισθό όλα τα μέλη του Θεάτρου του Ηλιου, συμπεριλαμβανομένης και της ίδιας, μοιράζονται επίσης έναν κοινό τρόπο ζωής, με κοινοβιακά χαρακτηριστικά. Γι’ αυτό και δεν καταφέρνουν όλοι να μείνουν επί μακρόν: άλλοι φεύγουν, ορισμένοι επιστρέφουν και κάποιοι άλλοι παραμένουν πιστοί, όπως ο συνθέτης όλων των παραστάσεων από το 1979 Ζαν-Ζακ Λεμέτρ.
    Kάθε παράσταση του Θεάτρου του Ηλιου παραμένει μια εμπειρία για τον θεατή: προτείνει ένα θέαμα υψηλής αισθητικής και εξαιρετικής υποκριτικής, με ευφάνταστα στοιχεία και συνήθως ένα πανανθρώπινο μήνυμα. Πάνω απ’ όλα όμως η δουλειά της είναι ένας ύμνος στο χειροποίητο – με απόλυτα επαγγελματικό τρόπο. Σκληρή, αυστηρή, αφοσιωμένη και απαιτητική η ίδια, σαν μια «μάνα» ενός πολυμελούς λόχου, δίνει την ψυχή της.

    «Λύση όμως δεν είναι η τέχνη»
    είχε πει μιλώντας στο «Βήμα» την άνοιξη του 2011, με αφορμή τους «Ναυαγούς της τρελής ελπίδας» που παρουσιάστηκαν τότε στο Φεστιβάλ Αθηνών. «Δεν ανήκω σε αυτούς που θεωρούν ότι ολόκληρη η ζωή μπορεί να είναι αρμονική, μόνο κάποιες στιγμές της. Η λύση βρίσκεται αλλού: στην ισότητα». Και ακόμη: «Μου λένε συχνά «είστε η τελευταία». Εγώ λοιπόν δεν θέλω να είμαι η τελευταία, θέλω να είμαι η πρώτη. Οταν έρχομαι σε επαφή με τους νέους, νιώθω ότι είμαστε πρώτοι. Από την άλλη, ομολογώ ότι πολλές φορές έχω πει «φτάνει πια», όχι εξαιτίας  του θεάτρου αλλά επειδή κάτι με έχει πονέσει. Πάντα όμως βρίσκεται κάποιος δίπλα μου και με παροτρύνει να το ξεπεράσω, να συνεχίσω».  
    Ισως γιατί παραμένει οπαδός της ουτοπίας, αλλά με τη δική της προσέγγιση: «Πιστεύω ότι η ουτοπία είναι πραγματοποιήσιμη. Μια μέρα θα πραγματοποιηθεί. Ουτοπία δεν είναι το αδύνατον. Είναι αυτό που ευχόμαστε να πραγματοποιηθεί». Μακάρι…

    ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ

    Πολιτισμός
    Σίβυλλα
    Helios Kiosk