Ρίτσαρντ Οβερι: Οι βομβαρδισμοί ήταν μια άτεχνη στρατηγική

Οι εμβληματικότερες εικόνες του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου δεν προέρχονται από το γερμανικό blitzkrieg ή την απόβαση των Συμμάχων στη Νορμανδία

Richard Overy
The Bombing War. Europe, 1939-1945
Εκδόσεις Allen Lane, 2013, τιμή 36 ευρώ

Οι εμβληματικότερες εικόνες του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου δεν προέρχονται από το γερμανικό blitzkrieg ή την απόβαση των Συμμάχων στη Νορμανδία – ούτε καν από την Απελευθέρωση: είναι το σκηνικό ερειπίων του Λονδίνου το 1940 ή του ρημαγμένου Βερολίνου την επαύριο της συνθηκολόγησης που αποτυπώνει πλήρως τη φρίκη των αμάχων στον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Η άνοιξη του 1945 έβρισκε εκατοντάδες ευρωπαϊκές πόλεις ισοπεδωμένες από αέρος, 600.000 νεκρούς από αεροπορικές επιδρομές και τον κόσμο έτοιμο να διαβεί το κατώφλι της ατομικής εποχής με τον πυρηνικό βομβαρδισμό της Χιροσίμα και του Ναγκασάκι.


Ο βρετανός καθηγητής του Πανεπιστημίου του Εξετερ Ρίτσαρντ Οβερι

Εβδομήντα σχεδόν χρόνια μετά το τέλος του πολέμου η έκδοση του ογκώδους The Bombing War (εκδ. Allen Lane) του βρετανού καθηγητή του Πανεπιστημίου του Εξετερ Ρίτσαρντ Οβερι, καρπού εξαετούς έρευνας που διερευνά εξαντλητικά τις πτυχές του ζητήματος των βομβαρδισμών από τη στρατηγική των εμπολέμων ως τα ψυχικά τραύματα του άμαχου πληθυσμού, χαιρετίστηκε από τους κριτικούς ως ιστορικό επίτευγμα. Μιλώντας στο «Βήμα», ο Οβερι στέκεται στην αποκάλυψη άγνωστων στοιχείων, όπως η συσσώρευση χημικών και βιολογικών όπλων, αλλά και στον αναστοχασμό του ηθικού ζητήματος του βομβαρδισμού της Γερμανίας.

Οι πληθυσμοί της Βρετανίας και της Γερμανίας υπέστησαν σφοδρότατους βομβαρδισμούς χωρίς να διαρραγεί η κοινωνική συνοχή ή να καταρρεύσει το κράτος. Υπήρξαν περιπτώσεις όπου αυτό που ονομάζετε «πολιτική στόχευση» των βομβαρδισμών (πτώση ηθικού, κοινωνική αναταραχή, καθεστωτική αλλαγή) λειτούργησε;
«Η πιο προφανής περίπτωση είναι η πτώση του Μουσολίνι τον Ιούλιο του 1943 και η παράδοση της Ιταλίας τον Σεπτέμβριο του ίδιου έτους. Δεν είναι ωστόσο σαφές αν επρόκειτο για ευθεία συνέπειά τους ή έμμεσο αποτέλεσμα της αποτυχίας του καθεστώτος στη διάρκεια του πολέμου, αν και υπήρξαν απεργίες και διαδηλώσεις ως συνέπεια της κρατικής αδυναμίας να παράσχει αποτελεσματική προστασία και κοινωνική πρόνοια. Αλλο παράδειγμα αποτελεί η περίπτωση της Βουλγαρίας. Οι Σύμμαχοι θεώρησαν ότι ο βομβαρδισμός της χώρας επιτάχυνε την απόφασή της να εγκαταλείψει τη Γερμανία. Ο πραγματικός λόγος ωστόσο ήταν πιθανότατα η προέλαση του Κόκκινου Στρατού».
Πώς οι ευρωπαϊκές κοινωνίες συμφιλιώθηκαν με την ιδέα μιας τέτοιας πρακτικής είκοσι μόλις χρόνια μετά το σοκ του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου;
«Επειδή ο σπόρος της ιδέας ότι ολόκληρες κοινωνίες ήταν ταγμένες στην πολεμική προσπάθεια είχε ριχθεί ήδη από τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Θυμηθείτε τον ναυτικό αποκλεισμό της Γερμανίας, τους σποραδικούς αεροπορικούς βομβαρδισμούς βρετανικών και γερμανικών πόλεων. Απλώς δεν υπήρχαν ακόμη τα κατάλληλα μέσα για αποτελεσματικές επιθέσεις στα μετόπισθεν. Αυτή τη δυνατότητα παρείχαν τελικά οι βομβαρδισμοί».
Θα εντάσσατε τους βομβαρδισμούς σε ένα γενικότερο πλαίσιο θέασης όπου προοδευτικά ο πόλεμος λαμβάνει όλο και πιο ριζοσπαστικές, εξαγριωμένες μορφές;
«Οσο περισσότερο ο πόλεμος παρουσιαζόταν ως αγώνας για την επιβίωση του έθνους σε συνθήκες απόλυτης απειλής τόσο ευκολότερο ήταν να αποδεχθεί κανείς την ιδέα ότι τα πάντα ήταν δικαιολογημένα, εφόσον συνέβαλλαν στη νίκη. Μια τέτοια βήμα προς βήμα προσέγγιση οδήγησε ολόκληρες κοινωνίες να συμφιλιωθούν με ενέργειες που σε άλλες περιστάσεις θα θεωρούνταν ηθικά αμφισβητήσιμες. Κάθε βήμα έκανε το επόμενο βήμα ευκολότερο να δικαιολογηθεί και να επιτελεστεί, είτε μιλάμε για το Ολοκαύτωμα είτε για την απόφαση της χρήσης της ατομικής βόμβας».
Ενα από τα πιο ενδιαφέροντα σημεία του βιβλίου είναι η διαπίστωση ότι Βρετανία και ΗΠΑ συσσώρευαν χημικά αέρια και βιολογικά όπλα, έστω και με την προοπτική χρήσης έπειτα από αντίστοιχη γερμανική επίθεση.
«Οι Σύμμαχοι αισθάνονταν ιδιαίτερη έλξη για τα αεροπορικά όπλα. Πίστευαν ότι οι συνολικές απώλειές τους σε έμψυχο υλικό θα ήταν χαμηλές και ότι θα αξιοποιούσαν τις βιομηχανικές και επιστημονικές δεξιότητές τους στο έπακρο. Επρόκειτο, με άλλα λόγια, για μια «μοντέρνα» μορφή πολέμου. Η ανάγκη της νίκης με οποιοδήποτε κόστος τούς ώθησε στην κατασκευή πυρηνικών, χημικών και βιολογικών όπλων μαζικής καταστροφής ως λογική επέκταση της χρήσης συμβατικών βομβών. Στην περίπτωση των χημικών και βιολογικών όπλων η χρήση τους αποτράπηκε και για τους δύο εμπολέμους από τον φόβο των αντιποίνων. Ωστόσο τα δυτικά κράτη ήταν απολύτως προετοιμασμένα να κάνουν χρήση τους κατά του άμαχου πληθυσμού από τη στιγμή που ο αντίπαλος θα προσχωρούσε στη λογική της χημικής ή βιολογικής απειλής. Το ίδιο συνέβη αργότερα και επί Ψυχρού Πολέμου, με τη διαμόρφωση σχεδίων για την ισοπέδωση σοβιετικών πόλεων και την εξόντωση 80 εκατομμυρίων πολιτών – πρόκειται για τη λογική του ολοκληρωτικού πολέμου προς υπεράσπιση του δημοκρατικού «τρόπου ζωής»».
Ο αεροπορικός βομβαρδισμός της Γερμανίας υπήρξε εξαιρετικά αμφιλεγόμενος, για κάποιους μάλιστα θεωρείται ό,τι κοντινότερο σε έγκλημα πολέμου διεπράχθη από πλευράς των Συμμάχων. Ποια είναι η δική σας θέση;
«Εκ των υστέρων είναι εύκολο να καταδικάζει κανείς τους βομβαρδισμούς ως εγκλήματα πολέμου. Εχει σημασία ωστόσο να δούμε με ποιον τρόπο αυτή η πρακτική δικαιολογούνταν ηθικά στην εποχή της: συνήθως υπό το πρίσμα των αντιποίνων και με την υπόμνηση ότι ο εχθρός εναντίον του οποίου κατευθυνόταν αποτελούσε ορδή βαρβάρων και ενσάρκωση του κακού. Ως υψηλότερη ηθική υποχρέωση παρουσιαζόταν σε όλες τις περιπτώσεις η επιβίωση του έθνους. Με νομικούς όρους, ο βομβαρδισμός αμάχων υπήρξε σαφώς αντίθετος στο δίκαιο του πολέμου, το οποίο σχεδιάστηκε για να διασφαλίσει ακριβώς την ασυλία των πολιτών από προμελετημένες επιθέσεις. Αυτό ήταν γνωστό, εξ ου και οι Βρετανοί, παραδείγματος χάρη, στην αρχή του πολέμου όρισαν τις αεροπορικές επιχειρήσεις ως παράνομες. Οσα επομένως συνέβησαν στη συνέχεια υπήρξαν παράνομα ακόμη και με τους δικούς τους όρους. Δεν ετίθετο θέμα όμως ότι όσοι διενήργησαν τις εν λόγω επιχειρήσεις θα διώκονταν δικαστικά, είτε τότε είτε στην Κορέα είτε αργότερα στο Βιετνάμ».
Γράφετε ότι οι βομβαρδισμοί απέβησαν μια «άτεχνη στρατηγική». Συνέβαλαν τελικά στη νίκη των Συμμάχων όσο πιστευόταν στο παρελθόν;
«Οι βομβαρδισμοί απέβησαν και άτεχνη στρατηγική και μάλλον αναποτελεσματική σε σχέση με το κόστος της. Αν συνέβαλαν στην πτώση της Γερμανίας, αυτό συνέβη κυρίως επειδή οι Γερμανοί αναγκάστηκαν να υπερασπίσουν τον εναέριο χώρο τους εκτρέποντας αεροσκάφη και εξοπλισμό από την πρώτη γραμμή. Ως εκ τούτου ο κρίσιμος παράγοντας αποδείχθηκε η ήττα της Λουφτβάφε, όχι τόσο οι ζημιές στην οικονομία ή στο ηθικό του πληθυσμού. Αυτό δηλαδή που επεδίωξε ανεπιτυχώς και η γερμανική πλευρά το 1940 επιζητώντας να καταστρέψει τη βρετανική RAF».
Τι σηματοδοτεί το τελικό σύνολο των 600.000 νεκρών αμάχων για την υποτιθέμενη ακρίβεια και τις ανάγκες της προπαγάνδας;
«Οτι η ακρίβεια ήταν απλώς μια χίμαιρα. Με τα αεροσκάφη να πετούν σε μεγάλο ύψος, με σκόπευτρα περιορισμένης αποτελεσματικότητας, με τις επιθέσεις να γίνονται συχνά μέσα σε συννεφιά και ομίχλη, η ακρίβεια ήταν αδύνατη και αυτό ήταν γνωστό σε όλα τα αεροπορικά επιτελεία. Καταβλήθηκε όμως κάθε δυνατή προσπάθεια να προπαγανδιστεί ότι βομβαρδίζονταν μόνο στρατιωτικοί στόχοι, καθώς οι εμπόλεμοι ήθελαν να αποφύγουν την κατηγορία των εκτεταμένων από αέρος φόνων ή της καταστροφής πολιτισμικών και θρησκευτικών μνημείων».
Τι απέγινε το δόγμα του βομβαρδισμού άμαχου πληθυσμού στη μεταπολεμική εποχή;
«Η βρετανική πολεμική αεροπορία κατέκρινε την ίδια της τη στρατηγική και οι Βρετανοί ποτέ ξανά δεν βομβάρδισαν πόλεις. Την αντίθετη άποψη υιοθέτησαν οι Αμερικανοί: η καταστροφή πόλεων, εφόσον μπορούσε να βρεθεί το σωστό μέτρο, θα μπορούσε πράγματι να κλονίσει ένα εχθρικό κράτος. Εξ ου και οι εκτεταμένοι βομβαρδισμοί στην Κορέα και στο Βιετνάμ ή τα σχέδια μαζικής καταστροφής πόλεων του κομμουνιστικού «εχθρού»».
Σήμερα η στρατιωτική διάλεκτος συνηθίζει να κάνει συχνά λόγο για «παράπλευρες απώλειες». Πρόκειται απλώς για ευφημισμό;
«Η έννοια των «παράπλευρων απωλειών», αν και όχι ο ίδιος ο όρος, χρησιμοποιήθηκε πολλές φορές στη διάρκεια του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου προκειμένου να δικαιολογήσει το γεγονός ότι σε κάθε αεροπορική επιδρομή θα υπήρχαν και κάποια θύματα – παρά το ότι ήταν γνωστό πως βομβαρδίζονταν περιοχές ολόκληρες, όχι συγκεκριμένοι στόχοι. Ωστόσο με την έλευση πιο εξελιγμένων όπλων η ακρίβεια αυξήθηκε, ως εκ τούτου ο όρος απέκτησε πραγματικό νόημα. Ταυτόχρονα το διεθνές δίκαιο ενισχύθηκε προκειμένου να διασφαλίσει ότι προμελετημένες επιθέσεις κατά αμάχων και του αστικού ιστού θα θεωρούνταν εγκλήματα πολέμου. Επομένως τόσο η τεχνολογία όσο και το δίκαιο έπαιξαν τον ρόλο τους στο να καταστήσουν τα κράτη περισσότερο προσεκτικά ως προς τη διεξαγωγή των πολεμικών επιχειρήσεων. Απόλυτη ακρίβεια όμως δεν υπάρχει, ακόμη και με τη χρήση drones ή κατευθυνόμενων όπλων, και το ζήτημα του περιορισμού των απωλειών αμάχων σε εμπόλεμη κατάσταση δεν λύθηκε με την εξέλιξη της τεχνολογίας».

ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ

Ακολουθήστε στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, από
Βιβλία
ΒΗΜΑτοδότης
Σίβυλλα
Helios Kiosk