Ενας σπάνιος και τελειομανής καλλιτέχνης ήταν ο Λευτέρης Βογιατζής, που ζούσε μέσα στο θέατρο και μέσα από το θέατρο. Αγχώδης και πνευματώδης, αποτελούσε το όνειρο και τη φιλοδοξία κάθε νέου, και όχι μόνο, ηθοποιού, για συνεργασία. Σχολή ολόκληρη, ένας ολόκληρος κόσμος ήταν ο ίδιος. Και οι παραστάσεις του σημείο αναφοράς τότε και τώρα. Και για τους επόμενους…
Οσοι είχαμε την τύχη να τον γνωρίσουμε από κοντά, όσοι συνομιλήσαμε μαζί του, προσεγγίσαμε –ο καθένας στο μέτρο του –πτυχές αυτής της πολυσχιδούς και συνάμα προσιτής προσωπικότητας.
Πηγαίνοντας προς τα πίσω: Η επιμονή και το πάθος του για τον Μολιέρο τον οδήγησαν το περασμένο καλοκαίρι στην Επίδαυρο. Ο «Αμφιτρύων» έμελλε να είναι η τελευταία σκηνοθεσία του. Η προετοιμασία, οι πολύωρες συζητήσεις με τη Χρύσα Προκοπάκη γίνονταν ενώ ήξερε ότι ήταν άρρωστος. Κομμάτια της μετάφρασης διάβαζε στο νοσοκομείο όπου με πείσμα αντιμετώπιζε την κατάσταση της υγείας του. Τον κούραζαν οι πρόβες. Του έδιναν ζωή οι πρόβες. Πριν από την πρεμιέρα μπαινόβγαινε στο νοσοκομείο του Αργους. Με πάθος, βήμα-βήμα, έχτιζε την παράσταση που τον δικαίωσε. Για άλλη μια φορά ο κόσμος όρθιος τον χειροκροτούσε και ο ίδιος φανερά καταβεβλημένος υποκλίθηκε. Οταν ο «Αμφιτρύων» παίχθηκε στο Ηρώδειο, το ίδιο δυνατό χειροκρότημα έκλεισε τις δύο βραδιές. Ηταν ο τρίτος Μολιέρος που ανέβαζε, μετά τον «Μισάνθρωπο» και το «Σχολείο Γυναικών».
Με το «Θερμοκήπιο» του Χάρολντ Πίντερ είχε ανοιχτούς λογαριασμούς. Γι’ αυτό και θέλησε να το ανεβάσει ξανά εφέτος. Τον γοήτευσαν ο ήρωάς του, η σκοτεινή-νοσηρή ατμόσφαιρα. Με ανανεωμένη διανομή, μπήκε πάλι σε πρόβες. «Δεν μπορώ να κάνω αλλιώς» έλεγε. Το θέατρο τον τραβούσε σαν μαγνήτης.
Διαρκώς ανήσυχος
Καθισμένοι σε ένα καφέ στα Εξάρχεια, δύο χρόνια πριν, μου είχε μιλήσει για το «Θερμοκήπιο». Τον «έτρωγαν» το σκηνικό, το «γκρέμισμα» για άλλη μία φορά του θεάτρου, αλλά και ο βήχας που τον ενοχλούσε. Μετά τις παραστάσεις στο Θέατρο της Οδού Κυκλάδων, ο Λευτέρης Βογιατζής είχε ήδη στα σκαριά τον «Αμφιτρύωνα». Το καλοκαίρι του 2011, παρών σχεδόν σε όλες τις παραστάσεις της Επιδαύρου, άρχισε πάλι εξετάσεις….
Ηταν πέρυσι, μια Κυριακή πριν από το Πάσχα, που μια ιδέα του Βασίλη Παπαβασιλείου μάς οδήγησε στο σπίτι στα Εξάρχεια. Ο Βασίλης είχε θυμηθεί την 30ή επέτειο της ίδρυσης της Σκηνής. Η ιδέα να μιλήσουμε για τότε, να μιλήσει ο ίδιος μαζί με τον Βασίλη για το πώς φτιάχτηκε η ομάδα, πώς αναζητούσαν στέγη, ποιοι τους βοήθησαν, τον είχε ενθουσιάσει. Καθήσαμε ώρες, με τον Φωτεινούλη (τον γάτο του) να κοιμάται κάπου κοντά μας. Ηταν τότε που έκανε πρόβες στον «Αμφιτρύωνα».
Η επιλογή του Μπάρκερ και του έργου του «Το ύστατο σήμερα» τον είχε ενθουσιάσει. Η λεπτομέρεια εκείνου του σκηνικού τον είχε απορροφήσει. Ως συνήθως. Ο τίτλος έτσι όπως τον είχε μεταφράσει η Τζένη Μαστοράκη τον είχε γοητεύσει. Οπως και το διπλό παιχνίδι με τον Δημήτρη Ημελλο.
Είχε προηγηθεί ο «Τόκος» στο Φεστιβάλ Αθηνών. Οσο για τον μονόλογο της «Ημερης» το 2007, θύμιζε πάντοτε την καθοριστική δουλειά του Γιώργου Σκεύα, φίλου και κουμπάρου του –ήταν νονός ενός από τους δύο γιους του.
«Δεν έχω τελειώσει με την “Αντιγόνη”» έλεγε στη συνέντευξή του στο «Βήμα» το καλοκαίρι του 2006, όταν άνοιξε τα Επιδαύρια με την τραγωδία του Σοφοκλή. Πλάι του αγαπημένοι ηθοποιοί, δικοί του άνθρωποι, όπως η Αμαλία Μουτούση, ο Νίκος Κουρής. Θυμόταν πάντοτε πως όταν την ανέβασε για πρώτη φορά στο κλειστό θέατρο, το 1992, το είχε… σκάψει όλο.
Η τραγωδία πλαγίως
Η «Αντιγόνη» ήταν η δεύτερη κάθοδος στην Επίδαυρο –είχαν προηγηθεί οι «Πέρσες» του Αισχύλου και του Εθνικού. Τον απασχολούσαν η θεματολογία, ο τρόπος, τα θέματα. Τον απασχολούσε ως όλον η τραγωδία, για την οποία συνήθιζε να λέει ότι «πρέπει να την προσεγγίζεις από τα πλάγια και όχι κατευθείαν!».
Παρορμητικός και ενθουσιώδης, πολύπλοκος μέσα στην απλότητά του, σαν ένα ευφυές παιδί που βάζει γρίφους στον εαυτό του για να απολαμβάνει τη χαρά της λύσης! Και άμεσος. Πολύ άμεσος. Εκεί που ο Πίντερ, ο Διαλεγμένος, ο Ζενέ ή ο Μπάρκερ ήταν στο επίκεντρο της συζήτησης, ο Λευτέρης έβρισκε τον τρόπο να μιλήσει για το σπίτι στην Ανδρο, για τις γάτες, για το μηχανάκι και πόσο τον βόλευε, ή για το νερό και την αγωνία του μην… τελειώσει.
«Οταν βλέπω να πλένει κάποιος το αυτοκίνητό του και να αφήνει το νερό να τρέχει, θέλω να πάω να κλείσω τη βρύση» μου είχε πει στο περιθώριο μιας συνέντευξης. Αλλοτε στην πλατεία Κολωνακίου ή στην Ξενοκράτους, όταν έμενε στην οδό Αλωπεκής ή στη Δεινοκράτους και πιο πρόσφατα στα Εξάρχεια, ο Λευτέρης Βογιατζής μιλούσε για τη ζωή και το θέατρο, απολάμβανε τα μικρά και τα μεγάλα, και αγωνιούσε για το επόμενο βήμα. Και έμπαινε μέσα με όλο του το είναι. Δύσκολος, πολύ δύσκολος, με όλους και με τον εαυτό του.
Παροιμιώδεις οι πολύμηνες πρόβες του, οι πρεμιέρες που καθυστερούσαν, η εμμονή στη λεπτομέρεια. Αλλά και η τρέλα με την οποία αντιμετώπιζε τις προκλήσεις. Κάπως έτσι διηγείται ο Λευτέρης Παυλόπουλος ότι συμφώνησε μαζί του για τον πανάκριβο φωτισμό που είχε προτείνει στη «Νύχτα της κουκουβάγιας» του Διαλεγμένου. Καλλιτέχνης που πίστευε το νεοελληνικό θέατρο ανέβασε με μεγάλη επιτυχία το «Με δύναμη από την Κηφισιά» των Κεχαΐδη – Χαβιαρά, ενώ ανανέωσε τη σχέση μας με το κρητικό θέατρο σκηνοθετώντας τον «Κατσούρμπο».
Εχοντας χρόνια τώρα στο πλάι του την Ειρήνη Λεβίδη, φρουρό και συνοδοιπόρο του, ο Λευτέρης Βογιατζής ήξερε πώς να μην είναι μόνος. Φεύγοντας, μια αποχώρηση που θέλαμε όλοι να πιστεύουμε ότι θα αργήσει πολύ, αφήνει κενό. Στην τέχνη, στο θέατρο, στη ζωή…
Σαράντα χρόνια πάνω στη σκηνή
Γεννημένος το 1945 στην Αθήνα, ο Λευτέρης Βογιατζής σπούδασε Αγγλική Φιλολογία στο Πανεπιστήμιο Αθηνών και στη συνέχεια παρακολούθησε το Ράινχαρτ Σεμινάρ στη Βιέννη. Σπούδασε θέατρο στη Σχολή του Κωστή Μιχαηλίδη. Στο θέατρο βγήκε το 1973, ενώ συνεργάστηκε με τον Γιώργο Μιχαηλίδη, το Αμφι-θέατρο του Σπύρου Ευαγγελάτου και την Ελεύθερη Σκηνή. Επαιξε με την Ελλη Λαμπέτη.
Γεννημένος το 1945 στην Αθήνα, ο Λευτέρης Βογιατζής σπούδασε Αγγλική Φιλολογία στο Πανεπιστήμιο Αθηνών και στη συνέχεια παρακολούθησε το Ράινχαρτ Σεμινάρ στη Βιέννη. Σπούδασε θέατρο στη Σχολή του Κωστή Μιχαηλίδη. Στο θέατρο βγήκε το 1973, ενώ συνεργάστηκε με τον Γιώργο Μιχαηλίδη, το Αμφι-θέατρο του Σπύρου Ευαγγελάτου και την Ελεύθερη Σκηνή. Επαιξε με την Ελλη Λαμπέτη.
Παρά τα λίγα χρόνια λειτουργίας της, η Σκηνή (1982-1987) με τις επιλογές και τα έργα της έγινε σύμβολο της θεατρικής πράξης: η «Σπασμένη στάμνα» του Χάινριχ φον Κλάιστ, οι «Αγροίκοι» του Κάρλο Γκολντόνι, η «Συμφορά από το πολύ μυαλό» του Αλεξάντρ Γκριμπογέντοφ και το «Σε φιλώ στη μούρη» του Γιώργου Διαλεγμένου λειτούργησαν καθοριστικά για το μέλλον του θεάτρου, έφτιαξαν σχέσεις –άλλες χάλασαν, άλλες παρέμειναν –και προετοίμασαν τη νέα Σκηνή, που ιδρύθηκε το 1988. Εκεί παρουσίασε έργα σύγχρονα και κλασικά.
Στον κινηματογράφο έπαιξε ελάχιστα –κυρίως σε ταινίες του φίλου του Νίκου Παναγιωτόπουλου («Μελόδραμα», «Αθήνα – Κωνσταντινούπολη», «Τα οπωροφόρα της Αθήνας» κτλ.).
ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ



