Κάντε TO BHMA προτιμώμενη πηγή

Μια συζήτηση με τον παππού και τη γιαγιά σου σε κάνει πάντα πιο πλούσιο, σου προσφέρει πάντα κάτι. Πόσο μάλλον με τους δικούς μου, τον Ανδρέα και την Κωνσταντίνα, που αποτελούν τη ζωντανή ιστορία της μετανάστευσης. Μέσα από τη συνομιλία μας αναδείχθηκαν οι ρίζες τους στη Μικρά Ασία, η πορεία της οικογένειας προς την Ηγουμενίτσα, η μεγάλη απόφαση για το ταξίδι στη Βοστώνη, η εγκατάστασή τους στη Σάρλοτ, οι επαγγελματικές τους ασχολίες και η συμβολή τους στη διατήρηση της ελληνικής ταυτότητας.

Θα ήθελα, αρχικά, να μιλήσετε για την καταγωγή σας από τη Μικρά Ασία.

Παππούς Ανδρέας: «Η Μικρά Ασία ήταν ο τόπος που αναγκάστηκαν να αφήσουν πίσω τους οι πρόγονοί μας το 1922. Από την οικογένειά μας μάθαμε ότι η ζωή εκεί ήταν γεμάτη εικόνες από γιορτές, εργασίες και παραδόσεις. Όταν ήρθαν οι δύσκολες εποχές, οι Έλληνες υποχρεώθηκαν να εγκαταλείψουν τα σπίτια τους, όμως ποτέ δεν ξέχασαν τις ρίζες και τα έθιμά τους. Η ζωή εκεί ήταν σκληρή, αλλά υπήρχαν και στιγμές χαράς και οικογενειακής θαλπωρής».

Γιαγιά Κωνσταντίνα: «Εγώ, πάλι, θυμάμαι τους γονείς μου, Βασίλη και Αναστασία, να μου μιλούν για τη ζωή τους στη Σελεύκεια. Για τα παιδικά παιχνίδια στις αυλές, τις μυρωδιές από τα φαγητά και τα βράδια με τραγούδια. Μου έλεγαν ότι όταν ήρθε η ώρα να φύγουν, ήταν σαν να ξεριζώνονταν, αλλά κράτησαν μαζί τους ό,τι μπορούσε να χωρέσει η καρδιά τους».

Το επόμενο στάδιο ήταν η Ηγουμενίτσα. Πώς ήταν η ζωή εκεί;

Α.: «Οι οικογένειές μας βρέθηκαν σε μια άγνωστη γη, στη Νέα Σελεύκεια, προάστιο της Ηγουμενίτσας. Εκεί προσπαθήσαμε να αρχίσουμε από το μηδέν. Μείναμε για κάποια χρόνια, δουλέψαμε σκληρά για να φτιάξουμε ένα σπίτι και να προσφέρουμε στα παιδιά μας τα απαραίτητα. Αν και δυσκολευτήκαμε πολύ, η ελληνική αλληλεγγύη και η επιμονή μάς βοήθησαν να κάνουμε μια νέα αρχή».

Κ.: «Ήταν δύσκολα, αλλά ήμασταν πάντα ενωμένοι. Τα απογεύματα μοιραζόμασταν ιστορίες από τη Μικρά Ασία και κρατούσαμε συνέχεια ζωντανή τη μνήμη εκείνων των χρόνων».

Η Αναστασία και ο Βασίλης (γονείς της γιαγιάς Κωνσταντίνας) αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν τη Σελεύκεια στη Μικρά Ασία το 1922.

Μετά την Ήπειρο, ακολουθεί το μεγάλο ταξίδι στην Αμερική. Πώς πήρατε την απόφαση να μεταναστεύσετε στη Βοστώνη;

Α.: «Οι ΗΠΑ υπήρχαν στο μυαλό μας γιατί βλέπαμε ότι στην Ελλάδα δεν ήταν εύκολο να προσφέρουμε ένα καλύτερο μέλλον για τα παιδιά μας. Μεταναστεύσαμε τη δεκαετία του 1970, πρώτα στη Βοστόνη. Η ελληνική παροικία εκεί ήταν μεγάλη και έτσι νιώθαμε λιγότερο μόνοι. Ξεκινήσαμε πάλι από το μηδέν, από την αρχή, αυτή τη φορά σε μια ξένη ήπειρο. Είχαμε όμως όνειρα και ελπίδες για κάτι καλύτερο».

Κ.: «Όπως και να το κάνεις, το πρώτο διάστημα ήταν γεμάτο άγχος και αγωνία. Η αλλαγή ήταν μεγάλη. Τι μας κράτησε; Η πίστη μας, η αγάπη για την οικογένεια και ο ελληνικός τρόπος ζωής».

Τι σας ώθησε να εγκατασταθείτε αργότερα στη Σάρλοτ;

Α.: «Η Βοστόνη είχε δύσκολο κλίμα και η ζωή ήταν πολύ απαιτητική. Θέλαμε κάτι πιο απλό. Στη Σάρλοτ βρήκαμε μια ζεστή κοινότητα, καλύτερες ευκαιρίες για εργασία και έναν πιο ήρεμο τρόπο ζωής. Εδώ αποφασίσαμε να ριζώσουμε».

«Κοιτώντας προς τα πίσω τη διαδρομή μας δεν γίνεται να μην νιώσω υπερηφάνεια. Στο χαμόγελο και την επιτυχία των παιδιών μας βλέπουμε τη συνέχεια των κόπων μας».

Με ποιες επαγγελματικές δραστηριότητες ασχοληθήκατε στις ΗΠΑ;

Α.: «Δούλεψα για πολλά χρόνια σε αρτοποιείο. Το παραδοσιακό ελληνικό ψωμί και τα γλυκίσματα έγιναν γέφυρες επικοινωνίας με τους άλλους. Μέσα από τον φούρνο γνωριστήκαμε με πολλούς ανθρώπους, Έλληνες και ξένους».

Κ.: «Εγώ έμαθα κοπτική και ραπτική. Στην αρχή για τις ανάγκες της οικογένειας, έπειτα όμως έγινα μοδίστρα και έραβα για μια ολόκληρη κοινότητα. Θυμάμαι πόση δουλειά έριχνα για τις παραδοσιακές φορεσιές. Μα μέσα από τη δουλειά έκανα φιλίες και κράτησα ζωντανές τις παραδόσεις των φορεσιών μας».

Ποια ήταν η συμβολή σας στη διατήρηση της ελληνικής ταυτότητας και των παραδόσεων;

Α.: «Συνδεθήκαμε με την εκκλησία της Αγίας Τριάδας και συμμετείχαμε ενεργά στην ελληνική κοινότητα. Οργανώναμε γιορτές, διδάσκαμε χορούς στα παιδιά, βοηθούσαμε στη φιλόπτωχο».

Κ.: «Πρέπει να το πούμε: Αν δεν είχαμε την εκκλησία, δεν ξέρω πώς θα μαθαίναμε στα παιδιά μας να αγαπούν την Ελλάδα. Συμμετείχαμε σε ομάδες μαγειρικής, παραδοσιακών χορών».

Κάνοντας έναν απολογισμό της ζωής σας, ποια είναι τα κυρίαρχα συναισθήματα;

Α.: «Είμαστε ιδιαίτερα περήφανοι για την οικογένειά μας. Τα παιδιά και τα εγγόνια μας πήραν τα καλύτερα στοιχεία μας και τα μετουσίωσαν σε έργο».

Κ.: «Κοιτώντας προς τα πίσω τη διαδρομή μας δεν γίνεται να μην νιώσω υπερηφάνεια. Στο χαμόγελο και την επιτυχία των παιδιών μας βλέπουμε τη συνέχεια των κόπων μας. Όλη μας η διαδρομή είχε ένα σκοπό: να τους δώσουμε ρίζες και φτερά. Και αυτό έγινε πραγματικότητα».

Και κάτι για το τέλος. Ποιο είναι το μήνυμά σας για τη νέα γενιά;

Α.: «Κάθε φορά που με ρωτάνε να πω κάτι για τους νεότερους επιμένω στο εξής: Μην ξεχνάτε ποτέ τις ρίζες σας και να αγωνίζεστε για ένα καλύτερο αύριο. Η παράδοση είναι πλούτος και η οικογένεια το στήριγμα σε όλες τις δυσκολίες».

Κ.: «Και να αγαπάτε την ελληνική γλώσσα και τα ήθη μας. Ο,τι ζήσαμε θέλουμε να το συνεχίσετε εσείς, γιατί η καρδιά του Έλληνα χτυπάει παντού».