Τζον Κιούζακ: Ολοι μας έχουμε τον Εντγκαρ Αλαν Πόου μέσα μας

Καθώς σηκώνεται από την πολυθρόνα, μου προσφέρει το δεξί του χέρι ενώ με το αριστερό τοποθετεί το τεράστιο πούρο Cohiba στο τασάκι. Μου λέει ότι πρέπει να πάει στην τουαλέτα και φεύγει. Η Σάρα Χάμοντ, μία από τις υπευθύνους για αυτή τη συνάντηση στο ξενοδοχείο «Dorchester» στην Park Lane του Λονδίνου, θεωρεί ότι πρέπει να περιμένει ώσπου να επιστρέψει. Χαμόγελα αμηχανίας κρέμονται από τα στόματά μας. Ο ήχος από το καζανάκι σπάει τη σιωπή.

Καθώς σηκώνεται από την πολυθρόνα, μου προσφέρει το δεξί του χέρι ενώ με το αριστερό τοποθετεί το τεράστιο πούρο Cohiba στο τασάκι. Μου λέει ότι πρέπει να πάει στην τουαλέτα και φεύγει. Η Σάρα Χάμοντ, μία από τις υπευθύνους για αυτή τη συνάντηση στο ξενοδοχείο «Dorchester» στην Park Lane του Λονδίνου, θεωρεί ότι πρέπει να περιμένει ώσπου να επιστρέψει. Χαμόγελα αμηχανίας κρέμονται από τα στόματά μας. Ο ήχος από το καζανάκι σπάει τη σιωπή.
Ο Τζον Κιούζακ επιστρέφει και η Σάρα φεύγει λέγοντας «20 λεπτά» χωρίς να ακουστεί η φωνή της. Ο Κιούζακ με ρωτά αν με ενοχλεί ο καπνός του πούρου. Από ευγένεια του λέω «όχι», γιατί η αλήθεια είναι ότι με ενοχλεί – αν και αυτό μου επιτρέπει να ανάψω τσιγάρο. Σιγά-σιγά αρχίζω να τον παρατηρώ.
Δεν είναι μόνο το μεγαλόσωμο παρουσιαστικό αυτού του ανθρώπου που με εντυπωσιάζει – γιατί ο Κιούζακ στην οθόνη δείχνει αρκετά πιο μικρόσωμος. Είναι και η φωνή του, αταίριαστα σιγανή, σχεδόν ψιθυριστή. Ειλικρινά δυσκολεύομαι να τον ακούσω. Είναι επίσης το γεγονός ότι ο Κιούζακ αλληθωρίζει. Από τη μια το τεράστιο πούρο, από την άλλη η θεόρατη κορμοστασιά, το αλλήθωρο βλέμμα, η περίεργη χροιά της φωνής. Διάβολε, σκέφτομαι, πολύ spooky τύπος. Θα μπορούσε να είναι ήρωας του Εντγκαρ Αλαν Πόου.
Ο συνειρμός, βέβαια, δεν γίνεται τυχαία. Η αφορμή για τη συνάντησή μας (τον περασμένο Μάρτιο) είναι όντως ο Εντγκαρ Αλαν Πόου, ο τελευταίος κινηματογραφικός ήρωας του Κιούζακ στο «Κοράκι» του Τζέιμς Μακ Τιγκ. Μια ταινία που αναμειγνύει μυθοπλασία και πραγματικότητα αναζητώντας τρόπους για να εισχωρήσει στα έγκατα της ψυχής ενός από τους σημαντικότερους αμερικανούς λογοτέχνες του 19ου αιώνα.
Εδώ ο Πόου συμμετέχει στην έρευνα ενός αστυνομικού (Λουκ Εβανς) που έχει καταλάβει ότι ο κατά συρροήν δολοφόνος τον οποίο αναζητεί στηρίζει τις αποτρόπαιες πράξεις του σε ήδη δημοσιευμένες ιδέες του Πόου, σε μυθιστορήματα και ποιήματα όπως «Η πτώση του οίκου των Ασερ», «Το πηγάδι και το εκκρεμές», «Ο χρυσός σκαραβαίος» και βέβαια «Το κοράκι». Σελίδες που δεν έχουν πάψει να στοιχειώνουν τους αναγνώστες τους στο πέρασμα των αιώνων…

Μποντλέρ και Καζαντζάκης
«Πιστεύω ότι αυτή η ταινία θα πάει καλύτερα στην Ευρώπη απ’ ό,τι στην Αμερική» μου λέει ο Κιούζακ για το «Κοράκι». «Χωρίς να μπορώ ακριβώς να το εξηγήσω, βρίσκω ότι η αίσθηση που αφήνουν τα κείμενα του Πόου ταιριάζει περισσότερο στους Ευρωπαίους και λιγότερο στους Αμερικανούς». Ο ηθοποιός δεν θυμάται πότε ακριβώς έπιασε για πρώτη φορά βιβλίο του Πόου στα χέρια του. Στρίβει απαλά το Cohiba ανάμεσα στον δείκτη και στον αντίχειρα. «Θα πρέπει να ήμουν στην έκτη δημοτικού. Και μετά στο γυμνάσιο, βέβαια, άρχισα να τον διαβάζω περισσότερο. Αυτό που θυμάμαι είναι ότι αρχικώς με είχε εντυπωσιάσει το λεξιλόγιο, πραγματικά απίστευτο, αν και πολλές λέξεις δεν τις γνώριζα τότε. Δεν θυμάμαι πώς ακριβώς ένιωσα, αλλά θυμάμαι να νιώθω ότι κάποιος μου άνοιγε την πόρτα στο gothic, σε ένα εφιαλτικό σύμπαν συμβολισμών και μαγείας. Αλλά δεν νομίζω ότι εκείνη την εποχή μπορούσα να εκτιμήσω το πνεύμα του».
Μια εικοσάλεπτη κουβέντα με τον Τζον Κιούζακ μπορεί να έχει το ίδιο ενδιαφέρον όσο το άνοιγμα της βεντάλιας της φιλμογραφίας του. Σερφάροντας στους περισσότερους από 60 τίτλους ταινιών στις οποίες έχει εμφανιστεί θα βρεθούμε μπροστά στον Κλιντ Ιστγουντ (συνεργάστηκαν στο «Μεσάνυχτα στον Κήπο του Καλού και του Κακού»), στον Τέρενς Μάλικ («Η λεπτή κόκκινη γραμμή»), στον Γούντι Αλεν («Σφαίρες πάνω από το Μπρόντγουεϊ») και στον Στίβεν Φρίαρς («Οι κλέφτες»).
Και από μια κουβέντα μαζί του θα προκύψουν ονόματα όπως αυτά του Φιοντόρ Ντοστογέφσκι, του Νίκου Καζαντζάκη, του Τζέιμς Τζόις και του Μποντλέρ που μετέφρασε τον Εντγκαρ Αλαν Πόου στη Γαλλία. «Ο Μποντλέρ αγαπούσε πολύ τον Πόου αλλά τον είχε παρεξηγήσει» αναφέρει ο Κιούζακ. «Νόμιζε ότι ο Πόου ήταν ένας δανδής, ένας πλούσιος αριστοκράτης – δεν ήξερε ότι στην πραγματικότητα ήταν άφραγκος και ζούσε σε τρώγλη. Και νομίζω πως όταν το έμαθε δεν ήθελε να το πιστέψει».
Ο Κιούζακ στρέφει τη συνέντευξη προς το μέρος μου και με ρωτά με ειλικρινή απορία για τον Νίκο Καζαντζάκη. Εχει υπόψη του τον «Αλέξη Ζορμπά» και τον «Τελευταίο πειρασμό», αλλά ποτέ δεν έμαθε κάτι για τον συγγραφέα τους. Δεν ήξερε καν αν ο Καζαντζάκης ζει. «Είναι αλήθεια ότι τον αφόρισε η Εκκλησία;» ρωτά και όταν του απαντώ καταφατικά κουνάει με αποδοκιμασία το κεφάλι του. «Τι σκοταδισμός, Θεέ μου! Νομίζω ότι ο Πόου με τον τρόπο του μιλούσε γι’ αυτόν τον σκοταδισμό που δεν επιτρέπει στη φαντασία να πετάξει».

«Το κεφάλι του δεν είναι και ό,τι πιο ευχάριστο»

Πέραν της φυσικής ομοιότητάς του με τον Πόου, ο Κιούζακ για τον ρόλο του στο «Κοράκι» προσέγγισε τον συγγραφέα όχι τόσο μέσω των γραπτών του όσο μέσω του δικού του υποσυνειδήτου. «Βρίσκω κάτι το απίστευτα ρομαντικό στην έννοια της καταστροφής» είπε ο ηθοποιός, «πόσω μάλλον στην έννοια της αυτοκαταστροφής. Επομένως όταν βλέπεις έναν άνθρωπο σαν τον Πόου, που έγραψε ένα τόσο σημαντικό έργο και την ίδια ώρα ήταν τόσο βασανισμένος, νομίζω ότι η πραγματική πρόκληση είναι να βουτήξεις μέσα στη δική σου ψυχή, στα δικά σου σκοτεινά σημεία και να αναζητήσεις την άβυσσο. Και αυτό αποδείχθηκε πολύ συναρπαστικό γιατί κατάλαβα ότι όλοι έχουμε τον Πόου μέσα μας. Ο Καρλ Γιουνγκ είχε πει ότι όλοι έχουμε μια σκιώδη φιγούρα μέσα μας, εκεί όπου θα βρεις όλες τις φοβίες και τα βάσανα και τους εθισμούς και την ντροπή μας. Νομίζω ότι η φιγούρα του Πόου αποκρυσταλλώνει πλήρως αυτή την άποψη».
Του ζητώ να μου πει αν υποδυόμενος τον Πόου ανακάλυψε κοινά σκιώδη σημεία μαζί του. «Το πείσμα, ο εγωκεντρισμός, ο ανταγωνισμός, η ματαιοδοξία, η ανάγκη της αναγνώρισης, πολλά. Το κεφάλι του Πόου δεν είναι και το πιο ευχάριστο μέρος του κόσμου!».
Συμπληρώνω τον κυνισμό: Ισως επειδή πολλοί ήρωες του Κιούζακ είναι κυνικοί και ο κυνισμός ήταν χαρακτηριστικό του Πόου. «Ασφαλώς!» απαντά με τον πιο cool τρόπο ο Κιούζακ. «Αλλά εγώ συμπληρώνω ότι κυνικοί είναι οι απογοητευμένοι ιδεαλιστές, κάτι που επίσης πιστεύω ότι ήταν ο Εντγκαρ Αλαν Πόου».
Περιέργως ο Τζον Κιούζακ δεν είχε υπόψη του τη θαυμάσια (και ιδιαίτερα τρομακτική) μεταφορά των «Εγκλημάτων της οδού Μοργκ» (1971) του Γκόρντον Χέσλερ και μάλιστα μου είπε ότι θα την αναζητήσει. Γνώριζε ωστόσο τις «χαριτωμένα κιτς» ταινίες του Ρότζερ Κόρμαν που γυρίστηκαν στις αρχές της δεκαετίας του 1960, ανάμεσα στις οποίες το «Εκκρεμές του τρόμου», οι «Ιστορίες τρόμου», το «Κοράκι», αλλά και η «Εκδίκηση μιας νεκρής» με τον Τζακ Νίκολσον.

Από την εποχή του βωβού σινεμά

Ο Πόου απασχολεί το σινεμά από την εποχή του βωβού κινηματογράφου (ο Ντ. Γ. Γκρίφιθ είχε γυρίσει μια μικρού μήκους ονόματι «Εντγκαρ Αλαν Πόου») αλλά δεν έχει βρει ακόμη τη μεγάλη κινηματογραφική μεταφορά. Μέσω του Ρότζερ Κόρμαν ο συγγραφέας έγινε ποπ και στον κινηματογράφο, ενώ σε ό,τι αφορά την Ευρώπη χαρακτηριστικές μεταφορές είναι ένα πολύ ατμοσφαιρικό «Κοράκι» γυρισμένο το 1944 από τον Ανρί Ζορζ Κλουζό και η σπονδυλωτή ταινία «Στον ίλιγγο της ακολασίας» που γύρισαν βασισμένοι σε διηγήματα τρόμου του Πόου τρεις ευρωπαίοι σκηνοθέτες, ο Φεντερίκο Φελίνι, ο Λουί Μαλ και ο Ροζέ Βαντίμ, στα τέλη της δεκαετίας του 1960.

πότε & που:
Σύμφωνα με την εταιρεία διανομής ODEON, η ταινία «Το κοράκι» θα βγει στις αίθουσες στις 24 Μαΐου

ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ

Ακολουθήστε στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, από
Πολιτισμός
ΒΗΜΑτοδότης
Σίβυλλα
Helios Kiosk