Με το πλεονέκτημα της απόστασης του χώρου ή του χρόνου πολλά πράγματα μοιάζουν ξεκάθαρα – χωρίς απαραίτητα να είναι. Για τον αγγλοαμερικανικό τύπο, τους πολιτικούς διαχειριστές αριθμητικών μεγεθών, τους δύσθυμους πασών των κοινωνιών, όλους όσοι βρίσκονται στη δική τους πνευματική ήπειρο, η «Ευρώπη» είναι σήμερα μια έννοια κενή περιεχομένου, η δε Ευρωπαϊκή Ενωση μονίμως έτοιμη (και πρόσφατα πιο έτοιμη από ποτέ) να διαλυθεί στα εξ ων συνετέθη. Είναι, με άλλα λόγια, μια Αυστροουγγαρία του 21ου αιώνα.
Η αυτοκρατορία των Αψβούργων, εγγονή της Αγίας Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας του Γερμανικού Έθνους, υπήρξε ένα πολυσυλλεκτικό μόρφωμα που κάλυπτε μεγάλο μέρος της Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης ως επιβίωμα ενός προ-νεωτερικού τρόπου οργάνωσης της κοινωνίας. Μια πολιτική / κοινωνική ελίτ αποτελούμενη κατά κανόνα από Γερμανούς και Ούγγρους υπηκόους επιτελούσε το έργο της γραφειοκρατικής διοίκησης μιας άνισα αναπτυγμένης επικράτειας με πυρήνες υψηλής βιομηχανικής ανάπτυξης αλλά και τελματωμένες αγροτικές περιφέρειες, έχοντας ως συμβολική κεφαλή έναν αυτοκράτορα, οι μεσαιωνικές κληρονομικές κτήσεις του οποίου συγκροτούσαν το κράτος.
«Οι Αψβούργοι προσαρμόστηκαν μεν στις σύγχρονες ιδέες», παρατηρεί ο ιστορικός Τίμοθι Σνάιντερ, «αλλά όπως ένας ναυτικός σε έναν αναπάντεχο άνεμο». Η ποικιλία των δώδεκα επίσημων γλωσσών και το πορτρέτο του ηγεμόνα σε κάθε δημόσια υπηρεσία και καφενείο υποδείκνυαν τους πυλώνες του συστήματος: χαλαρή συνοχή και δυναστική νομιμοποίηση. Θύμα της επέλασης των εθνών-κρατών, η Αυστροουγγαρία εξεμέτρησε το ζην με τη λήξη του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου, ηττημένη όχι μόνο στο πεδίο της μάχης ως σύμμαχος της Γερμανίας του Κάιζερ, αλλά και στιγματισμένη σε αυτό της ιστορίας ως εκπρόσωπος του περιορισμού της πολιτικής αυτοδιάθεσης των λαών. (Η διάδοχη κατάσταση βέβαια ελάχιστα σεβάστηκε τις μειονότητες.)
Για τους κάθε λογής φιλομαθείς ευρωσκεπτικιστές, το καλύτερο πορτρέτο της Αυστροουγγαρίας βρίσκεται πιθανότατα στο Εμβατήριο του Ραντέτσκυ (Άγρα, 2009). Στο μυθιστόρημα του Γιόζεφ Ροτ τρεις γενεές της σλοβενικής οικογένειας των Τρόττα ανέρχονται κοινωνικά από το επίπεδο των χωρικών σε εκείνο της κατώτερης αριστοκρατίας, η προσωπική τους όμως ανέλιξη εξελίσσεται με φόντο την αποσάθρωση των ευρύτερων δομών. Οι Τρόττα ταυτίζονται με το ξεπερασμένο όραμα μιας πατρίδας όπου οι θεσμοί του παρελθόντος εξακολουθούν να υμνούνται (οι αξιωματικοί μονομαχούν για λόγους τιμής, οι μπάντες παίζουν το εμβατήριο του Ραντέτσκυ), όταν γύρω τους οι περισσότεροι σιωπηρά αποσύρουν την εμπιστοσύνη τους από την ιδέα της.
Για τον κυνικό κόμη Τσοζνίτσκι, «ο αυτοκράτορας ήταν ένας ξεμωραμένος γέρος, η κυβέρνηση μια παρέα ανίκανων, το κοινοβούλιο μια σύναξη αφελών και αξιολύπητων ηλίθιων, οι διοικητικοί υπάλληλοι δειλοί, τεμπέληδες και χαραμοφάηδες. Οι Γερμανοί της Αυστρίας χόρευαν βαλς και τραγουδούσαν μεθυσμένοι, οι Ούγγροι βρομούσαν, οι Τσέχοι ήταν γεννημένοι λούστροι, οι Ρουθηνοί ήταν κρυφορώσοι και προδότες, οι Κροάτες και οι Σλοβένοι […] ήξεραν μόνο να φτιάχνουν βούρτσες και να ψήνουν κάστανα» (σ. 197). Αλλάξτε τους τίτλους των αξιωματούχων, κρατήστε τις κακίες των λαών για τους γείτονές τους, προσθέστε τη μετάθεση του συνόλου των ευθυνών της δυσπραγίας στην αποφράδα ιδέα της οικονομικής ένωσης και έχετε μια εικόνα του σημερινού ευρωπαϊκού οικοδομήματος, όπως το βλέπουν οι πάσης φύσεως επικριτές του.
Προς το τέλος του μυθιστορήματος ο Ροτ αφιερώνει 20 σελίδες στην περιγραφή της υποδοχής της είδησης της δολοφονίας του διαδόχου του θρόνου Φραγκίσκου Φερδινάνδου στο Σαράγεβο, πρόκριμα της κρίσης που θα οδηγήσει στην έκρηξη του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Στα σύνορα της χώρας με τη Ρωσία στρατιωτικοί και πολίτες διασκεδάζουν σε μια τοπική γιορτή, όταν μαθαίνουν το νέο: οι εθνικές διαφορές έρχονται στην επιφάνεια, δύο ασυντόνιστες στρατιωτικές μπάντες παίζουν το Πένθιμο Εμβατήριο του Σοπέν, οι καλεσμένοι στροβιλίζονται μεθυσμένοι, ο ρυθμός χάνεται, άλλοι πανηγυρίζουν κι άλλοι θλίβονται – ως μονάδες και ο καθένας στη γλώσσα του.
Το αν η Ευρώπη πρόκειται να έχει την τύχη της Αυστροουγγαρίας είναι εν πολλοίς άδηλο: η ιστορική συγκυρία, οι πολιτικές συνθήκες, η κοινωνική τους σύνθεση απέχουν έναν αιώνα. Η παρηγοριά της ωστόσο σε αυτή την περίπτωση μπορεί να είναι ότι η γνωστή αποστροφή του Μαρξ περί επανάληψης της ιστορίας θα ισχύσει από την ανάποδη: η πτώση της Αυστροουγγαρίας θεωρήθηκε από πολλούς στον καιρό της φαρσοκωμωδία, μια αποσύνθεση της Ευρώπης θα βιωθεί από πολύ περισσότερους ως τραγωδία.



