Ενα ψυχολογικό μεταφυσικό θρίλερ. Αυτοί είναι «Οι επισκέπτες» που επέλεξε για τη φετινή θεατρική χρονιά η Κάτια Δανδουλάκη. Πάνω σε μια ιδέα του σκηνογράφουΓιώργου Γαβαλά, ο σκηνοθέτηςΠέτρος Ζούλιαςέγραψε το έργο βασισμένος στη νουβέλα τουΧένρι Τζέιμς. Ολοι μαζί ετοιμάζονται να ανοίξουν την αυλαία για να μας παρουσιάσουν έναν κόσμο που δεν μπορούμε να δούμε. Φαντασία, πραγματικότητα και ανατροπή, λογικό και παράλογο, όλα μπλέκονται σε ένα παιχνίδι ανάμεσα στο εδώ και το μετά, στο εδώ και το αλλού. Λίγο πριν από την πρεμιέρα το θέατρο που φέρει το όνομα της πρωταγωνίστριας ζει στην ατμόσφαιρα των «Επισκεπτών»…
– Κυρία Δανδουλάκη,ποια είναι η δική σας ηρωίδα;
«Είναι η γκουβερνάντα που έρχεται στον πύργο να αναλάβει δύο παιδιά, τα οποία ζουν με την οικονόμο κι έχουν μια διαφορετική συμπεριφορά. Αυξημένη φαντασία ή μήπως φέρουν έναν άλλον κόσμο; Εκεί μπαίνει η γκουβερνάντα κι αρχίζει να ψάχνεται μέχρι να αποκαλύψει τον αληθινό της εαυτό. Πρόκειται για ένα εξαιρετικά σύγχρονο θέμα που αφορά τους νέους και τα ερωτήματα γύρω από τη ζωή. Ο συγγραφέας τα χειρίζεται με έναν διεισδυτικό τρόπο, ευαίσθητο, οδυνηρό αλλά και ακραία αισιόδοξο, χωρίς καμία μαυρίλα. Γιατί το ζήτημα είναι να μπορέσουμε τελικά να συμφιλιωθούμε με τον εαυτό μας και να τον καλοδεχτούμε».
– Σας απασχολεί η μεταφυσική; «Πάντα διαισθανόμουν ότι υπάρχει και κάτι άλλο εκτός από αυτήν εδώ τη ζωή. Την τελευταία οκταετία όμως, και αφού έψαξα την ψυχή μου, κατέληξα ότι- έστω και χωρίς αποδείξεις- υπάρχει. Οποιος μπορεί ας ανοίξει τα μάτια της καρδιάς του και ας αποδεχθεί τον εαυτό του- η αποδοχή είναι μια μεγάλη υπόθεση, σημαντική και ουσιαστική».
– Πιστεύετε ότι το νουάρ σάς ταιριάζει;
«Υπάρχει τεράστιος ρομαντισμός στο νουάρ και μου ταιριάζει πολύ. Είναι το αντίθετο του άσπρου που ψάχνουμε. Και πιστεύω ότι όλη αυτή η ροκ αναζήτηση της εποχής είναι για να βρούμε το άσπρο μέσα από το μαύρο».
– Παράλληλα το έργο κρύβει και την έκπληξη- κάτι που πάντα αποζητάει ο θεατής…
«Απόλυτα. Νομίζω ότι θα τους κόβεται η ανάσα, όχι από τρόμο αλλά από συγκίνηση».
– Αν και έχετε ξανασυνεργαστεί με παιδιά- όπως στην τηλεοπτική σειρά «Λένη»- πώς είναι η εμπειρία επί σκηνής;
«Επίπονη, οδυνηρή και μαγική συγχρόνως. Ούτε μπορείτε να φανταστείτε τις απορίες και τις ερωτήσεις των παιδιών!».
– Στους «Επισκέπτες» σηκώνετε ουσιαστικά όλο το βάρος της παράστασης.Εκείνη η «συνένωση δυνάμεων» που είχατε επιχειρήσει δεν είχε συνέχεια…
«Πράγματι. Ξέρω ότι όσο κίνδυνο έχεις να αποτύχεις με τους πολλούς τόσο κίνδυνο έχεις να αποτύχεις και με τους λίγους στον θίασο. Τότε στις “Τρεις αδελφές” η συνένωση δυνάμεων πέτυχε γιατί όλοι μας είχαμε αποδεχθεί έναν βασικό μισθό. Ποιος θα το αντέξει αυτό σήμερα; Οσο για μένα, τώρα πια δεν έχω ούτε να μοιράσω κάτι ούτε να αποδείξω κάτι, εκτός από τη συνέπειά μου, η οποία δεν μπορεί να αλλάξει, γιατί αυτή είμαι».
– Αυτή η συνέπεια πάντως έχει φέρει τους καρπούς της.Εχετε κάνει τόσο πολλή τηλεόραση χωρίς να φθαρείτε. «Ο ευφυής δάσκαλος είτε στο Πανεπιστήμιο διδάξει είτε σε ένα σχολείο στα σύνορα θα μεταφέρει θησαυρούς στις ψυχές. Ο κακός δάσκαλος θα κάνει λάθος κήρυγμα…». – Η νεότερη γενιά διαθέτει αυτό το στοιχείο; Είναι θέμα παιδείας και εκπαίδευσης;
«Κοιτάξτε, εγώ λατρεύω τα νιάτα και οι πιο καλοί μου φίλοι είναι νέοι, πολύ νέοι- έτσι ήταν και ο Μάριος Πλωρίτης και γι΄ αυτό ήταν τόσο σπουδαίος δάσκαλος. Το μόνο κακό, που αν το φιλοσοφήσεις μπορεί να τους βγει και σε καλό, είναι ότι οι νέοι σήμερα “δεν τραβάνε και πολύ ζόρι”. Αυτό το ταμένο που είχαμε εμείς δεν το μοιράζονται. Είναι τόση η υπερπληροφόρηση από καινούργιες εξειδικεύσεις σε κάθε δουλειά, που οι νέοι δυσκολεύονται να επιλέξουν».
– Εχει αυτό επιπτώσεις στην τέχνη τους;
«Είναι όπως όταν μπαίνουμε σε ένα μαγαζί και θέλουμε να αγγίξουμε όλα τα ρούχα, χωρίς να αγοράσουμε τίποτα. Από την άλλη οι νέοι έχουν αυτή τη φρεσκάδα και μπορούν να τα συνδυάζουν όλα. Ξέρω όμως ότι σήμερα θέλουν να ανέβουν πολύ γρήγορα. Η δυσκολία είναι πάντα να κρατηθείς ψηλά. Και αυτό θέλει όλο και πιο πολλή δουλειά. Ημουν και είμαι άπληστη στη δουλειά μου».
– Και η κούραση,δεν έχει τη θέση της σε όλα αυτά;
«Οταν έρχομαι στο θέατρο για την πρόβα δεν κουβαλάω την κούραση των γυρισμάτων, κι ας έχω σηκωθεί από τις πεντέμισι το πρωί. Κανένας δεν οφείλει να με ακούει. Ερχομαι στην πρόβα αποφασισμένη ότι μόλις τώρα ξύπνησα γι΄ αυτήν ακριβώς τη δουλειά».
– Ολα όσα έχετε κάνει ως σήμερα είναι επιλογές σας;
«Ναι, τα έχω όλα επιλέξει και τα έχω όλα λουστεί. Ηθελα να κάνω επιχείρηση στο θέατρο, καλά να πάθω – και με την καλή έννοια και με την κακή. Σε ποιον να παραπονεθώ; Αλλά αυτό ήταν και η μεγάλη μου ελευθερία. Το απόλαυσα όμως. Γι΄ αυτό και δεν το μετάνιωσα ποτέ. Δεν μου ήρθε τίποτε εύκολο όμως. Ο,τι κατάφερα το κατάφερα με πολλή δουλειά και πολύ κόπο».
– Υπηρετείτε συστηματικά την τηλεόραση και πάντα εκφράζετε έναν σεβασμό απέναντί της.Μετά από είκοσι χρόνια ιδιωτικής τηλεόρασης, πιστεύετε ότι βγήκαμε κερδισμένοι;
«Φυσικά, παρά τα σκουπίδια. Στον ιδιωτικό τομέα δεν χωρούν αστεία. Οταν ανήκεις σε ένα ιδιωτικό κανάλι το υπηρετείς χωρίς “κουράστηκα” και “δεν αντέχω”. Και αυτό είναι το κακό που πλήττει τη δημόσια τηλεόραση: τα στούντιο μπορεί να μη λειτουργούν και ο καθένας που είναι εκεί να μην ξέρει ποια είναι η δουλειά του. Αυτό δεν υπάρχει στην ιδιωτική τηλεόραση. Υπάρχει όμως ένας άλλου είδους κανιβαλισμός στην εποχή μας, αυτός με τα νούμερα. Δεν με κατασπάραξε ποτέ. Με ενδιέφερε σαν ενημέρωση. Ξέρω όμως ότι η δουλειά μας εξαρτάται από τα νούμερα. Γι΄ αυτό κι εγώ μάχομαι για κάθε μου δουλειά».
– Είναι η τρίτη φορά που πρωταγωνιστείτε σε καθημερινή τηλεοπτική σειρά.Προσδίδετε το κύρος σας σε κάτι που θεωρείται εξαιρετικά ελαφρύ… «Αλίμονο αν φανταστούμε ότι κάνουμε Σαίξπηρ… Κάνουμε κάτι εξαιρετικά ελαφρύ με ακραία σοβαρό τρόπο. Θυμάμαι τον Βασίλη Γεωργιάδη που μου είχε πει ότι “δεν μπορώ να σε βλέπω να υπερασπίζεσαι τη “Λάμψη” όπως τους “Πανθέους””. Και του έλεγα ότι αν δεν ήμουν αυτή που είμαι δεν θα υπερασπιζόμουν ούτε τους “Πανθέους”. Με ρωτούν οι νέοι ηθοποιοί αν πρέπει ή όχι να κάνουν μια καθημερινή σειρά. Μα αν είναι να αλλοιωθείς από μια καθημερινή σειρά, θα αλλοιωθείς έτσι κι αλλιώς. Αρα κάν΄ την να αλλοιωθείς μια ώρα αρχύτερα και να τελειώνεις. Το θέμα είναι να μπεις και να της δώσεις όλη σου τη σοβαρότητα».
– Γιατί όμως η μικρή οθόνη δεν προτείνει κάτι λιγότερο ελαφρύ;
«Μα το κανάλι θα παίξει τον ρόλο του Πανεπιστημίου; Ο γονιός και το σχολείο έχουν αυτούς τους ρόλους. Ζητάμε τώρα από τον καναλάρχη να βοηθήσει το παιδί μου να δει τα σωστά πράγματα; Πρώτα η μάνα του, μετά το σχολείο και το πανεπιστήμιό του. Και ύστερα, σε όποιο κανάλι και να πάει θα λάμψει…».
– Εχετε πάντως τη δυνατότητα να προσαρμόζεστε στην εποχή σας…
«Νιώθω πολύ νέα. Δεν ξέρω τι είναι αυτό που με κρατά έτσι. Και ο Μάριος (σ.σ.: Πλωρίτης) το είχε αυτό. Ισως επειδή αγαπώ πολύ τη ζωή. Δεν παραιτούμαι. Αυτό που γερνά τον άνθρωπο είναι η απόσυρση. Εγώ θέλω να αισθάνομαι συνέχεια. Κάνω όμως μια ζωντανή δουλειά και αυτό με απασχολεί. Αυτή είναι η απάντηση: απασχολούμαι συνεχώς…».
Πρεμιέρα για τους «Επισκέπτες» στο θέατρο Κάτια Δανδουλάκη στις 28 Νοεμβρίου (21.15).Το έργο βασίζεται στη νουβέλα του Χένρι Τζέιμς «Το στρίψιμο της βίδας».Διασκευή-σκηνοθεσία Πέτρος Ζούλιας.



