Στον καμβά του Τιμ Μπάρτον

Λίγο πριν από την πολυαναμενόμενη πρεμιέρα της «Αλίκης στη Χώρα των Θαυμάτων» ο εκκεντρικός σκηνοθέτης παρουσιάζει για πρώτη φορά στο κοινό την εικαστική του πλευρά, με μια μεγάλη αναδρομική έκθεση στο ΜοΜΑ της Νέας Υόρκης

Λίγο πριν από την πολυαναμενόμενη πρεμιέρα της «Αλίκης στη Χώρα των Θαυμάτων» ο εκκεντρικός σκηνοθέτης παρουσιάζει για πρώτη φορά στο κοινό την εικαστική του πλευρά, με μια μεγάλη αναδρομική έκθεση στο ΜοΜΑ της Νέας Υόρκης. Ο διοργανωτής της μας μίλησε για
τον ιδιαίτερο κόσμο του καλλιτέχνη.

Τα πρώτα του έργα τέχνης ήταν για τα σκουπίδια. Κυριολεκτικά. Το καλλιτεχνικό του ντεμπούτο ο Τίμοθι Γουίλιαμ Μπάρτον το έκανε προτού ακόμη τελειώσει το σχολείο, όταν σχεδίασε μια αφίσα που περιόδευσε για έναν χρόνο στην καρότσα των απορριμματοφόρων της πόλης του. Απομονωμένος τις περισσότερες ώρες της ημέρας στο σκοτεινό δωμάτιό του, στο άχρωμο, άοσμο μεσοαστικό καλιφορνέζικο προάστιο του Μπέρμπανκ, ο μελαγχολικός ερημίτης μουντζούρωνε κόλλες χαρτί. Τα Χριστούγεννα και τις ημέρες του Χάλοουιν ζωγράφιζε φιγούρες στα παράθυρα της γειτονιάς. Αποχωριζόταν τις μπογιές και τα μολύβια του μόνο για να καταβροχθίσει τις αγαπημένες του β΄ διαλογής ταινίες τρόμου. Το τμήμα animation στο Ινστιτούτο Τεχνών της Καλιφόρνιας και τα σχεδιαστήρια της Disney ήταν μια κάποια διέξοδος για τη μοναχική ιδιοφυΐα, αν και οι σουρεαλιστικές καρικατούρες του δεν ήταν ακριβώς αυτό που έψαχναν οι εργοδότες του: «Δεν ήμουν καλός στη ρεαλιστική απεικόνιση των πραγμάτων. Πάλευα με αυτό το στυλ. Ωσπου μια ημέρα, που καθόμουν στο Farmer’sMarket και σχεδίαζα, βίωσα αυτή την παράξενη, ψυχεδελική εμπειρία. Είπα: “Γαμώ το, σκοτίστηκα που δεν μπορώ να ζωγραφίσω αυτό που βλέπω, θα ζωγραφίσω απλώς αυτό που νιώθω”. Και ξαφνικά έκανα τη δική μου υπέρβαση και έπειτα μπορούσα να ζωγραφίσω και να το απολαμβάνω». Τελικά έγινε σκηνοθέτης – «οι ταινίες είναι για εμένα ένα είδος ακριβής ψυχοθεραπείας» υποστήριζε. Πάντα ωστόσο φρόντιζε να έχει ένα μικρό σημειωματάριο και ένα κουτί νερομπογιές στην τσέπη.

Αρκετά χρόνια και καμιά δεκαπενταριά cult ταινίες αργότερα, o Τιμ Μπάρτον αποτελεί το τιμώμενο πρόσωπο μιας μεγάλης αναδρομικής έκθεσης στο Μουσείο Μοντέρνας Τέχνης της Νέας Υόρκης. Ο ίδιος, σε σχετική συνέντευξη Τύπου, χαρακτήρισε τη συγκυρία «σουρεαλιστική, εκπληκτική, απίστευτη». «Δεν γαλουχήθηκα σε τέτοιο περιβάλλον. Νομίζω ότι η πρώτη μου επίσκεψη σε μουσείο ήταν στα κέρινα ομοιώματα στο Χόλιγουντ» εξήγησε. Ο Τιμ Μπάρτον λοιπόν ανακαλύπτει τον κόσμο των μουσείων. Και το Μουσείο, το εμβληματικό ΜοΜΑ, ανακαλύπτει τον Τιμ Μπάρτον. Από τις 22 του προσεχούς Νοεμβρίου ως τις 26 Απριλίου 2010 το κοινό θα έχει την ευκαιρία να δει για πρώτη φορά τη μακρά εικαστική παραγωγή του ιδιόρρυθμου σκηνοθέτη, παραγωγού, σεναριογράφου και εικονογράφου, τα φιλμ του οποίου έχουν προταθεί για 16 και έχουν αποκομίσει έξι βραβεία Οσκαρ. Από τις προθήκες του ΜοΜΑ στους 53 Δρόμους του Μανχάταν θα παρελάσουν περί τα 700 έργα με την υπογραφή του 51χρονου δημιουργού (σχέδια, πίνακες, σκαριφήματα, φωτογραφίες, μαριονέτες, μακέτες, μικρά γλυπτά, κοστούμια, ερασιτεχνικά ακυκλοφόρητα φιλμ, καρτούν και Polaroid), τα περισσότερα από τα οποία εγκαταλείπουν για πρώτη φορά το προσωπικό του αρχείο και τις ιδιωτικές συλλογές συνεργατών και φίλων του. Καθ’ όλη τη διάρκεια της έκθεσης σε αίθουσες προβολών του μουσείου θα παρουσιαστεί το σύνολο της φιλμογραφίας του Μπάρτον, καθώς επίσης και επιλεγμένες ταινίες που τον ενέπνευσαν και επηρέασαν το κινηματογραφικό του ύφος, από το κλασικό «Εργαστήριο του δρος Καλιγκάρι» (1920) ως το «Νοσφεράτου» του 1922.

Ο Ρον Μαλιόζι, επιμελητής της έκθεσης, μας δήλωσε: «Ανέκαθεν τιμούσαμε το έργο των πιο σημαντικών δημιουργών του σινεμά. Το Μουσείο Μοντέρνας Τέχνης έχει φιλοξενήσει περίπου 80 εκθέσεις με κινηματογραφικό θέμα ήδη από το 1939 (σε συνδυασμό με τις προβολές ταινιών) και έχει, μεταξύ άλλων, τιμήσει τους Ντ. Γ. Γκρίφιθ, Πιερ Πάολο Παζολίνι και Ρομπέρτο Ροσελίνι. Η αναδρομική έκθεση του Τιμ Μπάρτον συνεχίζει αυτή την παράδοση, προσφέροντας μια σπάνια, κατ’ ουσίαν μοναδική ευκαιρία να εστιάσουμε σε έναν εκπρόσωπο της Εβδομης Τέχνης ο οποίος έχει παρουσιάσει τόσο εξαιρετική δουλειά που θα ταίριαζε τόσο στον χώρο μιας γκαλερί όσο και στη μεγάλη οθόνη». Στην ερώτησή μας γιατί αυτά τα έργα έμεναν στην αφάνεια όλα αυτά τα χρόνια ο Ρον Μαλιόζι απάντησε: «Μάλλον η ανησυχία του – κάποιος θα μπορούσε να τη χαρακτηρίσει αιδημοσύνη – εστιαζόταν στο πώς θα γινόταν η δουλειά του δεκτή στον χώρο ενός μουσείου τέχνης. Και πιθανότατα αποφάσισε ότι τώρα είναι η ώρα – στο μέσον της καριέρας του – να ανοίξει επιτέλους το αρχείο του, να επιτρέψει την παρουσίαση της πιο προσωπικής του δουλειάς και να καλωσορίσει την ανταπόκριση του κοινού».

Τα εκθέματα της ρετροσπεκτίβας, τα οποία είναι στην πλειονότητά τους άτιτλα, ξεδιπλώνονται σε «χαλαρή», όπως τη χαρακτήρισε ο επιμελητής χρονολογική σειρά, από τα πρώτα χρόνια του μαθητικού πειραματισμού ως την καλλιτεχνική ωριμότητα: «Εφόσον ο ίδιος ο Τιμ αναφέρεται τόσο συχνά στη ζωή του στο Μπέρμπανκ της Καλιφόρνιας ως σημαντικό παράγοντα διαμόρφωσης των απόψεών του για τον κόσμο και την τέχνη, χρησιμοποιήσαμε την ιδέα του “Μπέρμπανκ” ως σημείο αναφοράς. Ετσι η περιπλάνηση στο μυαλό του Τιμ Μπάρτον ξεκινά με το κεφάλαιο “Επιβιώνοντας στο Μπέρμπανκ”, το οποίο αναφέρεται στα έργα των παιδικών και εφηβικών χρόνων, ακολουθεί η ενότητα “Εξωραΐζοντας το Μπέρμπανκ”, για την εποχή των σπουδών και της αυτογνωσίας κατά τη διάρκεια της οποίας άρχισε να συνειδητοποιεί το ταλέντο του μέσα από την εξάσκηση και την εξερεύνηση του ύφους του, και κλείνει με δημιουργίες “Πέρα από το Μπέρμπανκ”, που συμπίπτουν με τα χρόνια της επιτυχίας και των μεγάλων συνεργασιών, πλέον με την ιδιότητα του σκηνοθέτη».

Εντυπωσιασμένος από «τον παιχνιδιάρικο πειραματισμό του Μπάρτον με τις κλίμακες και τις αναλογίες», ο Ρον Μαλιόζι ομολογεί ότι θα δυσκολευόταν να εντάξει την πότε κυνική και πότε ευαίσθητη ματιά του σκηνοθέτη του «Μπάτμαν» και του «Ψαλιδοχέρη» σε ένα συγκεκριμένο καλλιτεχνικό ρεύμα. «Ο Τιμ έχει εκφράσει τον θαυμασμό του για την τεχνική και τις εκφραστικές δυνατότητες των μετα-ιμπρεσιονιστών, όπως ο Βαν Γκογκ. Εχει όμως διατυπώσει και τον θαυμασμό του για καλλιτέχνες όπως ο Φράνσις Μπέικον, ο Τζέιμς Ενσορ, καθώς και για διάσημους εικονογράφους όπως ο Θίοντορ – “Dr. Seuss” – Γκάιζελ. Από την άλλη, η επιρροή της ποπ κουλτούρας στη δουλειά του είναι ευρέως γνωστή, ειδικά του εξπρεσιονισμού του βωβού κινηματογράφου, καθώς και των αμερικανικών και ιαπωνικών ταινιών φρίκης και επιστημονικής φαντασίας από τις δεκαετίες του 1950, του 1960 και του 1970. Θαυμαστές ταινιών όπως “Χριστουγεννιάτικος εφιάλτης”, “Εντ Γουντ” και “SweeneyTodd” καταδιασκεδάζουν με τα γκραν γκινιόλ στοιχεία που χαρακτηρίζουν την πλειονότητα όσων κάνει. Οσο όμως βαρύνουσες και αν ήταν αυτές οι επιρροές στην κατανόηση της δουλειάς του, καμία δεν πρόσφερε μια οπτική που να περικλείει το εύρος της καλλιτεχνικής του αναζήτησης. Ετσι αρχίσαμε να τον αποτιμούμε στο πλαίσιο του ποπ σουρεαλισμού, του αποδιοργανωμένου κινήματος των καλλιτεχνών της Νότιας Καλιφόρνιας που άρχισαν να εργάζονται εκτός της “μουσειακής” κουλτούρας στα τέλη της δεκαετίας του 1970 προκειμένου να καταθέσουν ένα έργο εμπνευσμένο από το κίνημα “Lowbrow” και από εκείνα που αρκετοί θεωρούσαν ανυπόληπτες μορφές της ποπ κουλτούρας. Παρ’ ότι ο Τιμ ουδέποτε ταυτίστηκε συνειδητά με τους ποπ σουρεαλιστές, ανήκει στη γενιά τους και μοιράζεται αρκετά στοιχεία από τη θεματολογία και τα μοτίβα τους» εξηγεί ο Μαλιόζι.

Παρ’ όλο που την τελευταία διετία ο Μπάρτονείχε μάτια μόνο για την «Αλίκη στη Χώρα των Θαυμάτων» (η πολυαναμενόμενη πρεμιέρα έχει προγραμματιστεί για την ερχόμενη άνοιξη), ωστόσο άνοιξε διάπλατα τις πόρτες του αρχείου του στην ομάδα του ΜοΜΑ. «Συναντηθήκαμε αρκετές φορές στο Λονδίνο» μας είπε ο Ρον Μαλιόζι, που δήλωσε εντυπωσιασμένος από τη φιλοξενία: «Μας πρόσφερε πρόσβαση ακόμη και στο ίδιο του το σπίτι ώστε να έχουμε τη δυνατότητα, αν το επιθυμούμε, να δανειστούμε κάποια από τα πιο αγαπημένα του έργα τέχνης, εκείνα που έχει επιλέξει να κρατήσει κοντά του και γύρω του ως διακόσμηση και πηγή έμπνευσης. Μαζί με μια συνάδελφό μου απολαύσαμε ένα υπέροχο δείπνο με τον Τιμ, την Ελενα Μπόναμ Κάρτερ, τη σχεδιάστρια κοστουμιών Κολίν Ατγουντ και τους συνεργάτες του, κατά τη διάρκεια του οποίου μιλήσαμε φυσικά για την έκθεση και το σινεμά, αλλά επίσης – προς έκπληξή μου – για τις χαρές τού να είσαι γονιός και για τα τεκταινόμενα στην πολιτική».

Η αναδρομική έκθεση του Τιμ Μπάρτον θα φιλοξενείται από
τις 22 Νοεμβρίου 2009 ως τις 26 Απριλίου 2010 στο
MoMA της Νέας Υόρκης.

Δημοσιεύθηκε στο BHMagazino, τεύχος 467, σελ. 32-38, 27/09/2009.

Ακολουθήστε στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, από
Πολιτισμός
ΒΗΜΑτοδότης
Σίβυλλα
Helios Kiosk