«Μας μισούσε ο Βούλγαρος!» ανέκραξε οργισμένη η μεσόκοπη κυρία έχοντας μόλις παρακολουθήσει τους κατάΝτίμιτερ Γκότσεφαισχύλειους «Πέρσες» από το Εθνικό Θέατρο στην Επίδαυρο. Την αγανάκτησή της «πολλαπλασίαζε», λίγο παραπέρα, έτερη συνομήλική της, η οποία, με υψωμένο χέρι, αγόρευε στον μικρό κύκλο ανθρώπων που την περιστοίχιζε: «Μαήταν παράσταση αυτή; Το “νυν υπέρ πάντων αγών”,που σε άλλες περιπτώσεις το ακούς και σου σηκώνεται η τρίχα,εδώ ακούστηκε;Και οι ηθοποιοί,τα “θηρία” του Εθνικού,πώς δέχθηκαν να γελοιοποιηθούν έτσι;Γιατί δεν αντέδρασαν;»ωρυόταν κατακόκκινη εκφράζοντας τη βεβαιότητα ότι «οι εφημερίδες θα το θάψουν αυτό το αίσχος…».

Μας μισούσε, λοιπόν, ο Βούλγαρος. Με τον ίδιο τρόπο, φαντάζομαι, που πέρυσι μας μισούσε ο Ρώσος(Βασίλιεφ), παλαιότερα ο Γερμανός(Λάνγκχοφ) και ακόμη πιο παλιά ο Γεωργιανός (Στούρουα).Σχεδόν κάθε φορά που κάποιος ξένος σκηνοθέτης επιχειρεί να «παλέψει» με το αρχαίο δράμα στην Επίδαυρο, μερίδα του κοινού θεωρεί ιερό της καθήκον να υπερασπίσει τα όσια της φυλής από τις επιβουλές των «βαρβάρων». Καθ΄ ότι δε τυγχάνει… ξαρμάτωτο, τα όπλα εν προκειμένω αντικαθίστανται από τις αποδοκιμασίες και τα γιουχαϊτά που εκτοξεύονται ως άλλα (φαρμακερά) βέλη από τη φαρέτρα.

Περισσότερο εξοικειωμένη ούσα με τον χώρο της όπερας, όπου ανάλογες αντιδράσεις- και μάλιστα στους «ναούς» του είδους, όπως π. χ. η Σκάλα του Μιλάνου και το Μπαϊρόιτ- είναι τουλάχιστον συνηθισμένες, δεν έχω πρόβλημα με την ίδια την έκφραση αποδοκιμασίας του κοινού. Εχει, άλλωστε, ο θεατής δικαίωμα στην ετυμηγορία, έστω κι αν την εκδηλώνει άκομψα. Ωστόσο, τώρα που τα πνεύματα σιγά σιγά ηρεμούν και η παράσταση συνεχίζει την περιοδεία της, αξίζει ίσως να αναζητήσουμε τους λόγους. Τι ήταν άραγε αυτό που ενόχλησε στους «Πέρσες»; Το γεγονός ότι ο Γκότσεφ τόλμησε να φέρει την τραγωδία του Αισχύλου πιο κοντά στην εποχή μας; Αυτές καθαυτές οι ανατροπές της παράστασης; Μήπως αυτό που πραγματικά μας πείραξε είναι ότι ένας ξένος σκηνοθέτης κατόρθωσε να καταθέσει μια σύγχρονη πρόταση, μια καινοτόμα σκηνοθεσία, η οποία προχώρησε πέραν του επιπέδου της όψης και έφθασε κυριολεκτικά στο «μεδούλι» του έργου;

Στην παράσταση του Γκότσεφ αξίζουν εύσημα. Οχι μόνο για την προσπάθεια αλλά και για το αποτέλεσμα. Με την αρωγή μερικών από τους σημαντικότερους ηθοποιούς της χώρας μας, το εγχείρημά του ξέφυγε μεν από το γράμμα αλλά παρέμεινε απολύτως πιστό στο πνεύμα του Αισχύλου αναδεικνύοντας αριστοτεχνικά ό,τι πραγματικά είναι οι «Πέρσες»: ένα από τα σπουδαιότερα αντιπολεμικά κείμενα της παγκόσμιας δραματουργίας.

Τι ήταν άραγε το αρχαίο δράμα στην εποχή του; Μα ένα σχόλιο στην επικαιρότητα. Κύτταρο ζωντανό, όχι μόνο επιβίωσε μέσα στους αιώνες αλλά και «μπόλιασε» διάφορα είδη τέχνης, αρχής γενομένης από το λυρικό θέατρο. Τον περασμένο Μάρτιο οι ιταλικές εφημερίδες έβριθαν διθυράμβων για το ανέβασμα της «Ιφιγένειας εν Αυλίδι» τουΓκλουκαπό τον διεθνούς φήμης «δικό μας» σκηνοθέτηΓιάννη Κόκκοστην Οπερα της Ρώμης, εμμένοντας μάλιστα ιδιαίτερα στην ελληνικότητα του θέματος. Περισσότερα του ενός τραγικά πρόσωπα ενέπνευσαν νέα έργα μουσικού θεάτρου που έκαναν πρεμιέρα εφέτος το καλοκαίρι στο πλαίσιο σημαντικών φεστιβάλ της γείτονος. Ο ελληνικός μύθος αποτέλεσε την «αιχμή του δόρατος» στην προβολή του «Αδμητου» τουΧέντελ που παρουσιάζεται οσονούπω στο Εδιμβούργο. Οσο για τη νέα παραγωγή των «Βακχών» του Ευριπίδη από το Βerliner Εnsemble με την οποία ανεμένετο να εγκαινιαστεί το εφετινό θεατρικό πρόγραμμα του Φεστιβάλ του Σάλτσμπουργκ (το ανέβασμα, δυστυχώς, ματαιώθηκε λόγω του θανάτου του σκηνοθέτηΓιούργκεν Γκος τον περασμένο Ιούνιο στη διάρκεια των προβών), άμα τη ανακοινώσει της έλαβε μεγαλύτερη δημοσιότητα διεθνώς και από αυτές ακόμη τις παραγωγές όπερας.

Μήπως, λοιπόν, αντί να ομφαλοσκοπούμε και να στρουθοκαμηλίζουμε, θα ήταν σοφότερο να προσανατολιστούμε οι ίδιοι στην περαιτέρω διεθνοποίηση του αρχαίου δράματος; Η μουσειακή αναβίωση των έργων με κίνδυνο την έκπτωση κάποια στιγμή στα επίπεδα της τουριστικής ατραξιόν δεν μπορεί ασφαλώς να αποτελέσει την επιλογή για το μέλλον. Η λειτουργία της Επιδαύρου ως διεθνούς φόρουμ ανταλλαγής ιδεών, σε δυναμικό διάλογο με την ίδια την κοινωνία και τις αναζητήσεις της, μοιάζει να αποτελεί μονόδρομο. Η οργάνωση, ίσως, επάνω σε συγκεκριμένους θεματικούς άξονες (στα πρότυπα πολλών σημαντικών φεστιβάλ του εξωτερικού), η θέσπιση, και πάλι κατά τη διεθνή πρακτική, παράλληλων δραστηριοτήτων (συνεδρίων, διαλέξεων, σεμιναρίων, εργαστηρίων, εκθέσεων κτλ.) ούτως ώστε να διευκολυνθεί τόσο η επικοινωνία των ίδιων των καλλιτεχνών μεταξύ τους όσο και του κοινού με τους σύγχρονους προβληματισμούς είναι παράμετροι οι οποίες χρήζουν ίσως κάποιας προσοχής. Ας μην ξεσκίζουμε, λοιπόν, τις σάρκες μας. Η ίδια η διαδικασία είναι αυτή η οποία θα δείξει τον δρόμο. Μέσα από αυτό το πρίσμα θα μπορούσαν πιθανώς να προκύψουν και οι απαντήσεις ως προς το τι τελικά σημαίνει μια κλασική αναβίωση στην εποχή μας. Σε ένα τέτοιο πλαίσιο το συμπέρασμα προκύπτει αβίαστο: σε αντίθεση με την εντύπωση που αποκόμισε η συμπαθέστατη κυρία, ο Βούλγαρος μας αγάπησε πολύ. Μήπως ήρθε, επιτέλους, η ώρα να αγαπήσουμε κι εμείς οι ίδιοι τον εαυτό μας;