«Βάζω στοίχημα ότι θέλετε να μάθετε αν μιλάω ελληνικά»λέει γελώντας οΓιώργος Τσοντάκηςαπό την άλλη άκρη της τηλεφωνικής γραμμής. Προτού προλάβω ν΄ απαντήσω, συνεχίζει:«Μιλάω λίγο… Γεννήθηκα στην Αστόρια και,όπως μου λέει ο φίλος μου οΓιώργος Δεμερτζής, μιλάω τα ελληνικά της Αστόρια.Είναι αρκετά διαφορετικά απ΄ οπουδήποτε αλλού στον κόσμο…».Την επόμενη στιγμή ο 57χρονος, πολυβραβευμένος συνθέτης, έργα του οποίου θα παρουσιαστούν στις 9 Ιουνίου στην ιστορική αίθουσα του «Παρνασσού», στο πλαίσιο των εφετινών εκδηλώσεων του Φεστιβάλ Αθηνών, εξηγεί τα των ελληνικών ριζών του:«Η μητέρα μου γεννήθηκε στην Ελλάδα,αλλά δεν έζησε ποτέ εκεί.Ο πατέρας μου, από την άλλη πλευρά,γεννήθηκε στη Μασαχουσέτη.Και οι δυο τους κατάγονται από την Κρήτη,Χανιά και Σφακιά.Εχω συγγενείς στο νησί.Οσο για μένα,είμαι τουλάχιστον δύο φορές τον χρόνο στην Ελλάδα…».
Συνεχίζοντας τη συζήτηση, ο Γιώργος Τσοντάκης αποκαλύπτει ότι αισθάνεται έντονα Κρητικός, γεγονός το οποίο αντανακλάται και στη μουσική του. Λύρα και λαούτο, λέει, είναι τα όργανα τα οποία άκουγε από μικρός στο σπίτι του και τον έχουν επηρεάσει αποφασιστικά στη συνθετική του δραστηριότητα. Μιλώντας γενικότερα για επιρροές, τις «ταξινομεί» χρονολογικά:Μπαχ, Μπετόβεν,ΝτεμπυσίκαιΜεσιάν.
Γεννημένος τον Οκτώβριο του 1951, ο Τσοντάκης σπούδασε Σύνθεση στην περίφημη σχολή Τζούλιαρντ της Νέας Υόρκης και αργότερα στην Ακαδημία της Αγίας Καικιλίας στη Ρώμη. Τιμημένος με σημαντικά βραβεία ανά τον κόσμο, η μουσική του έχει ως σήμερα παρουσιαστεί από μεγάλες ορχήστρες, σύνολα δωματίου και φεστιβαλικές διοργανώσεις στη Βόρειο και στη Νότιο Αμερική, στην Ευρώπη, αλλά και στην Ιαπωνία.
Τι πιστεύει, αλήθεια, για τη σχέση του σημερινού κοινού με τη σύγχρονη μουσική;«Η αλήθεια είναι ότι υπάρχουν μέρη όπου η σύγχρονη μουσική παραγωγή εκτιμάται περισσότερο απ΄ ό,τι αλλού»λέει και συνεχίζει:«Γενικά,θα έλεγα ότι το κοινό της ορχηστρικής μουσικής είναι σε μεγάλο βαθμό μουσειακό:Μπετόβεν,Τσαϊκόφσκι και πάει λέγοντας… Αυτόβεβαίωςδεν είναι καλό,από την άποψη ότι δεν ενθαρρύνεται η νέα δημιουργία.Από την άλλη πλευράόμωςυπάρχει και ένα κοινό που “διψάει” για καινούργια πράγματα.Στο πλαίσιο αυτό,υπάρχουν και οι αντίστοιχες δυνατότητες για τους συνθέτες…».
Μονίμως εγκατεστημένος στις ΗΠΑ, θεωρεί ότι τα πράγματα εκεί είναι περισσότερο δύσκολα στον τομέα αυτόν, καθώς εν πολλοίς εξαρτώνται από ιδιωτική χρηματοδότηση και όχι από κρατικούς πόρους, όπως στις περισσότερες χώρες της Ευρώπης;«Δεν θα το έλεγα»απαντά χωρίς να διστάσει καθόλου. Την επόμενη στιγμή προσθέτει: «Στις ΗΠΑ υπάρχουν πάρα πολλές ορχήστρες και, παρά την τρέχουσα δύσκολη οικονομική συγκυρία,παρέχονται αρκετές δυνατότητες για νέες παραγγελίες έργων.Βεβαίως, ας μη γελιόμαστε:είναι πάντοτε μια μάχη, καθώς δεν μιλάμε για εμπορική μουσική.Στην Ευρώπη είναι ένας αγώνας να πείσεις το κράτος, στις ΗΠΑ τους διάφορους οργανισμούς και ιδρύματα ή τα άτομα.Ωστόσοστην Αμερική θα έλεγα ότι υπάρχει συναίσθηση της αναγκαιότητας ύπαρξης της σύγχρονης δημιουργίας.Από την άλλη πλευρά,στην Ευρώπηη κρατική χρηματοδότηση έχει να κάνει και με την πολιτική κατάσταση. Οποιος κινεί τα νήματα της εξουσίας, χειρίζεται και το χρήμα. Αυτόσυνήθωςπεριπλέκει τα πράγματα…».
Καθώς ο ίδιος αναφέρθηκε στην τρέχουσα οικονομική κρίση, κατά πόσον θεωρεί ότι τον επηρεάζει ως δημιουργό;«Προσωπικά δεν με επηρεάζει καθόλου»απαντά, δίνοντας έναν τόνο αισιοδοξίας. Αμέσως εξηγεί:«Εχω παραγγελίες ως το 2013 και συνεχίζω απρόσκοπτα.Ευτυχώς για μας τους συνθέτες,ο προγραμματισμός είναι εξαιρετικά μακροπρόθεσμος και,από την άποψη αυτή,είμαστε ασφαλείς.Ανβεβαίωςαυτή η κατάσταση διαρκέσει για πολλά χρόνια,αυτό είναι μια άλλη συζήτηση.Προς το παρόνόμωςδεν υπάρχει θέμα…».
Θεωρεί πως στις Ηνωμένες Πολιτείες, σήμερα, πνέει άνεμος ανανέωσης;«Ελπίζω να είμαστε στην αρχή μιας νέας εποχής.Το σίγουρο είναι ότι γίνεται προσπάθεια για κάτι τέτοιο.Το ζήτημα είναι να δούμε πώς αυτό μπορεί να καθρεφτιστεί στην Τέχνη,η οποία,ως γνωστόν,δεν είναι η προτεραιότητα των κρατούντων.Δεν είναι μόνο τα χρήματα που δίνονται σ΄ αυτήν.Είναι και ένα ζήτημα παιδείας.Εκεί,πιστεύω,οφείλουμε να ρίξουμε ιδιαίτερο βάρος.Στην εκπαίδευση των παιδιών έτσι ώστε ν΄ αγαπήσουν την Τέχνη και να συνειδητοποιήσουν την αναγκαιότητά της».
Επιστρέφοντας στον ίδιο, είναι άραγε ικανοποιημένος από την αναγνώριση της μουσικής του στην Ελλάδα;«Είμαι πολύ ικανοποιημένος»παραδέχεται ο Γιώργος Τσοντάκης.«Εργα μου έχουν παρουσιαστεί από τα σημαντικότερα ελληνικά σύνολα:την Κρατική Ορχήστρα Αθηνών,την Καμεράτα,την οποία έχω μάλιστα διευθύνει και ο ίδιος,έχουν παρουσιαστεί αρκετά έργα δωματίου… Για έναν Ελληνα του εξωτερικούείναι,νομίζω,μια χαρά. Κρίμαμόνοπου δεν θα μπορέσω να είμαι παρών στη συναυλία της 9ης Ιουνίου. Η ημερομηνία “έκλεισε” προτού ενημερωθώ και έχω ανειλημμένες υποχρεώσεις…».
Η συναυλία-αφιέρωμα στον Γιώργο Τσοντάκη θα παρουσιαστεί στις 9/6 στην αίθουσα «Παρνασσός»,στο πλαίσιο του κύκλου «Μουσικές του 20ού και 21ου αιώνα» του Φεστιβάλ Αθηνών.Το πρόγραμμα περιλαμβάνει τα έργα Three Sighs,Three Variations (1981),Requiescat (1996),Κnickknacks (2001) και Ghost Variations.Ερμηνεύουν η Κρυσταλλία Γαϊτάνου (βιόλα),o Α.Σακαρέλλος (βιολί) και o Ν.Λαάρης (πιάνο).Εισιτήρια στα ταμεία του Φεστιβάλ Αθηνών,τηλ.210 3272.000 και μέσω Ιnternet: www. greekfestival.gr. Ωρα έναρξης: 21.00.



