Το 1978, τέσσερα χρόνια μετά την αφαίρεση της σοβιετικής υπηκοότητας και την απέλασή του στη Δύση, ο Αλεξάντρ Σολζενίτσιν στον εναρκτήριο λόγο του στο Πανεπιστήμιο του Χάρβαρντ επιφύλαξε μια σειρά από πολύ δυσάρεστες εκπλήξεις στους θαυμαστές του όταν κατηγόρησε στους Αμερικανούς για δειλία. Πόσοι Αμερικανοί, ρώτησε ρητορικά, ήταν έτοιμοι να δώσουν τη ζωή τους προκειμένου να υπερασπιστούν τα ιδεώδη τους; Ελάχιστοι. Συνεχίζοντας τους κατηγόρησε ανάμεσα σε άλλα ότι η μουσική που ακούνε είναι απαράδεκτη, πως έχουν πλήρη άγνοια για τις μη δυτικές κοινωνίες και πως δεν δικαιολογούνται με τίποτε όταν επιχειρούν να εκτιμήσουν άλλους πολιτισμούς με τα δικά τους μέτρα.
Θα έλεγε κανείς ότι ο συγγραφέας τού Μια ημέρα του Ιβάν Ντενίσοβιτς με τον δικό του τρόπο επαναλάμβανε περίπου τις ίδιες κατηγορίες που απηύθυνε στον σχισματικό και οργισμένο λόγο του εναντίον της Δύσης ο πνευματικός του πρόγονος Φιοντόρ Ντοστογέφσκι το 1880 στα αποκαλυπτήρια του αγάλματος του Πούσκιν στη Μόσχα. Ως το τέλος της ζωής του ο Σολζενίτσιν πίστευε ότι η Δύση ποτέ δεν κατάλαβε τη ρωσική κουλτούρα γιατί ουδέποτε σκέφτηκε ότι η κουλτούρα αυτή έχει αυτόνομο χαρακτήρα. Αλλά για ποια Δύση πρόκειται; Η Δύση ήταν μια δεύτερη εξορία γι’ αυτόν τον παλιό κομμουνιστή και φανατικό ορθόδοξο χριστιανό. (Οσο και αν μοιάζει περίεργος, ο συνδυασμός δεν ήταν ασυνήθιστος στη μετατσαρική Ρωσία.)
«Σολζενίτσκιν»!
Τον Απρίλιο της ίδιας χρονιάς σε πολιτική εκδήλωση του Συντηρητικού Κόμματος της Βρετανίας η λεγόμενη σιδηρά κυρία Μάργκαρετ Θάτσερ αναφέρθηκε μπροστά στις τηλεοπτικές κάμερες στον Σολζενίτσιν «μετονομάζοντάς» τον σε Σολζενίτσκιν! Η λέξη έμοιαζε σαν να είχε εκστομιστεί από κάποια πολιτική opera buffa – δεν γέλασε όμως κανένας. Τα ΜΜΕ είχαν πολλούς άλλους λόγους να προβαίνουν σε σαρκαστικά σχόλια για τη σιδηρά κυρία – και κατ’ εξοχήν για τη συνήθειά της να διακόπτει τον συνομιλητή της στο μέσον της πρώτης του φράσης. Οπως μάλιστα παρατηρεί ο Κλάιβ Τζέιμς με δηλητηριώδες χιούμορ στο πρόσφατο βιβλίο του Cultural Amnesia, όταν η Θάτσερ ως πρωθυπουργός της Βρετανίας συνομιλούσε με ξένους ηγέτες και δεν γνώριζε τη γλώσσα, μη έχοντας τη δυνατότητα να διακόψει τον συνομιλητή της, διέκοπτε τον διερμηνέα μετά τις πέντε πρώτες λέξεις.
Ο Σολζενίτσιν πέθανε στη Μόσχα την περασμένη Κυριακή στα 89 του χρόνια. Ο θάνατός του σηματοδοτεί το τέλος μιας εποχής. Είναι σχεδόν βέβαιο ότι δύο μεγάλα μυθιστορήματά του, η Πτέρυγα καρκινοπαθών και ο Πρώτος κύκλος, συγκαταλέγονται ανάμεσα στα μεγάλα πεζογραφήματα του 20ού αιώνα. Και είναι επίσης βέβαιο ότι η μαρτυρία του σχετικά με το τεράστιο σύστημα των στρατοπέδων συγκέντρωσης που σκέπαζε ολόκληρη τη σταλινική ΕΣΣΔ, όπως αποτυπώνεται στο Αρχιπέλαγος Γκουλάγκ, θα έχει την ιστορική της αξία για πολλά ακόμη χρόνια – αν και στο θέμα αυτό προηγήθηκε κατά τρεις δεκαετίες σχεδόν ο για πολλά χρόνια αγνοημένος Βικτόρ Σερζ. Για το βιβλίο αυτό, που κυκλοφόρησε στη Δύση για πρώτη φορά, το σοβιετικό καθεστώς του στέρησε τη σοβιετική υπηκοότητα και τον απέλασε το 1974. Ηταν η εποχή Μπρέζνιεφ, περίοδος παρακμής, αφασίας και καταστολής, όπου οι συγγραφείς δεν στέλνονταν πλέον στα στρατόπεδα συγκέντρωσης, αλλά το καθεστώς τους έστελνε πακέτο στη Δύση αποκόπτοντάς τους από το φυσικό τους κοινό: τους ρώσους αναγνώστες.
Ο Σολζενίτσιν πέρασε χρόνια σε στρατόπεδο συγκέντρωσης και στη συνέχεια έζησε εκτοπισμένος σε μια μικρή πόλη του Καζαχστάν. Την περίοδο Χρουστσόφ κατάφερε (το 1962) να εκδοθεί στη Ρωσία το μυθιστόρημα που τον έκανε παγκοσμίως διάσημο, το Μια ημέρα του Ιβάν Ντενίσοβιτς, όπου για πρώτη φορά οι Ρώσοι είχαν μια άμεση μαρτυρία του τι ακριβώς συνέβαινε στα σταλινικά στρατόπεδα συγκέντρωσης. Η σύγκρουση με τις σοβιετικές αρχές όμως ήταν πλέον ανοιχτή. Το 1974 ο συγγραφέας θα έφτανε στη Γερμανία με αεροπλάνο της Αεροφλότ και στη συνέχεια θα μετέβαινε στις ΗΠΑ, όπου έμεινε ως το 1994, όταν και επέστρεψε στη Μόσχα.
Η «αιώνια» Ρωσία
Η Ρωσία που βρήκε επιστρέφοντας ο Σολζενίτσιν δεν έχει καμία σχέση με εκείνη που φανταζόταν ότι θα διαδεχόταν την κατάρρευση του κομμουνισμού. Η Ρωσία του Γέλτσιν δεν ήταν η «αιώνια» Ρωσία της Ορθοδοξίας, της σλαβικής ψυχής και της ηθικής της μετάνοιας, της σωτηρίας και της πίστης στη μοίρα του έθνους. Ηταν η Ρωσία που έμπαινε στην καταναλωτική κοινωνία με την ορμή του νεοφώτιστου, που ήθελε να κατακτήσει τα αγαθά του δυτικού καταναλωτικού παραδείσου, ήταν η Ρωσία των νεόπλουτων που φύτρωσαν μέσα σε μία νύχτα, του γρήγορου πλουτισμού εν ονόματι του οποίου κάθε ηθικός ενδοιασμός εθεωρείτο αφέλεια και ανοησία.
Αναπόφευκτα, η κοινωνική απήχηση του Σολζενίτσιν από εδώ και στο εξής θα ήταν ασήμαντη. Μπορεί στο πολιτικό επίπεδο να λειτουργούσε ως σύμβολο αντίστασης στο παλιό καθεστώς, ωστόσο ως στάση ζωής και ως ιδεολογία ήταν τελειωμένος. Ενας σεβαστός – και για τη νεολαία κάπως γραφικός – παλιομοδίτης. Απόδειξη, την τηλεοπτική εκπομπή που του είχε αναθέσει η κρατική τηλεόραση της Ρωσίας σύντομα οι ιθύνοντες του καναλιού τη σταμάτησαν ελλείψει θεαματικότητας. Κανένας δεν ήθελε να ακούσει πατριωτικές παροτρύνσεις, κηρύγματα και εκκλήσεις επιστροφής στο πνεύμα της «αιώνιας» Ρωσίας.
Ετσι, δεν είναι ανεξήγητη η συμπάθεια που έτρεφε ο συγγραφέας για τον Βλαντίμιρ Πούτιν. Στο πρόσωπό του, παρά το παρελθόν του τελευταίου στην Κα Γκε Μπε, ο Σολζενίτσιν έβλεπε έναν σύγχρονο τσάρο ο οποίος θα έδινε τέλος στις αδικίες και θα σταματούσε τη δήωση της χώρας, που συνέβη στην καταστρεπτική περίοδο Γέλτσιν. Ο Πούτιν θα αποκαθιστούσε ένα μέρος της παλαιάς ισχύος και της αξιοπρέπειας της Ρωσίας.
Κατά του Διαφωτισμού
Αυτή η στάση, σε συνδυασμό με τα εθνικιστικά και εν μέρει πανσλαβιστικά κηρύγματα του Σολζενίτσιν, δεν άρεσε σε κανέναν στη Δύση, γι’ αυτό και τα τελευταία χρόνια τόσο τα βιβλία του όσο και η στάση του γενικότερα αντιμετωπίστηκαν με αυστηρότητα ασυνήθιστη για έναν συγγραφέα που από το 1970, όταν του απονεμήθηκε το Νομπέλ Λογοτεχνίας, ως την αρχή της δεκαετίας του ’80 εισέπραττε για τα βιβλία του μόνον ύμνους. Τα τελευταία δέκα χρόνια μάλιστα ορισμένοι δεν δίστασαν να τον κατηγορήσουν ακόμη και για αντισημιτισμό.
Αλλά ο Σολζενίτσιν παραμένει και σήμερα σύμβολο αντίστασης έναντι του ολοκληρωτισμού. Επιπλέον, παράδειγμα ανθρώπου που συμπεριφερόταν και εκφραζόταν κατά συνείδηση – και όχι προσπαθώντας να προσαρμοστεί στην εικόνα που είχαν δημιουργήσει οι άλλοι για λογαριασμό του. Οι ιδέες του ακούγονται αναχρονιστικές, όμως δεν ισχύει το ίδιο και για τα σημαντικά του βιβλία που αποκτούν πρόσθετη βαρύτητα μετά την κατάρρευση των κομμουνιστικών καθεστώτων όχι μόνον ως μαρτυρίες της εποχής, αλλά και – κατ’ εξοχήν – ως προειδοποίηση για το μέλλον.
Εχει κανείς πολλούς λόγους να μη συμφωνεί με την άποψή του ότι η Σοβιετική Ενωση δεν ήταν ρωσική επινόηση και πως ο κομμουνισμός, όπως εφαρμόστηκε εκεί, είναι διεθνής και έχει τις ρίζες του στον Διαφωτισμό και στη Γαλλική Επανάσταση. Ουδείς επίσης στην Ευρώπη θα αποδεχόταν την πεποίθησή του ότι οι μπολσεβίκοι δεν διέφεραν από τους ιακωβίνους της Γαλλικής Επανάστασης. Στη Γηραιά Ηπειρο, η οποία ταλαιπωρήθηκε επί πολλές δεκαετίες από τους θρησκευτικούς πολέμους, η θέση του Σολζενίτσιν ότι ο κομμουνισμός ήταν η ιδεολογία της αθεΐας και ότι τη μόνη σωτηρία αποτελεί η ορθόδοξη πίστη είναι εξίσου απορριπτέα γιατί συνοδεύεται από τον εθνικισμό και τον ιδιότυπο ρωσικό πατριωτισμό που ο συγγραφέας τους θεωρεί ουσία της ρωσικής κουλτούρας. Οι περισσότεροι σημερινοί συγγραφείς και διανοούμενοι της χώρας, ιδιαίτερα όσοι ανήκουν στο κλίμα και στην παράδοση της Πετρούπολης, διαφωνούν ριζικά με όλα τα παραπάνω. Κατά μία έννοια έχουμε και εδώ ένα στοιχείο της ρωσικής ιδιοτυπίας του 20ού αιώνα: τη σύγκρουση της ευρωπαϊκής Πετρούπολης του Μεγάλου Πέτρου με την ασιατική Μόσχα των Βογιάρων και του Ιβάν του Τρομερού. Αλλά ο 20ός αιώνας μάς έχει προ πολλού αποχαιρετίσει.
Οι διαφορές του Σολζενίτσιν με τους υπόλοιπους διαφωνούντες ρώσους συγγραφείς της σοβιετικής εποχής μοιάζουν κάποτε αγεφύρωτες. Είναι ένας συγγραφέας ο οποίος, μολονότι έζησε το μεταπολεμικό δράμα, ως στάση και ιδιοσυγκρασία ανήκει στον 19ο αιώνα, τον κατ’ εξοχήν αιώνα του εθνικισμού, όπως υποστήριξε ο Αλντους Χάξλεϊ. Απομονωμένος στο Βερμόντ των ΗΠΑ, ζούσε στη δική του φαντασιακή Ρωσία, μια χώρα που δεν ήταν δυνατόν να υπάρξει πραγματικά. Και δεν είναι τυχαίο ότι από τους επιφανείς διαφωνούντες μόνον αυτός και ο Αλεξάντρ Ζινόβιεφ επέστρεψαν στη Ρωσία μετά την πτώση του κομμουνισμού.
Από τα τέλη της δεκαετίας του 1960 και ως το 1989 τα δυτικά ΜΜΕ παρουσίαζαν κάθε τόσο διαφωνούντες ρώσους συγγραφείς και διανοουμένους που είτε εγκατέλειπαν τη Σοβιετική Ενωση είτε απελαύνονταν από το καθεστώς. Στις αρχές της δεκαετίας του ’80 οι συγγραφείς αυτοί ήταν αρκετοί ώστε να θεωρηθεί ότι εξέφραζαν μεγάλο τμήμα της ρωσικής λογοτεχνίας, με την οποία ο ρωσικός λαός δεν μπορούσε να έλθει σε επαφή παρά μόνο μέσω παράνομων εκδόσεων (των λεγόμενων σαμιζντάντ). Κάποιοι αντιπροσώπευαν αναμφίβολα το σημαντικότερο ή το πιο ενδιαφέρον τμήμα της μεταπολεμικής ρωσικής λογοτεχνίας. Και κάποιοι άλλοι, όπως ο Γιόζεφ Μπρόντσκι, πέραν της αξίας του δικού τους έργου, πρωτοστάτησαν ώστε έργα και συγγραφείς πρώτης γραμμής, το έργο των οποίων είχε μείνει επί δεκαετίες στο σκοτάδι, να βρουν τη θέση που τους αρμόζει στα παγκόσμια γράμματα. Ποιητές, λ.χ., σαν την Αχμάτοβα, τη Μαρίνα Τσβετάγεβα, τον Οσίπ Μαντελστάμ και πεζογράφοι όπως ο Πλατόνοφ ή η Ναντέζντα Μαντελστάμ.
Ανάμεσα στους διαφωνούντες δεν ήταν λίγες οι μετριότητες. Αυτοί όμως ξεχάστηκαν πριν από την κατάρρευση του σοβιετικού καθεστώτος. Και πάντως ελάχιστοι επέστρεψαν στη μετακομμουνιστική Ρωσία.
Εναν χρόνο μετά την πτώση του Τείχους του Βερολίνου οι «New York Times» δημοσίευσαν ένα αποκαλυπτικό ρεπορτάζ που ερχόταν σε πλήρη αντίθεση με τα όσα ορισμένοι από τους ερωτώμενους έλεγαν στο ιστορικό εκείνο συνέδριο με τίτλο Συγγραφείς στην εξορία που διοργάνωσε το περιοδικό «Partisan Review» το 1983 στο Νιου Τζέρσι των ΗΠΑ.
Ο πεζογράφος Αρκάντι Λβοφ, λ.χ., από την Οδησσό δήλωσε ότι το ενδεχόμενο να επιστρέψει στη γενέθλια πόλη του «μοιάζει σαν επιστροφή στο νεκροταφείο του, στον ίδιο του τον τάφο. Είμαι πλέον ένας τελείως διαφορετικός άνθρωπος» είπε. Ο Γιουζ Αλεκσόφσκι, ο οποίος το 1983 μόνο που δεν προέτρεπε τις δυτικές χώρες να επέμβουν στρατιωτικά στη Σοβιετική Ενωση, δήλωσε αναιδώς επτά χρόνια αργότερα: «Νιώθω ελεύθερος άνθρωπος. Αν θέλω να πάω στη Μόσχα, θα πάω, ή και – γιατί όχι – στην Ιαπωνία». Ο Αλεκσόφσκι δεν επέστρεψε στη Ρωσία. Ο Μπρόντσκι δεν γύρισε στην Πετρούπολη – επέλεξε μάλιστα ως τόπο της τελευταίας του κατοικίας τη Βενετία, όπου είναι θαμμένος στο νεκροταφείο του Σαν Μικέλε.
«Κανένας δεν σκέφτεται να γυρίσει μόνιμα» δήλωσε ο γνωστός μυθιστοριογράφος Βασίλι Αξιόνοφ, «αλλά όλοι μας προσπαθούμε να βρούμε έναν τρόπο να περνούμε όσο το δυνατόν περισσότερο χρόνο εκεί» συμπλήρωσε. Και αυτό κατέφερε να κάνει ο ίδιος μοιράζοντας σήμερα τον χρόνο του ανάμεσα στο Μπιαρίτζ και στη Μόσχα.
Επιστροφή στον Στάλιν
Η πιο χαρακτηριστική περίπτωση εν τούτοις είναι του Αλεξάντρ Ζινόβιεφ – από τους ευφυέστερους διαφωνούντες πεζογράφους και στοχαστές. Με σαρδόνιο χιούμορ στο ογκωδέστατο βιβλίο του Τα «απύθμενα» ύψη, το οποίο και σήμερα θεωρείται ως το λαμπρότερο παράδειγμα εκείνου που απεκλήθη «κοινωνιολογικό μυθιστόρημα», διέλυσε τον μύθο του καθεστώτος αποκαλύπτοντας τον χιλιαστικό του χαρακτήρα και χλευάζοντας τον νέο σοβιετικό τύπο ανθρώπου, τον Homo Sovieticus, όπως τον αποκαλεί στο ομώνυμο βιβλίο του.
Αυτός ο αμείλικτος πολέμιος του συστήματος, ωστόσο, ο «βαμμένος» αντισταλινικός, επιστρέφοντας στη Μόσχα το 1999 έκανε στροφή 180 μοιρών. Παλαιότερα σατιρίζοντας τα κινήματα ειρήνης που υποστήριζε το καθεστώς παρέπεμπε στη λαϊκή ρωσική παροιμία «θα αγωνιστούμε για την ειρήνη ώσπου να μη μείνει πέτρα επί πέτρας». Αλλά μετά την κατάρρευση, τη μεν περεστρόικα την παρέφρασε σε καταστρόικα, ενώ τον τύπο του ανθρώπου που προέκυπτε μετά την είσοδο της χώρας στον καπιταλισμό ζαπαρόντ (που σε ελεύθερη μετάφραση θα τον λέγαμε δυτικοειδές). Σύντομα άρχισε να λέει ότι αυτός ο αντισταλινικός πάντοτε θεωρούσε τον Στάλιν σημαντική προσωπικότητα και πως η διάλυση της Σοβιετικής Ενωσης ήταν το αποτέλεσμα καλοστημένου και καλοεφαρμοσμένου σχεδίου της Δύσης με επικεφαλής τις ΗΠΑ. Επετέθη δριμύτατα εναντίον της παγκοσμιοποίησης υποστηρίζοντας ανοιχτά και με φανατισμό τον Μιλόσεβιτς, τον Κάραζιτς και τον Μλάντιτς ως τη χρονιά του θανάτου του (2006) προκαλώντας σοκ στους παλαιούς θαυμαστές του. Αυτά που έλεγε δεν είχαν καμία σχέση με τα όσα έγραφε τη δεκαετία του ’70.
Ο ΣΟΛΖΕΝΙΤΣΙΝ ΜΕ ΤΑ ΔΙΚΑ ΤΟΥ ΛΟΓΙΑ
(Για τον Βλαντίμιρ Πούτιν, σε συνέντευξή του στο γερμανικό περιοδικό «Spiegel»)
«Ο Πούτιν κληρονόμησε μια χώρα που είχε καταληστευθεί και καταρρεύσει. Και άρχισε να την αναστηλώνει».
(Για τα φοβερά στρατόπεδα γύρω από τον ποταμό Κολύμα στη Σιβηρία)
«Αποτίνω φόρο τιμής στη γη της Κολύμα όπου εκατοντάδες χιλιάδες, εκατομμύρια ίσως, συμπατριώτες μας βρίσκονται θαμμένοι. Η γη όπου κείνται αθώοι μάρτυρες είναι πλέον ιερή και ως ιερή πρέπει να την τιμούμε».
(Για την αλήθεια)
«Οταν την αλήθεια την ανακαλύπτει κάποιος άλλος χάνει κάτι από τη γοητεία της».
(Για τους συγγραφείς και τα καθεστώτα)
«Το να έχει μια χώρα έναν μεγάλο συγγραφέα είναι σαν να έχει μια άλλη κυβέρνηση. Γι’ αυτό κανένα καθεστώς δεν αγαπά τους μεγάλους συγγραφείς – μόνο τους μικρούς».
(Για την εξουσία και τους εξουσιαστές)
«Μπορείς να ασκείς εξουσία στους ανθρώπους για όσο διάστημα δεν τους παίρνεις τα πάντα. Αλλά όταν αφαιρείς τα πάντα από έναν άνθρωπο, δεν τον εξουσιάζεις πλέον».
(Για το ψέμα και το σοβιετικό καθεστώς)
«Στη χώρα μας το ψέμα όχι μόνο έχει καταστεί ηθική κατηγορία, αλλά και στύλος του συστήματος»
(Ο κριτικός Μάικλ Σκάμελ για τον Σολζενίτσιν)
«Τα προβλήματά του οφείλονται στο ότι ήταν πιο ευσεβής και από τον Πάπα».



